Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Από τα Τανκς στην Ευρώπη: το Πραξικόπημα των Συνταγματαρχών και η Μεταπολίτευση

Μετά την παραίτηση του Γεωργίου Παπανδρέου για δύο χρόνια, η Ελλάδα ζει το θέατρο του παραλόγου. Το Παλάτι ορκίζει κυβερνήσεις που δεν έχουν λαϊκή εντολή, στηριζόμενο στους «Αποστάτες» — βουλευτές που εγκατέλειψαν τον Παπανδρέου για ένα υπουργικό θώκο.

Μέσα στο χάος, ο Ανδρέας Παπανδρέου αναδεικνύεται σε ηγέτη της ριζοσπαστικής πτέρυγας. Ο λόγος του για «Ελλάδα στους Έλληνες» τρομάζει το Παλάτι, τη CIA και το κατεστημένο. Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ χρησιμοποιείται ως το τέλειο όπλο για να τον βγάλουν από τη μέση.

Τι ήταν ο ΑΣΠΙΔΑ
​Υποτίθεται ότι ήταν μια μυστική οργάνωση «δημοκρατικών αξιωματικών» μέσα στον Στρατό. Το Παλάτι και η Δεξιά κατηγόρησαν τον Ανδρέα Παπανδρέου ότι ήταν ο ηθικός αυτουργός και πολιτικός αρχηγός της οργάνωσης, με σκοπό να ανατρέψει το πολίτευμα, να διώξει τον Βασιλιά και να επιβάλει μια «φιλοκομμουνιστική» δικτατορία.
Στην πραγματικότητα, ο ΑΣΠΙΔΑ ήταν η απάντηση του κατεστημένου στην ύπαρξη του ΙΔΕΑ (της δεξιάς παραστρατιωτικής οργάνωσης που ήλεγχε τον στρατό για δεκαετίες).
​Η αντιπολίτευση (ΕΡΕ) και το Παλάτι χρησιμοποίησαν την υπόθεση για να πείσουν τον κόσμο ότι ο Ανδρέας είναι «επικίνδυνος» και «προδότης».
​Αυτό οδήγησε στην τελική σύγκρουση Βασιλιά - Παπανδρέου, όταν ο Γέρος της Δημοκρατίας θέλησε να αναλάβει ο ίδιος το Υπουργείο Άμυνας για να καθαρίσει την υπόθεση, και ο Κωνσταντίνος του το αρνήθηκε.

Μαρτυρία Αξιωματικού της εποχής:
​«Στα στρατόπεδα το κλίμα ήταν ηλεκτρισμένο. Ξαφνικά, αν έλεγες ότι είσαι δημοκρατικός, σε κοίταζαν σαν πράκτορα του Ανδρέα. Ο "ΑΣΠΙΔΑ" έγινε το τέλειο πρόσχημα για να γίνουν εκκαθαρίσεις. Αξιωματικοί ικανότατοι βρέθηκαν κατηγορούμενοι για εσχάτη προδοσία μόνο και μόνο επειδή δεν ήταν αρεστοί στα Ανάκτορα. Ήταν μια κατασκευασμένη υστερία για να φοβηθεί ο κόσμος τον "κόκκινο Ανδρέα".»

​Η Μαρτυρία του Ανδρέα Παπανδρέου (από το βιβλίο του «Η Δημοκρατία στο Απόσπασμα»):
​«Ο ΑΣΠΙΔΑ ήταν μια σκευωρία των υπηρεσιών πληροφοριών (ΚΥΠ και CIA) για να ανακόψουν την πορεία της Ένωσης Κέντρου. Ήθελαν να δείξουν ότι ο στρατός, το "ιερό κάστρο" του Βασιλιά, απειλείται από εμένα. Δεν τους ενδιέφερε η αλήθεια, τους ενδιέφερε να βρουν μια δικαιολογία για να ανατρέψουν τη λαϊκή ετυμηγορία.»

Μαρτυρία από τη Δίκη (1966):
​«Η δίκη του ΑΣΠΙΔΑ στο Στρατοδικείο ήταν ένα θέατρο. Οι κατηγορούμενοι αξιωματικοί κάθονταν στο εδώλιο και από πάνω τους πλανιόταν η σκιά του Ανδρέα, παρόλο που δεν δικάζονταν αυτός. Ήταν μια δίκη-μήνυμα: "Όποιος αγγίζει τον στρατό, που ανήκει στον Βασιλιά, θα συνθλίβεται". Αυτή η δίκη "κούρδισε" τους στρατιωτικούς που λίγους μήνες μετά θα έβγαζαν τα τανκς.»

Το «Πραξικόπημα των Στρατηγώ​ν»

Στις αρχές του '67, όλοι ξέρουν ότι κάτι κακό έρχεται. Ο Κωνσταντίνος και οι Στρατηγοί ετοιμάζουν μια «εκτροπή» για να εμποδίσουν τις εκλογές του Μαΐου, όπου ο Παπανδρέου αναμένεται να σαρώσει.

​Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε δώσει εντολή στους στρατηγούς να επικαιροποιήσουν το Σχέδιο «Προμηθεύς». Το σχέδιο αυτό ήταν μια νατοϊκή οδηγία για την αντιμετώπιση εσωτερικού κομμουνιστικού κινδύνου, αλλά το Παλάτι σκόπευε να το χρησιμοποιήσει για να επιβάλει μια «βασιλική δικτατορία».
​Ο Στόχος: Να ανασταλούν άρθρα του Συντάγματος, να συλληφθούν οι Παπανδρέου και να ακυρωθούν οι εκλογές της 28ης Μαΐου 1967.

​Η Μαρτυρία του Παναγιώτη Κανελλόπουλου (Τελευταίου Πρωθυπουργού):
​«Ο Κωνσταντίνος ήταν δέσμιος των δικών του φόβων. Του έλεγα ότι οι εκλογές είναι η μόνη λύση, αλλά εκείνος έβλεπε παντού φαντάσματα. Στα μάτια του, ο Ανδρέας ήταν ο Λένιν της Ελλάδας. Το Παλάτι πίστευε ότι ο στρατός ήταν το δικό του ιδιωτικό φρούριο. Δεν κατάλαβαν ότι οι Συνταγματάρχες, που τους χαιρετούσαν με δέος, είχαν ήδη αποφασίσει να τους παραμερίσουν.»

Ενώ οι Στρατηγοί διστάζουν, οι «μικροί» (Παπαδόπουλος, Παττακός, Μακαρέζος) κινούνται πρώτοι. Ο Παπαδόπουλος και η παρέα του χρησιμοποίησαν το ίδιο ακριβώς σχέδιο («Προμηθεύς») που είχαν ετοιμάσει οι Στρατηγοί για τον Βασιλιά. Κινήθηκαν απλώς λίγες εβδομάδες νωρίτερα.

Οι πραξικοπηματίες (με επικεφαλής τον Παπαδόπουλο και τον Μακαρέζο) μπήκαν στο Γενικό Επιτελείο Στρατού (Πεντάγωνο) στις 2:00πμ
​Χρησιμοποίησαν το πρόσχημα ότι εφαρμόζουν το σχέδιο «Προμηθεύς» κατ’ εντολήν του Βασιλιά.
​Συνέλαβαν τον Αρχηγό του Στρατού, Στρατηγό Σπαντιδάκη (ο οποίος τελικά προσχώρησε σε αυτούς), και τους υπόλοιπους ανώτατους αξιωματικούς πριν προλάβουν να αντιδράσουν.

Μαρτυρία από το «Πεντάγωνο» το βράδυ της 21ης Απριλίου:
​«Είδαμε τους Συνταγματάρχες να μπαίνουν στα γραφεία και να διατάζουν τους Στρατηγούς. Ήταν το απόλυτο σοκ. Οι ανώτατοι αξιωματικοί, που σχεδίαζαν τη δική τους επέμβαση με το Παλάτι, βρέθηκαν με ένα πιστόλι στο κρόταφο από τους υφισταμένους τους. Ο Παπαδόπουλος τους είπε ψυχρά: "Εμείς σώζουμε την πατρίδα τώρα, εσείς αργήσατε".»

Την ίδια ώρα που καταλαμβανόταν το Πεντάγωνο, ο Στυλιανός Παττακός, επικεφαλής των τεθωρακισμένων από το Γουδή, έβγαζε τα τανκς στους δρόμους της Αθήνας.
​Κατέλαβαν στρατηγικά σημεία: τη Βουλή, τα τηλεφωνικά κέντρα (ΟΤΕ), το Ραδιόφωνο (ΕΪΡ) και τα αεροδρόμια.
​Ταυτόχρονες Συλλήψεις: Ειδικά αποσπάσματα συνελάμβαναν στα σπίτια τους τον Πρωθυπουργό Παναγιώτη Κανελλόπουλο, τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον Ανδρέα Παπανδρέου και εκατοντάδες στελέχη της Αριστεράς και του Κέντρου.
​Η Εισβολή στο Τατόι
​Γύρω στις 5:30 το πρωί, τανκς και στρατιώτες περικυκλώνουν τα θερινά ανάκτορα στο Τατόι. Οι τηλεφωνικές γραμμές είναι κομμένες. Ο Κωνσταντίνος ξυπνάει από τον θόρυβο των ερπυστριών. Λίγο αργότερα, οι τρεις αρχηγοί της «Μικρής Χούντας» —Παπαδόπουλος, Παττακός, Μακαρέζος— ζητούν να τον δουν.

Η Μαρτυρία του Κωνσταντίνου (Από τις μετέπειτα αφηγήσεις του):
​«Τους είδα μπροστά μου. Ήταν ντυμένοι με τις στολές εκστρατείας, οπλισμένοι και με μια αυθάδεια που δεν είχα ξαναδεί σε αξιωματικούς. Μου είπαν ότι "ο στρατός ανέλαβε τη διακυβέρνηση για να σώσει την πατρίδα από τον κομμουνισμό". Τους ρώτησα με ποιο δικαίωμα και ο Παπαδόπουλος μου απάντησε ψυχρά ότι έχουν τον έλεγχο όλων των μονάδων. Ένιωσα απόλυτη μοναξιά. Οι Στρατηγοί μου ήταν ήδη αιχμάλωτοι ή είχαν προσχωρήσει.»

Ο Κωνσταντίνος είχε δύο επιλογές:
​Να αρνηθεί να υπογράψει το διάταγμα, ρισκάροντας τη ζωή του ή την άμεση έκπτωσή του, καλώντας τον λαό σε αντίσταση.
​Να υπογράψει για να «παραμείνει στο παιχνίδι», ελπίζοντας ότι θα τους ελέγξει αργότερα (το περίφημο «αντιπραξικόπημα» που επιχείρησε αποτυχημένα 8 μήνες μετά).

​Επέλεξε το δεύτερο. Υπέγραψε τον διορισμό της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Κόλλια (ενός εισαγγελέα-μαριονέτα), νομιμοποιώντας ουσιαστικά τους πραξικοπηματίες.

Για να δείξουν στον κόσμο και στο εξωτερικό ότι ο Βασιλιάς είναι μαζί τους, οι Συνταγματάρχες απαίτησαν μια επίσημη φωτογραφία της νέας κυβέρνησης. Ο Κωνσταντίνος δέχτηκε, αλλά απαίτησε να είναι σκυθρωπός για να δείξει τη δυσαρέσκειά του.

Η «Επανάσταση των Ταγματαρχών» (1958-1967)

​Ο Παπαδόπουλος, ο Μακαρέζος και ο Παττακός δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά το '67. Είχαν συγκροτήσει μια μυστική ομάδα ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '50. Ήταν αξιωματικοί που ένιωθαν περιφρονημένοι από τους «σαλονάτους» Στρατηγούς της Αθήνας. Ενώ οι Στρατηγοί έπιναν τσάι με τη Φρειδερίκη, οι Συνταγματάρχες έλεγχαν τα νευραλγικά πόστα: τις διαβιβάσεις, τα τεθωρακισμένα και την ΚΥΠ.

Το μεγαλύτερο κόλπο τους ήταν η γραφειοκρατία. Το Γενικό Επιτελείο είχε έτοιμο το σχέδιο «Προμηθεύς» για την περίπτωση κομμουνιστικής εξέγερσης. Οι Συνταγματάρχες απλώς πήραν το σχέδιο, άλλαξαν την ημερομηνία και το εφάρμοσαν χωρίς να ρωτήσουν κανέναν. Όταν οι μονάδες έλαβαν τη διαταγή, νόμιζαν ότι η εντολή ερχόταν από τον ίδιο τον Βασιλιά.

Ο Ρόλος της ΚΥΠ και της CIA

​Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ήταν ο σύνδεσμος της ελληνικής ΚΥΠ με τη CIA. Είχε εκπαιδευτεί από Αμερικανούς και γνώριζε ακριβώς πώς να στήσει έναν μηχανισμό ψυχολογικού πολέμου. Το παρασκήνιο λέει ότι οι Αμερικανοί ήξεραν ότι «κάτι ψήνεται», αλλά περίμεναν το πραξικόπημα των Στρατηγών. Όταν οι Συνταγματάρχες τους πρόλαβαν, οι ΗΠΑ βρέθηκαν μπροστά σε ένα τετελεσμένο γεγονός που τους βόλευε: η Ελλάδα παρέμενε στο ΝΑΤΟ και ο «κίνδυνος» του Ανδρέα Παπανδρέου είχε εξουδετερωθεί.

Μαρτυρία του Στυλιανού Παττακού (Από την πλευρά των πραξικοπηματιών):
​«Είχαμε πάρει την απόφασή μας μήνες πριν. Οι πολιτικοί τσακώνονταν, ο Βασιλιάς δίσταζε, και η χώρα πήγαινε στον γκρεμό. Το βράδυ της 20ης Απριλίου, όταν μαζευτήκαμε, είπαμε: "Ή τώρα ή ποτέ". Δεν φοβόμασταν τους Στρατηγούς. Ξέραμε ότι μόλις δουν τα τανκς μπροστά στα γραφεία τους, θα υπογράψουν τα πάντα. Έτσι κι έγινε.»

Μαρτυρία του Σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα, Τζακ Μόρι (Jack Maury):
​«Μας έπιασαν στον ύπνο. Περιμέναμε τους Στρατηγούς, τους ανθρώπους με τα παράσημα και τις διασυνδέσεις. Ξαφνικά, βλέπουμε κάτι τύπους που δεν τους ήξερε κανείς να ελέγχουν τα πάντα μέσα σε δύο ώρες. Ήταν μια επιχείρηση χειρουργικής ακρίβειας. Το Παλάτι έψαχνε να βρει ποιος έδωσε τη διαταγή και η διαταγή είχε δοθεί από ένα υπόγειο στο Γουδή.»

Μαρτυρία του Γεωργίου Ράλλη (Υπουργού της κυβέρνησης Κανελλόπουλου):
​«Προσπάθησα να επικοινωνήσω με τις μονάδες στην επαρχία για να στείλω στρατό να καταστείλει το πραξικόπημα στην Αθήνα. Ήταν αδύνατο. Οι διαβιβάσεις είχαν κοπεί. Οι Συνταγματάρχες είχαν προβλέψει τα πάντα. Όταν κατάφερα να μιλήσω με έναν στρατηγό, μου είπε: "Κύριε Υπουργέ, μου δείχνουν μια διαταγή με την υπογραφή του Βασιλιά. Τι θέλετε να κάνω;". Εκεί κατάλαβα ότι όλα είχαν τελειώσει.»

​Μαρτυρία της Ελένης Βλάχου:
​«Όταν είδαμε τη φωτογραφία στις εφημερίδες, το σοκ ήταν ανείπωτο. Ο Βασιλιάς ανάμεσα στους πραξικοπηματίες. Μπορεί το πρόσωπό του να ήταν κατεβασμένο, αλλά η υπογραφή του ήταν εκεί. Για τον απλό πολίτη, η δημοκρατία είχε παραδοθεί από τον ίδιο τον εγγυητή της. Εκείνη τη μέρα, ο Κωνσταντίνος έχασε τον θρόνο του, ακόμα κι αν έμεινε στο παλάτι για λίγους μήνες ακόμα.»

Το πρωινό της 21ης Απριλίου 1967 ήταν η στιγμή που η Αθήνα ξύπνησε σε μια απόκοσμη ησυχία, που διακοπτόταν μόνο από τον μεταλλικό ήχο των ερπυστριών και τα στρατιωτικά εμβατήρια που έπαιζαν στο ραδιόφωνο.

Οι Έλληνες ξύπνησαν για να πάνε στις δουλειές τους, αλλά βρήκαν μια πόλη που δεν αναγνώριζαν. Τα τανκς ήταν σταθμευμένα στο Σύνταγμα, έξω από τη Βουλή και στις μεγάλες διασταυρώσεις, με τις κάννες τους στραμμένες προς τα δημόσια κτίρια.

Στις 6:30 το πρωί, ο ραδιοφωνικός σταθμός των Ενόπλων Δυνάμεων διέκοψε τα εμβατήρια για να μεταδώσει το πρώτο ανακοινωθέν. Ήταν η πρώτη φορά που ο λαός άκουγε τη φωνή της Χούντας:
​«Λόγω της δημιουργηθείσης κρισίμου καταστάσεως, ο Στρατός ανέλαβε την διακυβέρνησιν της χώρας...»
​Αμέσως μετά, αναγνώστηκε το Βασιλικό Διάταγμα (που ο Κωνσταντίνος είχε υπογράψει) το οποίο ανέστελλε τις βασικές ελευθερίες του πολίτη: απαγόρευση συγκεντρώσεων, λογοκρισία στον τύπο, συλλήψεις χωρίς ένταλμα.

Μαρτυρία από το «Ξύπνημα» της Αθήνας:
​«Ανοίξαμε τα παράθυρα και είδαμε στρατιώτες με προτεταμένα όπλα σε κάθε γωνία. Το ραδιόφωνο έπαιζε εμβατήρια που μας θύμιζαν τον πόλεμο. Η πιο τρομακτική στιγμή ήταν όταν καταλάβαμε ότι τα τηλέφωνα ήταν νεκρά. Ήμασταν απομονωμένοι μέσα στα ίδια μας τα σπίτια. Ο κόσμος στεκόταν στις ουρές των φούρνων βουβός, αποφεύγοντας να κοιτάξει ο ένας τον άλλον στα μάτια. Υπήρχε ένας διάχυτος φόβος, μια αίσθηση ότι η Ελλάδα που ξέραμε είχε τελειώσει μέσα στη νύχτα.»

​Η «Πρώτη Ημέρα» στο Γουδή και τον Ιππόδρομο
​Ενώ η Αθήνα προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβη, χιλιάδες πολίτες —από πολιτικούς αρχηγούς μέχρι απλούς δημοκρατικούς πολίτες— οδηγούνταν ήδη σε κέντρα κράτησης, όπως ο Ιππόδρομος στο Φάληρο και το στρατόπεδο στο Γουδή. Η επιχείρηση ήταν τόσο γρήγορη, που πολλοί συλληφθέντες φορούσαν ακόμα τις πιτζάμες τους.

​«Μας έφεραν στο Φάληρο με τα τζιπ, πολλούς με τις πιτζάμες. Στον Ιππόδρομο επικρατούσε χάος. Χιλιάδες κόσμος, ζέστη, ελάχιστο νερό και γύρω-γύρω φαντάροι με τα όπλα στραμμένα πάνω μας. Βλέπαμε ανθρώπους των γραμμάτων, εργάτες, γέροντες που είχαν φάει τη ζωή τους στις εξορίες, να κάθονται στο χώμα. Το πιο σκληρό ήταν η σιωπή. Καταλαβαίναμε ότι αυτή τη φορά ο "γύψος" θα κρατούσε χρόνια.»

​«Όταν ήρθαν να με πάρουν, δεν ρώτησα γιατί. Ήξερα. Στον Ιππόδρομο, μέσα στη σκόνη και την ταπείνωση, ο Ρίτσος άρχισε να γράφει κρυφά πάνω σε πακέτα τσιγάρων. Η Αριστερά για άλλη μια φορά γινόταν ο σάκος του μποξ για να στηθεί ένα καθεστώς που δεν είχε λαϊκό έρεισμα.» Γιάννης Ρίτσος 

​Παρά την εμπειρία δεκαετιών σε διώξεις και εξορίες, η ηγεσία της Αριστεράς (ΕΔΑ) αιφνιδιάστηκε πλήρως. Είχαν την ψευδαίσθηση ότι το Παλάτι θα πήγαινε σε εκλογές.
​Τα στελέχη συνελήφθησαν στα σπίτια τους πριν προλάβουν να αντιδράσουν ή να κρυφτούν.
​Μέσα σε λίγες ώρες, χιλιάδες άνθρωποι στοιβάχτηκαν σε φορτηγά.

Γυάρος και Λέρος: Πολύ γρήγορα ξεκίνησαν οι εκτοπισμοί στα ξερονήσια, αναβιώνοντας τις μαύρες μνήμες του Εμφυλίου και της Μακρονήσου.

​Η Χούντα ισχυρίστηκε ότι βρήκε «φορτηγά με όπλα» και έγγραφα που αποδείκνυαν ότι οι κομμουνιστές ετοίμαζαν επανάσταση για την ημέρα που θα ερχόταν ο Γεώργιος Παπανδρέου στη Θεσσαλονίκη.
​Δεν βρέθηκε ποτέ κανένα όπλο. Τα περιβόητα «φορτηγά» ήταν μια κατασκευασμένη είδηση της ΚΥΠ και του Παπαδόπουλου για να δικαιολογήσουν το πραξικόπημα διεθνώς.

Η Χούντα απέλυσε όλους τους εκλεγμένους δημάρχους και κοινοτάρχες, αντικαθιστώντας τους με διορισμένους «εθνικόφρονες» ή απόστρατους.

Ο Παπαδόπουλος ήθελε να ελέγξει όχι μόνο το σώμα, αλλά και το πνεύμα των Ελλήνων.

​Η Απαγόρευση του Μίκη Θεοδωράκη: Με την περιβόητη «Στρατιωτική Διάταξη υπ' αριθ. 13», απαγορεύτηκε η μετάδοση, η πώληση, ακόμα και η ακρόαση της μουσικής του Μίκη. Το να έχεις δίσκο του στο σπίτι σου ήταν λόγος φυλάκισης.
​Λογοκρισία: Οι εφημερίδες κυκλοφορούσαν με «λευκά» σημεία. Ο τύπος έπρεπε να υμνεί την «Επανάσταση» καθημερινά.

Η στάση των ΗΠΑ 

Μόλις πέρασαν οι πρώτες ώρες, το ερώτημα στην Ουάσινγκτον άλλαξε. Από το «ποιοι είναι αυτοί;» πήγαν στο «είναι μαζί μας;».
​Η απάντηση ήταν «Ναι»: Οι πραξικοπηματίες ήταν φανατικοί αντικομμουνιστές και υποσχέθηκαν απόλυτη πίστη στο ΝΑΤΟ.
​Για τις ΗΠΑ, η Χούντα ήταν το «μικρότερο κακό» μπροστά στην πιθανότητα νίκης του Ανδρέα Παπανδρέου, τον οποίο θεωρούσαν επικίνδυνα ριζοσπάστη και αντι-αμερικανό.

​Ο τότε Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα, Φίλιπ Τάλμποτ, ήταν αρχικά σκεπτικός, αλλά οι πιέσεις από το Πεντάγωνο και τη CIA τον ανάγκασαν να συμβιβαστεί.
​«Ήταν ένας βιασμός της δημοκρατίας. Αλλά η πρώτη μας προτεραιότητα ήταν η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Δεν μπορούσαμε να ρισκάρουμε μια εμφύλια σύρραξη στην Ελλάδα ή μια στροφή προς την ουδετερότητα. Η Χούντα μας έδινε σταθερότητα, έστω και με το όπλο στο κρόταφο.»

​Η Μαρτυρία του Ανδρέα Παπανδρέου (Μέσα από τη φυλακή):
​«Όταν είδα τα αμερικανικής κατασκευής τανκς στους δρόμους, κατάλαβα ότι η τύχη μου είχε σφραγιστεί στην Ουάσινγκτον. Η CIA μπορεί να μην πάτησε τη σκανδάλη, αλλά είχε οπλίσει το όπλο. Για τους Αμερικανούς, η Ελλάδα ήταν απλώς μια βάση στο χάρτη, όχι μια χώρα με δικαίωμα στη δημοκρατία.»

​Η Μαρτυρία του πράκτορα της CIA, Τζέιμς Πίτμαν:
​«Υπήρχε μια αμηχανία στην αρχή. Αλλά ο Παπαδόπουλος ήταν "δικό μας παιδί", είχε δουλέψει μαζί μας χρόνια στην ΚΥΠ. Ξέραμε ότι μαζί του οι βάσεις μας ήταν ασφαλείς. Η επίσημη γραμμή ήταν "λυπούμαστε για τη δημοκρατία, αλλά χαιρόμαστε για την τάξη".»

​Η στάση των ΗΠΑ παρέμεινε διπρόσωπη σε όλη την επταετία:
​Επίσημα: Εξέφραζαν τη δυσαρέσκειά τους και επέβαλαν ένα τυπικό (και σύντομο) εμπάργκο όπλων.
​Ανεπίσημα: Η στρατιωτική και οικονομική βοήθεια συνεχιζόταν, καθώς η Ελλάδα ήταν απαραίτητη για τον έλεγχο της Μεσογείου και τις επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή.

Η Διπλωματική Απομόνωση και το Συμβούλιο της Ευρώπης

​Ενώ οι ΗΠΑ τηρούσαν στάση αναμονής, οι σκανδιναβικές χώρες και η Ολλανδία ξεκίνησαν μια εκστρατεία για την αποβολή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης λόγω καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Ελλάδα έγινε το «μαύρο πρόβατο» της ηπείρου.

Η Κρίση στην Κύπρο (Νοέμβριος 1967) - Το πρώτο πλήγμα

Η Χούντα έκανε το πρώτο της μεγάλο εθνικό λάθος. Μετά από επεισόδια στην Κοφίνου, η Τουρκία απείλησε με εισβολή.
​Οι Συνταγματάρχες, υπό πίεση, δέχτηκαν να αποσύρουν την Ελληνική Μεραρχία από την Κύπρο (που είχε στείλει ο Γ. Παπανδρέου το '64).
​Αυτό άφησε την Κύπρο στρατιωτικά ακάλυπτη, προετοιμάζοντας το έδαφος για την τραγωδία του '74. Ο Βασιλιάς εξοργίστηκε με αυτή την υποχώρηση, θεωρώντας τη Χούντα «εθνικά επικίνδυνη».

Το Παρασκήνιο του Αντιπραξικοπήματος

​Ο Κωνσταντίνος, απομονωμένος στο Τατόι, άρχισε να επικοινωνεί κρυφά με αξιωματικούς της Αεροπορίας και του Ναυτικού, καθώς και με στρατηγούς στη Βόρεια Ελλάδα (Γ' Σώμα Στρατού).
​Το Σχέδιο: Ο Βασιλιάς θα μετέβαινε στη Λάρισα ή την Καβάλα, θα κήρυττε δική του κυβέρνηση και ο στρατός της Βόρειας Ελλάδας θα κατέβαινε στην Αθήνα για να συλλάβει τους Συνταγματάρχες.
​Η Μοιραία Αυταπάτη: Ο Κωνσταντίνος πίστευε ότι οι αξιωματικοί θα υπάκουαν στον «Όρκο τους στον Βασιλιά». Δεν κατάλαβε ότι ο Παπαδόπουλος είχε ήδη τοποθετήσει δικούς του ανθρώπους (ταγματάρχες και συνταγματάρχες) σε καίριες θέσεις κάτω από τους στρατηγούς.

Μαρτυρία από το Παλάτι (Φθινόπωρο 1967):
​«Ο Βασιλιάς κυκλοφορούσε στους κήπους του Τατοΐου και ένιωθε ότι τον παρακολουθούν ακόμα και τα δέντρα. Οι τηλεφωνικές γραμμές ήταν παγιδευμένες. Όταν συναντούσε έμπιστους αξιωματικούς, μιλούσαν ψιθυριστά ή με σημειώματα. Έλεγε συνέχεια: "Πρέπει να καθαρίσουμε την κατάσταση πριν γίνουν κράτος". Αλλά ήταν πολύ νέος και πολύ βιαστικός απέναντι σε ανθρώπους που έκαναν συνωμοσίες για δέκα χρόνια.»

Ο Κωνσταντίνος πίστευε ότι η αίγλη του Στέμματος θα ήταν αρκετή για να καταρρεύσει η Χούντα σαν χάρτινος πύργος. Η πραγματικότητα όμως ήταν πολύ πιο σκληρή.

Η Πτήση προς τον Βορρά

​Τα ξημερώματα της 13ης Δεκεμβρίου 1967, ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος, η Βασίλισσα Άννα-Μαρία, τα παιδιά τους, η Βασιλομήτωρ Φρειδερίκη και ο Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Κόλλιας επιβιβάζονται σε ένα αεροσκάφος με προορισμό την Καβάλα.
​Το Σκεπτικό: Η Βόρεια Ελλάδα θεωρούνταν παραδοσιακά «βασιλική». Ο Κωνσταντίνος ήλπιζε ότι από εκεί θα εξέδιδε διάγγελμα, ο λαός θα ξεσηκωνόταν και οι μονάδες του Γ' Σώματος Στρατού θα βάδιζαν προς την Αθήνα.

Το Διάγγελμα που δεν ακούστηκε ποτέ

​Μόλις έφτασε στην Καβάλα, ο Βασιλιάς ηχογράφησε ένα διάγγελμα καλώντας τον λαό να συνταχθεί μαζί του για να αποκατασταθεί η δημοκρατική τάξη.
​Η Αποτυχία: Η Χούντα στην Αθήνα είχε ήδη κόψει τις επικοινωνίες. Το διάγγελμα μεταδόθηκε μόνο από έναν τοπικό σταθμό χαμηλής εμβέλειας στη Λάρισα. Η υπόλοιπη Ελλάδα άκουγε μόνο στρατιωτικά εμβατήρια. Οι πολίτες παρέμειναν στα σπίτια τους, μπερδεμένοι και φοβισμένοι.

Η Προδοσία των «Μικρών»

​Ενώ οι Στρατηγοί και οι Αντιπτέραρχοι δήλωσαν πίστη στον Βασιλιά, οι υφιστάμενοί τους (ταγματάρχες και λοχαγοί) είχαν ήδη μυηθεί στη Χούντα.
​Όταν οι Στρατηγοί έδωσαν εντολή για κίνηση των μονάδων προς την Αθήνα, οι κατώτεροι αξιωματικοί τους συνέλαβαν μέσα στα γραφεία τους!
​Το Ναυτικό και η Αεροπορία έμειναν πιστά στον Βασιλιά, αλλά χωρίς την υποστήριξη του Στρατού Ξηράς, ήταν αδύνατο να επικρατήσουν.

Η Μαρτυρία του Βασιλιά (από το αεροπλάνο της φυγής):
​«Πετούσαμε πάνω από τη Θεσσαλονίκη και έβλεπα τα φώτα της πόλης. Περίμενα να δω κίνηση, να δω τον στρατό να βγαίνει. Δεν γινόταν τίποτα. Τότε κατάλαβα ότι είχαμε χάσει. Η Χούντα είχε απλώσει τα δίχτυα της παντού. Στις 2 το πρωί, με τα καύσιμα να τελειώνουν, πήρα την απόφαση να κατευθυνθούμε προς τη Ρώμη. Ήταν η πιο πικρή στιγμή της ζωής μου.»

Η Επόμενη Μέρα: «Ο Βασιλιάς δραπέτευσε»

​Το πρωί της 14ης Δεκεμβρίου, ο Παπαδόπουλος εμφανίστηκε θριαμβευτής στην τηλεόραση. Χαρακτήρισε τον Κωνσταντίνο «φυγάδα» και «συνωμότη».
​Η Χούντα όρισε αμέσως τον Αντιστράτηγο Γεώργιο Ζωιτάκη ως Αντιβασιλέα.
​Η Ελλάδα είχε πλέον Βασιλεία μόνο «στα χαρτιά». Ο Κωνσταντίνος δεν θα επέστρεφε ποτέ ξανά ως βασιλιάς.

Μαρτυρία από την Καβάλα (Αυτόπτης μάρτυρας):
​«Θυμάμαι τον Βασιλιά στην πλατεία της Καβάλας. Έμοιαζε χαμένος. Ο κόσμος τον χειροκροτούσε, αλλά ήταν ένα χειροκρότημα αμήχανο. Δεν υπήρχε όπλο, δεν υπήρχε σχέδιο. Ήταν μια παρέλαση χωρίς στρατό. Όταν μάθαμε ότι έφυγε για την Ιταλία, νιώσαμε ότι η τελευταία ελπίδα για μια "εύκολη" ανατροπή της Χούντας χάθηκε. Από εκείνη τη μέρα, ο Παπαδόπουλος έγινε παντοδύναμος.»

Ο λαός, μετά την Αποστασία του '65, δεν έτρεφε πια εμπιστοσύνη στον Κωνσταντίνο για να ρισκάρει τη ζωή του για χάρη του.

Μετά την αποτυχία του Αντιπραξικοπήματος, η Χούντα έβγαλε τα «γάντια». Ο Παπαδόπουλος δεν είχε πλέον κανέναν να του δίνει αναφορά. Η περίοδος 1968-1972 χαρακτηρίζεται από την απόλυτη εδραίωση του φόβου, με όργανο επιβολής τη Στρατιωτική Αστυνομία (ΕΣΑ).

Το «Κράτος» της ΕΣΑ

​Η ΕΣΑ μετατράπηκε σε έναν παρακρατικό μηχανισμό που βρισκόταν πάνω από τον νόμο. Υπό τη διοίκηση του Δημητρίου Ιωαννίδη, η ΕΣΑ δεν έλεγχε μόνο το στράτευμα, αλλά κάθε πολίτη.
​Το κτίριο του ΕΑΤ-ΕΣΑ: Στο πάρκο Ελευθερίας (κοντά στην αμερικανική πρεσβεία), τα ουρλιαχτά των βασανισμένων ακούγονταν μέχρι τον δρόμο.
​Οι Μέθοδοι: Η περιβόητη «φάλαγγα» (χτυπήματα με ράβδους στα πέλματα), η απομόνωση σε κελιά-φέρετρα, τα ηλεκτροσόκ και η εικονική εκτέλεση.

​Ο Ταγματάρχης Σπύρος Μουστακαλής βασανίστηκε άγρια στο ΕΑΤ-ΕΣΑ για 47 ημέρες. 
​«Τον χτυπούσαν αλύπητα για να προδώσει τους συναδέλφους του που σχεδίαζαν αντίσταση. Από τα βασανιστήρια υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο. Έμεινε παράλυτος και έχασε την ομιλία του για το υπόλοιπο της ζωής του. Η εικόνα του Μουστακλή μετά τη Μεταπολίτευση, να προσπαθεί να μιλήσει και να μην μπορεί, ήταν η πιο ζωντανή απόδειξη της θηριωδίας των Συνταγματαρχών.»

​Ο Παναγούλης προσπάθησε να ανατινάξει το αυτοκίνητο του Παπαδόπουλου στον δρόμο προς το Σούνιο. Η βόμβα δεν εξερράγη έγκαιρα.
​Η Σύλληψη: Βασανίστηκε με μεσαιωνικές μεθόδους (κάψιμο με τσιγάρα, σιδερένιες βέργες).
​Η Μαρτυρία του Παναγούλη:
​«Όταν με ρωτούσαν ποιοι ήταν οι συνεργάτες μου, τους απαντούσα: "Όλος ο ελληνικός λαός". Με χτυπούσαν μέχρι να λιποθυμήσω και μετά με επανέφεραν με νερό για να συνεχίσουν. Δεν ήθελα να με λυπηθούν. Ήθελα να τους δείξω ότι η ψυχή δεν μπαίνει σε γύψο.»

Η Κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου (Νοέμβριος 1968)

​Η κηδεία του «Γέρου της Δημοκρατίας» μετατράπηκε στην πρώτη μαζική αντιδικτατορική διαδήλωση.
​300.000 άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους της Αθήνας φωνάζοντας «Σήκω Γέρο να μας δεις» και «Δημοκρατία».
​Ήταν η πρώτη φορά που η Χούντα κατάλαβε ότι η σιωπή του λαού δεν ήταν συναίνεση, αλλά φόβος που άρχιζε να σπάει.

​Ο Κοροβέσης κατέγραψε τα βασανιστήρια που υπέστη, κάνοντας το θέμα διεθνές.
​«Ο βασανιστής δεν είναι ένα τέρας. Είναι ένας κανονικός άνθρωπος που εκτελεί εντολές. Σου λέει "μίλα να τελειώνουμε, έχω να πάω στο σπίτι μου". Αυτή η κοινοτοπία του κακού ήταν το πιο τρομακτικό. Σε βασάνιζαν με βάρδιες, σαν να ήταν μια οποιαδήποτε δουλειά γραφείου.»

​Ενώ στα υπόγεια της ΕΣΑ γίνονταν βασανιστήρια, στην επιφάνεια η Χούντα πουλούσε:
​Τουρισμό: «Welcome to Greece», ο Παττακός με το μυστρί να εγκαινιάζει δρόμους.
​Ποδόσφαιρο: Η πορεία του Παναθηναϊκού στο Γουέμπλεϊ (1971) χρησιμοποιήθηκε από το καθεστώς για να δείξει ότι η Ελλάδα «μεγαλουργεί».
​Οικονομία: Το σύνθημα «Κάθε Έλληνας και το δικό του σπίτι» (μέσω των δανείων για αντιπαροχή).

Η οικονομική πολιτική των Συνταγματαρχών βασίστηκε σε τρεις πυλώνες:
​1. Το Δόγμα της «Αντιπαροχής» και το Τσιμέντο
​Η Χούντα ήθελε να δημιουργήσει μια αίσθηση πλούτου γρήγορα.
​Αλόγιστη δόμηση: Δόθηκαν μαζικά δάνεια για την ανέγερση πολυκατοικιών. Είναι η εποχή που η Αθήνα έχασε τα νεοκλασικά της και γέμισε τσιμέντο.
​Εργολαβίες: Στα δημόσια έργα κυριαρχούσαν οι «ημέτεροι». Ο Παττακός με το μυστρί στο χέρι έγινε το σύμβολο μιας ανάπτυξης που βασιζόταν στην καταστροφή του περιβάλλοντος και της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Ο Τουρισμός και τα «Θαλασσοδάνεια»
​Για να φέρουν συνάλλαγμα, οι Συνταγματάρχες άνοιξαν τις πόρτες σε ξένους επενδυτές και μεγαλοξενοδόχους.
​Σκάνδαλα: Δάνεια δίνονταν χωρίς εγγυήσεις σε υποστηρικτές του καθεστώτος. Πολλά από τα ξενοδοχεία που ξεκίνησαν τότε δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, αλλά τα χρήματα «φαγώθηκαν».

​Το «Τάμα του Έθνους»: Το πιο εμβληματικό οικονομικό σκάνδαλο. Συγκεντρώθηκαν τεράστια ποσά (από εισφορές και δάνεια) για να χτιστεί ένας μεγαλοπρεπής ναός στα Τουρκοβούνια. Ο ναός δεν χτίστηκε ποτέ και τα κεφάλαια εξαφανίστηκαν σε προσωπικούς λογαριασμούς.

Η Στροφή προς τους Εφοπλιστές και τις Πολυεθνικές

​Η Χούντα χρειαζόταν διεθνή στήριξη.
​Προσέφερε προκλητικές φοροαπαλλαγές στους εφοπλιστές (Ωνάσης, Νιάρχος) και σε αμερικανικές εταιρείες όπως η Esso Pappas.
​Η συμφωνία με τον Ωνάση: Το περιβόητο σχέδιο «Ωμέγα» για διυλιστήρια και βιομηχανίες, που τελικά κατέληξε σε ένα φιάσκο ανταγωνισμού μεταξύ των μεγαλοσχημόνων της εποχής.

​«Ναι, δουλειές υπήρχαν στην οικοδομή, αλλά οι μισθοί ήταν καθηλωμένοι. Η Χούντα είχε απαγορεύσει τις απεργίες και τα ελεύθερα συνδικάτα. Αν παραπονιόσουν για το μεροκάματο, σε έλεγαν κομμουνιστή και σε έστελναν στην Ασφάλεια. Ήταν μια ανάπτυξη που την πλήρωσαν οι εργάτες με τη σιωπή τους και το κράτος με χρέη που φάνηκαν μετά το '74.»

Ενώ η Χούντα παρέλαβε μια οικονομία με πληθωρισμό γύρω στο 2%, την παρέδωσε το 1974 με πληθωρισμό κοντά στο 30%. Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 αποκάλυψε ότι το «οικονομικό θαύμα» ήταν μια φούσκα βασισμένη στην κατανάλωση και τον εξωτερικό δανεισμό. Το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε, υποθηκεύοντας τις επόμενες γενιές.

Το Κίνημα του Ναυτικού (Μάιος 1973)

Ήταν η πιο σοβαρή και οργανωμένη προσπάθεια ανατροπής της Χούντας «εκ των έσω». Δεν ήταν μια εξέγερση φοιτητών, αλλά μια ανταρσία των ίδιων των αξιωματικών που το καθεστώς θεωρούσε «δικούς του».

Από το 1969, μια ομάδα αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού (με επικεφαλής τους Νίκο Παππά, Ιωάννη Σταθόπουλο και άλλους) σχεδίαζε κρυφά την ανατροπή. Το Ναυτικό, με τη δημοκρατική του παράδοση, δεν αποδέχτηκε ποτέ πλήρως τους Συνταγματάρχες του Στρατού Ξηράς.
​Το Σχέδιο: Ο στόλος θα απέπλεε από τον Ναύσταθμο, θα καταλάμβανε τη Σύρο και την Κρήτη, και θα επέβαλλε αποκλεισμό στην Αθήνα, απαιτώντας την παράδοση της Χούντας και την επάνοδο των πολιτικών.

​Το Κίνημα είχε οριστεί για τις 23 Μαΐου 1973. Όμως, η ΕΣΑ του Ιωαννίδη είχε διεισδύσει παντού. Λίγες ώρες πριν τον απόπλου, οι περισσότεροι αξιωματικοί συνελήφθησαν στα σπίτια τους ή στα πλοία.
​Η Χούντα πίστεψε ότι ξεμπέρδεψε. Όμως, ένα πλοίο δεν είχε πει την τελευταία του λέξη.

Το αντιτορπιλικό «Βέλος», με κυβερνήτη τον Νίκο Παππά, συμμετείχε σε άσκηση του ΝΑΤΟ στα ανοιχτά της Σαρδηνίας. Όταν ο Παππάς έμαθε για τις συλλήψεις των συναδέλφων του στην Αθήνα, πήρε μια ιστορική απόφαση.
​Αποχώρησε από την άσκηση και κατέπλευσε στο Φιουμιτσίνο της Ιταλίας.
​Ζήτησε πολιτικό άσυλο για τον ίδιο και το πλήρωμά του, καταγγέλλοντας τη Χούντα διεθνώς.

Η Μαρτυρία του Νίκου Παππά:
​«Δεν ήμασταν πραξικοπηματίες. Ήμασταν αξιωματικοί που τιμούσαν τον όρκο τους στο Σύνταγμα. Όταν έμαθα ότι βασανίζουν τους συναδέλφους μου στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, κατάλαβα ότι η παραμονή μας στην άσκηση του ΝΑΤΟ ήταν υποκρισία. Έπρεπε να δείξουμε στον κόσμο ότι ο ελληνικός στρατός δεν είναι μια μάζα οπαδών του Παπαδόπουλου. Το "Βέλος" έγινε η φωνή της ελεύθερης Ελλάδας στην Ευρώπη.»

​Η Χούντα εξοργίστηκε. Επειδή το Κίνημα έγινε στο όνομα της νομιμότητας και του Βασιλιά (που ήταν στη Ρώμη), ο Παπαδόπουλος αποφάσισε να τελειώνει με το παρελθόν:
​1 Ιουνίου 1973: Κατήργησε τη Βασιλεία και ανακήρυξε την Ελλάδα «Προεδρική Κοινοβουλευτική Δημοκρατία», με τον ίδιο ως Πρόεδρο.
​Το Δημοψήφισμα: Οργάνωσε ένα νόθο δημοψήφισμα (με το «Ναι» και το «Όχι» να ελέγχονται πλήρως) για να επικυρώσει τη νέα κατάσταση.

Μαρτυρία από τα κρατητήρια της ΕΣΑ:
​«Μετά το Κίνημα του Ναυτικού, η μανία τους ξεπέρασε κάθε όριο. Βασάνιζαν ναυάρχους και κυβερνήτες πλοίων σαν να ήταν κοινοί εγκληματίες. Τους έλεγαν "εσείς οι αριστοκράτες θέλατε να μας ρίξετε;". Αλλά η ζημιά είχε γίνει. Η εικόνα του "Βέλους" στην Ιταλία είχε ραγίσει τη διεθνή εικόνα της Χούντας οριστικά.»

Το «Πείραμα» Μαρκεζίνη (Οκτώβριος 1973)

​Ο Παπαδόπουλος, βλέποντας ότι απομονώνεται, προσπαθεί να κάνει μια ελεγχόμενη «φιλελευθεροποίηση».
​Διορίζει πρωθυπουργό έναν παλιό πολιτικό, τον Σπύρο Μαρκεζίνη.
​Υπόσχεται εκλογές για το 1974.
​Ο Στόχος: Να μετατραπεί η δικτατορία σε ένα καθεστώς τύπου Τουρκίας, όπου ο στρατός (και ο ίδιος ως Πρόεδρος) θα έχει τον τελευταίο λόγο, αλλά θα υπάρχει μια βιτρίνα δημοκρατίας.

Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου (14-17 Νοεμβρίου 1973)

​Η νεολαία δεν πείθεται από το πείραμα Παπαδόπουλου-Μαρκεζίνη. Η κατάληψη του Πολυτεχνείου ξεκινά ως φοιτητική διαμαρτυρία και μετατρέπεται σε λαϊκή εξέγερση.
​Το σύνθημα: «Ψωμί - Παιδεία - Ελευθερία».
​Η Καταστολή: Τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου, το τανκ γκρεμίζει την πύλη. Ο αριθμός των νεκρών (εκτός και εντός Πολυτεχνείου) σπάει οριστικά κάθε δεσμό του καθεστώτος με τον λαό.

Το Πραξικόπημα του Ιωαννίδη (25 Νοεμβρίου 1973)

Ο Δημήτριος Ιωαννίδης (ο «αόρατος δικτάτωρ», αρχηγός της ΕΣΑ), χρησιμοποιεί την αναταραχή του Πολυτεχνείου ως πρόσχημα.
​Ανατρέπει τον Παπαδόπουλο και τον Μαρκεζίνη.
​Ισχυρίζεται ότι ο Παπαδόπουλος «πρόδωσε την Επανάσταση» προσπαθώντας να δώσει εξουσία στους πολιτικούς.
​Η Νέα Φάση: Η Ελλάδα μπαίνει στην πιο σκληρή της φάση. Ο Ιωαννίδης κυβερνά από το παρασκήνιο, επαναφέρει τις εξορίες και την απόλυτη τρομοκρατία.

Το Πραξικόπημα στην Κύπρο (15 Ιουλίου 1974)

​Ο Ιωαννίδης θεωρεί ότι ο Μακάριος είναι εμπόδιο για την «Ένωση» της Κύπρου με την Ελλάδα.
​Διατάζει την Εθνική Φρουρά και την ΕΟΚΑ Β' να ανατρέψουν τον Μακάριο.
​Το Αποτέλεσμα: Ο Μακάριος διασώζεται, αλλά η Τουρκία βρίσκει το τέλειο πρόσχημα που ζητούσε εδώ και χρόνια.

Στις 8:15 το πρωί, οι δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς, καθοδηγούμενες από Ελλαδίτες αξιωματικούς πιστούς στον Ιωαννίδη, επιτίθενται στο Προεδρικό Μέγαρο στη Λευκωσία.
​Ο Στόχος: Η φυσική εξόντωση του Μακαρίου.
​Το Ψέμα: Το ραδιόφωνο της Κύπρου μεταδίδει: «Ο Μακάριος είναι νεκρός».
​Η Αλήθεια: Ο Μακάριος διαφεύγει από μια πίσω πόρτα, φτάνει στην Πάφο και από εκεί φυγαδεύεται με βρετανικό ελικόπτερο.

Η Χούντα ορκίζει «Πρόεδρο» τον Νίκο Σαμψών, έναν άνθρωπο που η διεθνής κοινότητα αρνείται να αναγνωρίσει. Η κίνηση αυτή δίνει στην Τουρκία το νομικό πάτημα που χρειαζόταν: να ισχυριστεί ότι επεμβαίνει ως «εγγυήτρια δύναμη» για να αποκαταστήσει την τάξη απέναντι σε ένα παράνομο πραξικόπημα. 

​Για τον «αόρατο δικτάτορα» και τη σκληρή πτέρυγα της Χούντας, ο Μακάριος ήταν ο «Κόκκινος Παπάς». Οι λόγοι της σύγκρουσης ήταν οι εξής:
​Η Στροφή προς τους Αδέσμευτους: Ο Μακάριος αρνήθηκε να εντάξει την Κύπρο στο ΝΑΤΟ. Αντίθετα, έγινε ηγέτης του Κινήματος των Αδεσμεύτων, διατηρώντας στενές σχέσεις με την ΕΣΣΔ και τον Τίτο. Για τους φανατικούς αντικομμουνιστές της Αθήνας, αυτό ήταν προδοσία.

Η Χούντα ήθελε την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα πάση θυσία, ακόμα και με εδαφικά ανταλλάγματα στην Τουρκία (Σχέδιο Άτσεσον). Ο Μακάριος, βλέποντας τον κίνδυνο της διχοτόμησης, είχε μετακινηθεί από τη γραμμή της «Ένωσης» στη γραμμή της «Ανεξαρτησίας». Ο Ιωαννίδης τον θεωρούσε «ανθενωτικό».

Ο Μακάριος στηριζόταν πολιτικά από το κομμουνιστικό κόμμα της Κύπρου (ΑΚΕΛ). Για τον Ιωαννίδη, ο Μακάριος επέτρεπε στην Κύπρο να γίνει η «Κούβα της Μεσογείου».

Ο Μακάριος δεν έκρυβε την περιφρόνησή του για τους Συνταγματάρχες. Λίγες μέρες πριν το πραξικόπημα, έστειλε μια ιστορική επιστολή στον Γκιζίκη (τη μαριονέτα-Πρόεδρο του Ιωαννίδη), απαιτώντας την απόσυρση των Ελλήνων αξιωματικών από την Εθνική Φρουρά, κατηγορώντας τους ανοιχτά για συνωμοσία.

Η Τουρκική Εισβολή - «Αττίλας»

​Πέντε μέρες μετά το πραξικόπημα του Ιωαννίδη, οι Τούρκοι εισβάλλουν στην Κύπρο.
​Η ελληνική επιστράτευση καταλήγει σε χάος. Οι αξιωματικοί του Ιωαννίδη είναι ανίκανοι να διαχειριστούν τον πόλεμο.
​Η Κύπρος διχοτομείται.

Όταν ξεκινά η τουρκική εισβολή, η Χούντα στην Αθήνα βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους σύγχυσης.

Αττίλας Ι (20-22 Ιουλίου 1974): Το Προγεφύρωμα

​Το πρωί της 20ης Ιουλίου, ο τουρκικός στόλος εμφανίζεται στα ανοιχτά της Κυρήνειας.
​Ο Αιφνιδιασμός: Παρά τις αναφορές των ραντάρ, η Αθήνα δίνει εντολή για «αυτοσυγκράτηση», νομίζοντας ότι πρόκειται για άσκηση. Όταν οι Τούρκοι αλεξιπτωτιστές αρχίζουν να πέφτουν στο Μπογάζι, είναι πια αργά.
​Η Μάχη της Κυρήνειας: Η Εθνική Φρουρά και η ΕΛΔΥΚ πολεμούν ηρωικά, αλλά χωρίς αεροπορική κάλυψη. Τα ελληνικά F-4 Phantom, που θα μπορούσαν να χτυπήσουν την απόβαση, δεν απογειώνονται ποτέ από την Κρήτη λόγω της σύγχυσης και της προδοσίας στην ηγεσία.
​Νίκη με αίμα: Οι Τούρκοι καταλαμβάνουν την Κυρήνεια και δημιουργούν έναν «διάδρομο» μέχρι τη Λευκωσία.

Τα Ραντάρ έδειχναν την Εισβολή

​Από τις 01:30 τα ξημερώματα της 20ης Ιουλίου, το ραντάρ της Αεροπορίας στον Όλυμπο της Κύπρου εντόπισε τον τουρκικό στόλο να αποπλέει από τη Μερσίνα.
​Η Αναφορά: «Μεγάλος αριθμός πλοίων κατευθύνεται προς τις ακτές της Κυρήνειας».
​Η Απάντηση της Αθήνας: «Μην ανησυχείτε, πρόκειται για άσκηση πίεσης. Οι Τούρκοι κάνουν επίδειξη ισχύος. Μην ανοίξετε πυρ, μην προκαλείτε».

​Οι Αμερικανοί (μέσω του υφυπουργού Τζόζεφ Σίσκο που έκανε δρομολόγια Αθήνα-Άγκυρα) είχαν προειδοποιήσει τον Ιωαννίδη: «Αν δεν βρείτε λύση με τον Μακάριο, οι Τούρκοι θα επέμβουν». Ο Ιωαννίδης, όμως, πίστευε τυφλά στις διαβεβαιώσεις κάποιων «συνδέσμων» της CIA ότι οι Αμερικανοί θα σταματούσαν την Τουρκία, όπως είχαν κάνει το 1964 και το 1967.

Η απόβαση έγινε στην ακτή «Πέντε Μίλι» της Κυρήνειας.
​Η Εντολή: Παρόλο που οι Τούρκοι πλησίαζαν, οι ελληνικές δυνάμεις στην περιοχή είχαν εντολή να παραμείνουν στα στρατόπεδά τους.
​Το Αποτέλεσμα: Όταν οι Τούρκοι στρατιώτες άρχισαν να βγαίνουν στην ακτή, δεν υπήρχε ούτε ένας στρατιώτης στην παραλία να τους εμποδίσει. Οι Τούρκοι έστησαν το προγεφύρωμά τους ανενόχλητοι, «σαν να έκαναν εκδρομή», όπως περιέγραψαν αυτόπτες μάρτυρες.

Η Μαρτυρία του Συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Κομπόκη (Επικεφαλής του Πραξικοπήματος κατά Μακαρίου):

​«Ζητούσαμε απεγνωσμένα άδεια να χτυπήσουμε τα πλοία όσο ήταν ακόμα στη θάλασσα. Ήταν εύκολοι στόχοι. Η απάντηση από το Γενικό Επιτελείο στην Αθήνα ήταν πάντα η ίδια: "Αυτοσυγκράτηση. Μην γίνετε εσείς η αιτία πολέμου". Όταν μας άφησαν να χτυπήσουμε, οι Τούρκοι είχαν ήδη βγάλει τα τανκς στην ξηρά.»

Η Επιχείρηση «Νίκη» (Μια ηρωική αυτοκτονία)

​Τη νύχτα της 21ης προς 22α Ιουλίου, 13 μεταγωγικά Noratlas της Ελληνικής Αεροπορίας απογειώνονται από τη Σούδα για να μεταφέρουν την Α' Μοίρα Καταδρομών στη Λευκωσία.
​Φίλια Πυρά: Λόγω τραγικής έλλειψης συντονισμού, τα κυπριακά αντιαεροπορικά νομίζουν ότι είναι τουρκικά και ανοίγουν πυρ. Ένα αεροπλάνο καταρρίπτεται (όλοι οι καταδρομείς νεκροί) και άλλα δύο παθαίνουν σοβαρές ζημιές. Οι καταδρομείς που επιβίωσαν έδωσαν τη μάχη του αεροδρομίου Λευκωσίας, σώζοντάς το τελευταία στιγμή.

​Η Μαρτυρία του Γρηγορίου Μπονάνου (Αρχηγού Ενόπλων Δυνάμεων):
​«Όταν μας είπαν ότι οι Τούρκοι βγαίνουν στην Κυρήνεια, ο Ιωαννίδης νόμιζε ότι κάνουν μπλόφα ή ασκήσεις. Η διαταγή που δόθηκε αρχικά ήταν "αυτοσυγκράτηση". Όταν επιτέλους διατάχθηκε η επιστράτευση, επικράτησε χάος. Άνθρωποι έφταναν στα στρατόπεδα και δεν υπήρχαν όπλα, ούτε στολές, ούτε σχέδιο. Η Χούντα είχε μάθει να κυνηγάει φοιτητές, αλλά δεν ήξερε πώς να διεξάγει πόλεμο.»

Η Μαρτυρία του Αρχιεπισκοπου Μακαρίου (από τον ΟΗΕ):
​«Μια στρατιωτική κλίκα στην Αθήνα εισέβαλε στην Κύπρο. Δεν πρόκειται για επανάσταση, αλλά για εισβολή. Η Ελλάδα, η μητέρα πατρίδα, έγινε ο θύτης του ίδιου της του παιδιού.» 

Η Κατάρρευση και η Μεταπολίτευση (24 Ιουλίου 1974)

Με την Κύπρο να φλέγεται και την Τουρκία να κατέχει ήδη το 3% του νησιού (στον πρώτο Αττίλα), οι στρατιωτικοί στην Αθήνα συνειδητοποιούν ότι αν δεν παραδώσουν την εξουσία, επίκειται γενικευμένος πόλεμος με την Τουρκία και πλήρης εθνική καταστροφή. 

Οι στρατιωτικοί καλούν τους παλαιούς πολιτικούς. Αποφασίζεται η επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Στις 2:00 μετά τα μεσάνυχτα, το αεροπλάνο της γαλλικής προεδρίας προσγειώνεται στο Ελληνικό. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επιστρέφει από το Παρίσι και ορκίζεται πρωθυπουργός μέσα στη νύχτα. Ο λαός ξεχύνεται στους δρόμους, όχι για τον Καραμανλή προσωπικά, αλλά για την ανάσα της ελευθερίας.

Μαρτυρία από το Αεροδρόμιο του Ελληνικού:
​«Ήταν μια νύχτα που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Ο κόσμος έκλαιγε και αγκαλιαζόταν. Φωνάζαμε "Έρχεται, έρχεται". Αλλά μέσα στη χαρά υπήρχε μια βαριά σκιά: η Κύπρος. Ξέραμε ότι η δημοκρατία γύριζε στην Ελλάδα πάνω στις στάχτες της Μεγαλονήσου. Η Χούντα έπεσε, αλλά η πληγή που άνοιξε δεν θα έκλεινε ποτέ.»

Αττίλας ΙΙ (14-16 Αυγούστου 1974): Η Ολοκλήρωση της Κατοχής

​Ενώ στη Γενεύη γίνονται διαπραγματεύσεις και στην Ελλάδα έχει ήδη επιστρέψει ο Καραμανλής, η Τουρκία παραβιάζει την εκεχειρία.
​Το Σύνθημα: «Η Αϊσέ μπορεί να πάει διακοπές». Αυτό ήταν το συνθηματικό για την έναρξη της δεύτερης φάσης.
​Η Κατάληψη: Οι Τούρκοι προελαύνουν και καταλαμβάνουν την Αμμόχωστο, τη Μόρφου και το 37% του νησιού.
​«Η Κύπρος κείται μακράν»: Η φράση αυτή του Καραμανλή αντανακλούσε την οδυνηρή πραγματικότητα: η Ελλάδα δεν μπορούσε στρατιωτικά να επέμβει αποτελεσματικά χωρίς να ρισκάρει ολοκληρωτικό πόλεμο στον Έβρο, έχοντας έναν στρατό αποδιοργανωμένο από την επταετία.

Μαρτυρία Στρατιώτη της ΕΛΔΥΚ (Μάχη του Στρατοπέδου):
​«Ήμασταν 300 άτομα απέναντι σε ολόκληρες μεραρχίες και τανκς. Τα πυρομαχικά μας τελείωναν. Βλέπαμε τα τουρκικά αεροπλάνα να μας θερίζουν και κοιτάζαμε τον ουρανό για τα ελληνικά Phantom. Δεν ήρθαν ποτέ. Νιώσαμε προδομένοι από την Αθήνα. Πολεμούσαμε για την τιμή των όπλων, ξέροντας ότι μας είχαν εγκαταλείψει.»

Μαρτυρία Πρόσφυγα από την Αμμόχωστο:
​«Φύγαμε με τα ρούχα που φοράγαμε. Λέγαμε "σε δυο μέρες θα γυρίσουμε, θα τους διώξουν οι μεγάλες δυνάμεις". Κλειδώσαμε την πόρτα και πήραμε το κλειδί μαζί. Αυτό το κλειδί το έχω ακόμα στην τσέπη μου, 50 χρόνια μετά. Η πόλη μου έγινε φάντασμα και η ζωή μου μια μόνιμη αναμονή.»

Αγνοούμενοι: Εκατοντάδες στρατιώτες και πολίτες εξαφανίστηκαν. Οι οικογένειές τους περίμεναν για δεκαετίες μια απάντηση.
​Προσφυγιά: 200.000 Έλληνες της Κύπρου έγιναν πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα.
​Εγκλήματα Πολέμου: Οι αναφορές για εκτελέσεις αιχμαλώτων και βιασμούς από τα τουρκικά στρατεύματα συγκλόνισαν τη διεθνή κοινή γνώμη, αλλά δεν σταμάτησαν την κατοχή.

Η Νέα Δημοκρατία ιδρύθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1974 από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, λίγους μόλις μήνες μετά την πτώση της Χούντας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα.

​Η Ιδρυτική Διακήρυξη: Έλαβε χώρα στο κινηματοθέατρο «Παλλάς» στην Αθήνα. Στο κείμενό της, ο Καραμανλής όρισε το κόμμα ως μια παράταξη που «ξεπερνά τις παραδοσιακές ετικέτες Δεξιάς, Κέντρου και Αριστεράς» και στοχεύει στον εκσυγχρονισμό της χώρας.
​Το Σύμβολο: Ο αρχικός πυρσός συμβόλιζε το φως της ελευθερίας και της δημοκρατίας που επέστρεφε στον τόπο.
​Ο Στόχος: Βασική επιδίωξη του κόμματος ήταν η ομαλή μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία, η κατοχύρωση των θεσμών και η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ).

12 Ιουνίου 1975: Μετά τη Μεταπολίτευση, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέβαλε την επίσημη αίτηση για πλήρη ένταξη, πιστεύοντας ότι η Ευρώπη θα αποτελούσε την «ασπίδα» της ελληνικής Δημοκρατίας. 

​28 Μαΐου 1979: Υπογράφεται η Συνθήκη Προσχώρησης στο Ζάππειο Μέγαρο. Είναι η στιγμή που ο Καραμανλής δικαιώνεται πολιτικά.

​1 Ιανουαρίου 1981: Η Ελλάδα γίνεται επίσημα το 10ο μέλος της ΕΟΚ.

Η αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ (1974)

Εξοργισμένος από τη στάση του ΝΑΤΟ (και των ΗΠΑ) κατά την εισβολή στην Κύπρο, ο Καραμανλής απέσυρε την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας τον Αύγουστο του 1974.​ Ήταν μια κίνηση υψηλού ρίσκου που έδειξε ότι η Ελλάδα δεν ήταν πλέον «δεδομένη». Η επιστροφή στο ΝΑΤΟ έγινε το 1980, λίγο πριν την ένταξη στην ΕΟΚ, και αποτέλεσε πεδίο σκληρής κριτικής από τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Η μεγαλύτερη προσφορά της ΝΔ τότε ήταν η σταθερότητα.​

Το Σύνταγμα του 1975: Η ψήφιση του νέου Καταστατικού Χάρτη της χώρας, ο οποίος ισχύει (με αναθεωρήσεις) μέχρι σήμερα.​

Νομιμοποίηση του ΚΚΕ: Μια ιστορική κίνηση του Καραμανλή το 1974, που έβαλε τέλος στον διχασμό του Εμφυλίου και ενέταξε την Αριστερά στο νόμιμο πολιτικό παιχνίδι.​

Το Δημοψήφισμα για το Πολιτειακό: Η οριστική κατάργηση της Βασιλείας με αδιάβλητες διαδικασίες, κλείνοντας μια πληγή δεκαετιών.

​Το έργο της ΝΔ επισκιάστηκε από τον τεράστιο πληθωρισμό που κληρονόμησε από τη Χούντα και τις διεθνείς πετρελαϊκές κρίσεις. Παρόλα αυτά, κατάφερε:​ Να κρατήσει την ανεργία σε πολύ χαμηλά επίπεδα.​ Να προετοιμάσει την οικονομία για το «σοκ» της ένταξης στην ΕΟΚ.​

Η Μαρτυρία του Γεωργίου Ράλλη«Παραλάβαμε μια χώρα στο χείλος του γκρεμού, με την Κύπρο μισή και τον στρατό σε διάλυση. Το έργο μας δεν ήταν μόνο τα τσιμέντα, αλλά το ότι κάναμε τον Έλληνα να νιώθει ξανά πολίτης μιας ευρωπαϊκής δημοκρατίας.»

Η παραδοσιακή Δεξιά κατηγόρησε τον Καραμανλή για «σοσιαλμανία» επειδή κρατικοποίησε μεγάλους κολοσσούς. Δεν το έκανε από ιδεολογία, αλλά από ανάγκη να ελέγξει την οικονομία. Όταν ήρθε το ΠΑΣΟΚ το '81, βρήκε ήδη έναν ισχυρό κρατικό τομέα (Ολυμπιακή, Εμπορική Τράπεζα, ΔΕΗ κ.α.) τον οποίο απλώς επέκτεινε.

Η Δίκη της Χούντας (1975)
Η Μεταπολίτευση έφερε τους πρωταίτιους μπροστά στους δικαστές.
​Το Κατηγορητήριο: Εσχάτη προδοσία και στάση.

​Η δίκη διεξήχθη σε μια ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα των φυλακών για λόγους ασφαλείας. Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο Γιάννης Ντεγιάννης, μια μορφή που ταυτίστηκε με την ψυχραιμία και την προσήλωση στον νόμο.

​Μαρτυρία από την αίθουσα (Δημοσιογράφος της εποχής):
​«Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Για πρώτη φορά, οι "παντοδύναμοι" που έστελναν κόσμο στις εξορίες κάθονταν στο εδώλιο. Ο Παπαδόπουλος προσπαθούσε να διατηρήσει ένα ύφος ειρωνικό, αλλά τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά. Ο Παττακός κρατούσε προκλητικά μια μικρή εικόνα, ενώ ο Ιωαννίδης ήταν σαν πέτρινος, δεν κοίταζε κανέναν.»

​Η Στάση των Δικτατόρων: Ο Παπαδόπουλος αρνήθηκε να απολογηθεί, λέγοντας ότι θα κριθεί από την ιστορία. Ο Παττακός προσπαθούσε να δικαιολογηθεί με επιχειρήματα περί «εθνικής σωτηρίας». Ο Ιωαννίδης παρέμεινε σιωπηλός και σκυθρωπός.

Το πιο κρίσιμο νομικό σημείο ήταν αν το πραξικόπημα ήταν «στιγμιαίο» ή «διαρκές» έγκλημα.
​Η πλευρά των δικτατόρων ισχυρίστηκε ότι το έγκλημα ολοκληρώθηκε το πρωί της 21ης Απριλίου 1967 (στιγμιαίο), άρα όσα ακολούθησαν ήταν «άσκηση εξουσίας».
​Το δικαστήριο όμως αποφάνθηκε ότι η κατάλυση του πολιτεύματος ήταν ένα έγκλημα που συνεχιζόταν κάθε μέρα της επταετίας.

«Δεν αναγνωρίζω το δικαστήριο. Θα απολογηθώ μόνο στην Ιστορία και στον Ελληνικό Λαό», δήλωσε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος 

«Κάναμε το καθήκον μας. Αν γύριζε ο χρόνος πίσω, πάλι το ίδιο θα έκανα».Στυλιανός Παττακός 

Δημήτριος Ιωαννίδης: Παρέμεινε σιωπηλός. Η σιωπή του θεωρήθηκε από πολλούς ως ένδειξη περιφρόνησης αλλά και αδυναμίας να δικαιολογήσει το αίμα του Πολυτεχνείου και της Κύπρου

​Στις 23 Αυγούστου 1975, το δικαστήριο ανακοινώνει την ετυμηγορία: Θάνατος για τους Παπαδόπουλο, Παττακό και Μακαρέζο. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μετέτρεψε την ποινή σε ισόβια δεσμά, με την ιστορική φράση: «Όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια». Η απόφαση αυτή δίχασε την κοινή γνώμη. 

Μαρτυρία Σωφρονιστικού Υπαλλήλου (Δεκαετία '80):
​«Τους βλέπαμε στο προαύλιο. Ήταν γερόντια πια, αλλά μεταξύ τους διατηρούσαν την ιεραρχία. Ο Παπαδόπουλος έδινε εντολές και οι άλλοι υπάκουαν. Ζούσαν σε έναν δικό τους χρόνο, αρνούμενοι να δεχτούν ότι η Ελλάδα είχε προχωρήσει χωρίς αυτούς. Το πιο εντυπωσιακό ήταν ότι κανείς τους δεν είπε ποτέ μια λέξη για την Κύπρο. Ήταν η μόνη ερώτηση που τους έκανε να γυρίζουν το κεφάλι από την άλλη.»

Μαρτυρία από τις Φυλακές Κορυδαλλού (Χρόνια μετά):
​«Ο Παπαδόπουλος πέθανε στη φυλακή, χωρίς να ζητήσει ποτέ συγγνώμη. Ο Ιωαννίδης το ίδιο. Έζησαν δεκαετίες μέσα σε ένα κελί, βλέποντας τη δημοκρατία που τόσο μίσησαν να ριζώνει στην Ελλάδα. Η μεγαλύτερη τιμωρία τους δεν ήταν το σκοτάδι της φυλακής, αλλά η αδιαφορία ενός λαού που τους είχε ήδη ξεπεράσει.»

Η τύχη των στρατιωτικών που στήριξαν τη Χούντα μετά το 1974 ήταν μια διαδικασία που ονομάστηκε «Αποχουντοποίηση». Δεν ήταν μια απλή υπόθεση, καθώς ο Καραμανλής έπρεπε να ισορροπήσει ανάμεσα στην απαίτηση του λαού για δικαιοσύνη και στον κίνδυνο ενός νέου πραξικοπήματος από «στασιαστές» που παρέμεναν στο στράτευμα.

Οι «ΕΣΑτζήδες» και οι Βασανιστές
​Ακολούθησαν οι Δίκες των Βασανιστών (1975). Εκατοντάδες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί της ΕΣΑ (Στρατιωτική Αστυνομία) κάθισαν στο εδώλιο.
​Οι Ποινές: Επιβλήθηκαν ποινές κάθειρξης από λίγα χρόνια έως και 20+ έτη (π.χ. στους Χατζηζήση, Θεοφιλογιαννάκο, Σπανό).
​Η Κοινή Γνώμη: Οι δίκες αυτές ήταν σοκαριστικές, καθώς οι μάρτυρες περιέγραφαν με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τα βασανιστήρια στα κελιά του ΕΑΤ-ΕΣΑ.

Οι Εκκαθαρίσεις στο Στράτευμα (Η Μεγάλη «Σκούπα»)
​Για τους υπόλοιπους χιλιάδες αξιωματικούς που δεν είχαν διαπράξει εγκλήματα αλλά είχαν ταυτιστεί με το καθεστώς, εφαρμόστηκαν τα εξής:
​Αποστρατείες: Περίπου 3.000 αξιωματικοί απομακρύνθηκαν από το στράτευμα (είτε μέσω αναγκαστικής αποστρατείας είτε μέσω απόλυσης) τους πρώτους μήνες της Μεταπολίτευσης.
​Υποβιβασμοί και Μεταθέσεις: Πολλοί που θεωρήθηκαν «συμπαθούντες» αλλά όχι ενεργά στελέχη, μετατέθηκαν σε παραμεθόριες περιοχές ή είδαν την καριέρα τους να παγώνει οριστικά.

Η «Συνωμοσία της Πιτζάμας» (Φεβρουάριος 1975)
​Δεν έφυγαν όλοι ήσυχα. Τον Φεβρουάριο του 1975, μια ομάδα «αμετανόητων» αξιωματικών (πιστών στον Ιωαννίδη) σχεδίασε νέο πραξικόπημα για να ανατρέψει τον Καραμανλή και να απελευθερώσει τους έγκλειστους δικτάτορες.
​Η Καταστολή: Η συνωμοσία αποκαλύφθηκε έγκαιρα από τις μυστικές υπηρεσίες.
​Το Όνομα: Ονομάστηκε ειρωνικά «Πραξικόπημα της Πιτζάμας», επειδή οι περισσότεροι συνελήφθησαν στα σπίτια τους, πριν προλάβουν να φορέσουν τις στολές τους.
​Το Αποτέλεσμα: Αυτό το γεγονός έδωσε το «πράσινο φως» στον Καραμανλή να προχωρήσει σε ακόμα πιο βαθιές εκκαθαρίσεις, καθώς αποδείχθηκε ότι οι χουντικοί θύλακες ήταν ακόμα επικίνδυνοι.

Πολλοί κατώτεροι αξιωματικοί που είχαν στηρίξει τη Χούντα αλλά παρέμειναν στον στρατό μετά τις εκκαθαρίσεις:
​Ενσωματώθηκαν: Πολλοί δήλωσαν πίστη στη νέα δημοκρατική κυβέρνηση και συνέχισαν την καριέρα τους, φτάνοντας συχνά σε υψηλούς βαθμούς τις δεκαετίες του '80 και του '90, αφού ο χρόνος «έπλυνε» το παρελθόν τους.
​Πολιτική: Κάποιοι αποστρατευμένοι προσπάθησαν να ασχοληθούν με την πολιτική μέσω ακροδεξιών σχηματισμών (όπως η ΕΠΕΝ, που ίδρυσε ο Παπαδόπουλος μέσα από τη φυλακή το 1984), αλλά η απήχησή τους παρέμεινε περιθωριακή.

​Η Μαρτυρία ενός Αποστρατευμένου (δεκαετία '80):
​«Μας έβγαλαν στη σύνταξη στα 40 μας χρόνια. Για τη δημοκρατία ήμασταν "φασίστες", για τους παλιούς μας συναδέλφους ήμασταν "απόβλητοι". Ζούσαμε με μια πικρία, κλεισμένοι στα σπίτια μας, βλέποντας τους πολιτικούς που κυνηγούσαμε να γίνονται υπουργοί. Η Ελλάδα άλλαξε τόσο γρήγορα που μας άφησε στο περιθώριο της ιστορίας.»

Μετά τη θριαμβευτική νίκη του το 1974 με 54%, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επανεξελέγη το 1977 με μειωμένο ποσοστό (41%), αντιμετωπίζοντας πλέον ένα ραγδαία ανερχόμενο ΠΑΣΟΚ που κατέστη αξιωματική αντιπολίτευση. Τον Μάιο του 1980, επιδιώκοντας έναν υπερκομματικό ρόλο εγγυητή, εγκατέλειψε την πρωθυπουργία για να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας, παραδίδοντας την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας στον Γεώργιο Ράλλη. Ωστόσο, η αλλαγή αυτή δεν ανέκοψε το ρεύμα της «Αλλαγής», με αποτέλεσμα στις 18 Οκτωβρίου 1981 η παράταξή του να υποστεί μια ιστορική ήττα από τον Ανδρέα Παπανδρέου, η οποία σηματοδότησε το τέλος μιας ολόκληρης πολιτικής εποχής


Η αντίδραση των εγκλείστων στον Κορυδαλλό το βράδυ της 18ης Οκτωβρίου 1981, όταν το ΠΑΣΟΚ κέρδισε με το σαρωτικό 48%, ήταν ένα μείγμα παγωμάρας, οργής και απόλυτης αίσθησης ήττας.

Για τους Παπαδόπουλο, Ιωαννίδη και Παττακό, ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ο «υπ’ αριθμόν 1 εχθρός». Το 1967 είχαν κάνει το πραξικόπημα κυρίως για να εμποδίσουν εκείνον να έρθει στην εξουσία. Το να τον βλέπουν τώρα, 14 χρόνια μετά, να ορκίζεται Πρωθυπουργός και μάλιστα με τέτοια λαϊκή αποδοχή, ήταν η οριστική ακύρωση της δικής τους «επανάστασης».

​Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος: Λέγεται ότι παρακολουθούσε τα αποτελέσματα από μια μικρή τηλεόραση στο κελί του. Παρέμεινε σιωπηλός και σκυθρωπός. Κατάλαβε ότι με τον Ανδρέα στην εξουσία, οι ελπίδες του για μια «πολιτική λύση» ή αμνηστία εξανεμίστηκαν.

​Ο Στυλιανός Παττακός: Ήταν πιο εκδηλωτικός. Σύμφωνα με μαρτυρίες δεσμοφυλάκων, έλεγε ειρωνικά: «Τώρα θα δείτε τι πάθατε, φέρατε τους κομμουνιστές στην πόρτα σας».

​Ο Δημήτριος Ιωαννίδης: Ο «αόρατος δικτάτωρ» ανησύχησε κυρίως για τον στρατό. Φοβόταν ότι ο Ανδρέας θα διέλυε τις ένοπλες δυνάμεις ή θα προχωρούσε σε εκτελέσεις των ίδιων.

Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981, με το σύνθημα της «Αλλαγής», σηματοδότησε την οριστική πολιτική ήττα των υπολειμμάτων της Δεξιάς του «Γύψου» και της Χούντας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε μια πολύ συγκεκριμένη και σύνθετη στρατηγική για το πώς θα διαχειριστεί τον Στρατό και τους χουντικούς θύλακες που υπήρχαν ακόμη στον κρατικό μηχανισμό.

Εκκαθαρίσεις στη Διοίκηση: Μόλις ανέλαβε το ΠΑΣΟΚ, έγινε μια μαζική αντικατάσταση προσώπων σε καίριες θέσεις (διοικητές οργανισμών, σώματα ασφαλείας, υπουργεία). Πολλοί που είχαν κάνει καριέρα επί Χούντας και παρέμειναν επί Νέας Δημοκρατίας, απομακρύνθηκαν οριστικά.

Άνοιγμα Φακέλων: Το ΠΑΣΟΚ υποσχέθηκε το άνοιγμα των «φακέλων των κοινωνικών φρονημάτων». Εκατομμύρια φάκελοι που διατηρούσε η Ασφάλεια για «επικίνδυνους» δημοκρατικούς πολίτες κάηκαν (συμβολικά και κυριολεκτικά) στις υψικαμίνους, σπάζοντας το κλίμα του φόβου.

Ο ίδιος Υπουργός Άμυνας: Ο Ανδρέας κράτησε για τον εαυτό του το χαρτοφυλάκιο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Ήθελε να ελέγχει προσωπικά κάθε μετακίνηση αξιωματικού.
​«Εκδημοκρατισμός» των Ενόπλων Δυνάμεων: Κατήργησε τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων για την εισαγωγή στις στρατιωτικές σχολές. Πλέον, το να είσαι παιδί αριστερού ή δημοκρατικού δεν ήταν εμπόδιο για να γίνεις αξιωματικός.
​Η «Αποστρατεία» των Αμετανόητων: Το 1982 και το 1984 έγιναν οι τελευταίες μεγάλες κρίσεις στις Ένοπλες Δυνάμεις, όπου απομακρύνθηκαν και οι τελευταίοι αξιωματικοί που είχαν εκφράσει φιλοχουντικά αισθήματα ή είχαν συμμετάσχει στη «Συνωμοσία της Πιτζάμας».

​Η ΕΠΕΝ: Το 1984, μέσα από τη φυλακή, ο Παπαδόπουλος ίδρυσε την ΕΠΕΝ (Εθνική Πολιτική Ένωσις). Στις Ευρωεκλογές πήρε περίπου 2%. Ο Ανδρέας δεν τους απαγόρευσε (όπως ζητούσαν πολλοί), αλλά τους άφησε να εκτεθούν στην κάλπη, όπου ο ελληνικός λαός τους απαξίωσε πλήρως.
​Οι «Περιθωριοποιημένοι»: Πολλοί πρώην χουντικοί αξιωματικοί βρέθηκαν να εργάζονται ως σεκιούριτι, ιδιωτικοί υπάλληλοι ή να ζουν με τις συντάξεις τους, απομονωμένοι σε συλλόγους αποστράτων, χωρίς καμία επιρροή στην κοινωνία.

Μαρτυρία Αξιωματικού που υπηρετούσε το 1982:
​«Πριν το '81, στα γραφεία των διοικητών υπήρχε ακόμα μια παγωμένη ατμόσφαιρα. Μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ, όλα άλλαξαν. Ξαφνικά, στα ΚΨΜ ακούγαμε Θεοδωράκη χωρίς φόβο. Οι παλιοί "σκληροί" αξιωματικοί, που μας έβριζαν αν δεν ήμασταν εθνικόφρονες, άρχισαν να μαζεύονται. Κατάλαβαν ότι η εποχή τους πέρασε. Ο Ανδρέας κατάφερε το πιο σημαντικό: έκανε τον στρατιωτικό να νιώθει πολίτης και όχι σερίφης του λαού.»

Είναι ενδιαφέρον ότι ενώ το ΠΑΣΟΚ ήταν σκληρό με το «κράτος της δεξιάς», στην πράξη δεν κυνήγησε μεμονωμένα κάθε υπάλληλο που είχε διοριστεί επί Χούντας. Προτίμησε να τους «αφομοιώσει» μέσα στο νέο σύστημα. Πολλοί από αυτούς, βλέποντας τη δύναμη του ΠΑΣΟΚ, έγιναν οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του, σε μια προσπάθεια να «ξεπλύνουν» το παρελθόν τους – ένα φαινόμενο που ονομάστηκε ειρωνικά «πρασινοφρουρισμός».

Ο Καραμανλής νομιμοποίησε το ΚΚΕ , αλλά η πλήρης αναγνώριση των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ) έγινε επίσημα από τον Ανδρέα Παπανδρέου το 1982.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου