Μετά το 1898, η Ισπανία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια βαθιά κρίση ταυτότητας. Η ήττα στον πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και η απώλεια των τελευταίων αποικιών – Κούβας, Πουέρτο Ρίκο και Φιλιππίνων – σήμαναν το τέλος μιας μακραίωνης αυτοκρατορίας και γέννησαν το αίσθημα της «εθνικής καταστροφής». Οι διανοούμενοι της λεγόμενης «Γενιάς του ’98» μιλούσαν για παρακμή και ανάγκη ριζικών αλλαγών, όμως η πολιτική ζωή κυριαρχούνταν ακόμη από το παλιό μοναρχικό σύστημα υπό τον βασιλιά Αλφόνσο ΙΓ΄. Το κοινοβουλευτικό καθεστώς λειτουργούσε τυπικά, με εναλλαγές φιλελευθέρων και συντηρητικών στην εξουσία, αλλά οι εκλογές ήταν συχνά νοθευμένες και ελεγχόμενες από τοπικούς ισχυρούς. Έτσι, η μοναρχία διατηρούσε τη βιτρίνα σταθερότητας, χωρίς να απαντά στα μεγάλα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα.
Στην ύπαιθρο, οι αγρότες ζούσαν σε συνθήκες εξαθλίωσης, ιδιαίτερα στην Ανδαλουσία, όπου τεράστιες εκτάσεις γης ανήκαν σε λίγους γαιοκτήμονες. Στις βιομηχανικές περιοχές, όπως η Καταλονία και η Χώρα των Βάσκων, οι εργάτες οργανώνονταν σε συνδικάτα με σοσιαλιστικό ή αναρχικό προσανατολισμό, απαιτώντας καλύτερους μισθούς και δικαιώματα. Παράλληλα, τα περιφερειακά εθνικιστικά κινήματα ζητούσαν αυτονομία, κάτι που απειλούσε την παραδοσιακή ενότητα του ισπανικού κράτους. Η καθολική Εκκλησία, παραδοσιακός πυλώνας εξουσίας, αντιδρούσε σε κάθε εκσυγχρονιστική αλλαγή, ενώ ο στρατός έβλεπε τον εαυτό του ως προστάτη της εθνικής ενότητας και συχνά επενέβαινε στην πολιτική ζωή.
Το 1923, εν μέσω κοινωνικής αναταραχής και πολέμου στο Μαρόκο, ο στρατηγός Μιγκέλ Πρίμο δε Ριβέρα, με την υποστήριξη του βασιλιά, επέβαλε στρατιωτική δικτατορία. Η μοναρχία έτσι ταυτίστηκε με τον αυταρχισμό. Στην αρχή το καθεστώς έδειξε να φέρνει κάποια σταθερότητα, όμως γρήγορα η οικονομική ύφεση και η φθορά το αποδυνάμωσαν. Το 1930 ο Πρίμο παραιτήθηκε και η δημοφιλία της μοναρχίας είχε καταρρεύσει. Στις δημοτικές εκλογές του Απριλίου 1931, οι φιλοδημοκρατικοί και αριστεροί υποψήφιοι επικράτησαν στις μεγάλες πόλεις, και ο Αλφόνσος ΙΓ΄ εγκατέλειψε τη χώρα. Έτσι ανακηρύχθηκε η Δεύτερη Δημοκρατία.
Η Δημοκρατία ξεκίνησε με ενθουσιασμό. Το Σύνταγμα του 1931 προέβλεπε εκδημοκρατισμό, διαχωρισμό Εκκλησίας και κράτους, αγροτική μεταρρύθμιση, δικαιώματα για τους εργάτες και τις γυναίκες, καθώς και καθεστώς αυτονομίας για την Καταλονία. Όμως αυτές οι αλλαγές συνάντησαν σφοδρή αντίδραση από τη Δεξιά, την Εκκλησία, τους γαιοκτήμονες και τον στρατό. Στις εκλογές του 1933 η Δεξιά επέστρεψε στην εξουσία και ακύρωσε τις μεταρρυθμίσεις, οδηγώντας σε μαζικές απεργίες και εξεγέρσεις. Η πιο σημαντική ήταν αυτή των εργατών της Αστούριας το 1934, που καταπνίγηκε με χιλιάδες νεκρούς και φυλακισμένους. Το 1936, σε κλίμα ακραίας πόλωσης, νίκησε στις εκλογές το Λαϊκό Μέτωπο, μια συμμαχία σοσιαλιστών, κομμουνιστών, αριστερών δημοκρατικών και με τη σιωπηρή στήριξη των αναρχικών. Οι μεταρρυθμίσεις ξανάρχισαν, αλλά ταυτόχρονα η πολιτική βία στους δρόμους κορυφώθηκε. Η φασιστική Falange, οι μοναρχικοί και οι στρατιωτικοί ετοίμαζαν πλέον ανοιχτά την ανατροπή του καθεστώτος.
Το διεθνές περιβάλλον έκανε την κρίση ακόμη πιο επικίνδυνη. Στη Γερμανία και την Ιταλία, οι φασιστικές δικτατορίες του Χίτλερ και του Μουσολίνι ενέπνεαν και στήριζαν την ισπανική Δεξιά, προσφέροντας όχι μόνο ιδεολογικό πρότυπο αλλά και υλική βοήθεια. Στη Σοβιετική Ένωση, η Κομμουνιστική Διεθνής ενίσχυε τα λαϊκά μέτωπα σε όλη την Ευρώπη, στηρίζοντας τους σοσιαλιστές και κομμουνιστές της Ισπανίας. Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 είχε επιδεινώσει την ισπανική φτώχεια και ανεργία, ωθώντας ακόμη περισσότερους σε ριζοσπαστικές λύσεις.
Η στάση της Γαλλίας και της Βρετανίας, επίσης, ήταν καθοριστική: και οι δύο δυνάμεις, φοβούμενες έναν γενικευμένο ευρωπαϊκό πόλεμο, επέλεξαν πολιτική ουδετερότητας και «μη επέμβασης». Παρότι η Γαλλία είχε δημοκρατική κυβέρνηση και ορισμένοι Γάλλοι υπουργοί έβλεπαν με συμπάθεια τη Δημοκρατία, ούτε το Παρίσι ούτε το Λονδίνο τόλμησαν να την υποστηρίξουν ανοιχτά. Αντιθέτως, επέβαλαν εμπάργκο όπλων, που στην πράξη έπληξε τη Δημοκρατία πολύ περισσότερο από τους εθνικιστές, αφού ο Φράνκο μπορούσε να εφοδιάζεται άμεσα από Βερολίνο και Ρώμη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες τήρησαν επίσης στάση αποχής, επιτρέποντας όμως σε αμερικανικές εταιρείες να πουλούν καύσιμα και φορτηγά στον Φράνκο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η δολοφονία του δεξιού πολιτικού Χοσέ Κάλβο Σοτέλο τον Ιούλιο του 1936 έγινε η αφορμή για το στρατιωτικό πραξικόπημα. Υπό την ηγεσία στρατηγών όπως ο Φράνκο, ο Μόλα και ο Σανχούρχο, μέρος του στρατού εξεγέρθηκε. Το πραξικόπημα δεν πέτυχε να καταλάβει όλη τη χώρα· η Ισπανία κόπηκε στα δύο, με τη μία πλευρά να παραμένει πιστή στη Δημοκρατία και την άλλη να περνά στους εθνικιστές. Έτσι ξεκίνησε ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, που πολύ γρήγορα απέκτησε διεθνείς διαστάσεις.
Η Ιταλία του Μουσολίνι και η ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ έσπευσαν να στηρίξουν ανοιχτά τον Φράνκο, στέλνοντας όπλα, αεροπλάνα, τεθωρακισμένα και δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες ή «εθελοντές». Το πιο γνωστό παράδειγμα ήταν η γερμανική Λεγεώνα Κόνδωρ, που ισοπέδωσε πόλεις όπως τη Γκουέρνικα, λειτουργώντας ως πρόβα τζενεράλε για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από την άλλη, η Σοβιετική Ένωση στάθηκε στο πλευρό της Δημοκρατίας, αποστέλλοντας πολεμικό υλικό, συμβούλους και μυστικές υπηρεσίες. Παράλληλα, με την καθοδήγηση της Κομιντέρν, οργανώθηκαν οι Διεθνείς Ταξιαρχίες: περισσότεροι από 30.000 εθελοντές από όλον τον κόσμο – εργάτες, διανοούμενοι, φοιτητές – ταξίδεψαν στην Ισπανία για να πολεμήσουν τον φασισμό.
Με αυτόν τον τρόπο, η Ισπανία έγινε συμβολικό αλλά και πραγματικό πεδίο μάχης ανάμεσα στον φασισμό, τον κομμουνισμό και τις δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες. Ο εμφύλιος πόλεμος λειτούργησε σαν προοίμιο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου οι ίδιες δυνάμεις θα αναμετρηθούν σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου