Μια ανέκδοτη ιστορία: "Η λάσπη της οδού Αιόλου"
Λέγεται ότι η οδός Αιόλου ήταν ο πρώτος δρόμος που στρώθηκε με χαλίκι. Όταν όμως έβρεχε, το χαλίκι γινόταν ένας παχύς πολτός. Μια μέρα, ένας κομψός κύριος της εποχής επιχείρησε να διασχίσει το δρόμο και κόλλησε στη λάσπη. Ένας περαστικός του φώναξε:
«Μην ανησυχείτε, κύριε! Σε λίγο θα βγει ο ήλιος και η λάσπη θα γίνει σκόνη, οπότε θα μπορείτε να πετάξετε αντί να περπατήσετε!»
Όταν ο Όθων και η Αμαλία φτάνουν στην Αθήνα το 1834, η εικόνα είναι απογοητευτική. Δεν υπάρχει κανένα κτίριο που να θυμίζει παλάτι, οπότε η εγκατάστασή τους γίνεται με λύσεις ανάγκης που απέχουν πολύ από τη βασιλική μεγαλοπρέπεια.
Αρχικά, ο Όθων στεγάζεται στην Οικία Κοντοσταύλου, ένα από τα λίγα μεγάλα και γερά σπίτια της εποχής, που βρισκόταν στη θέση όπου σήμερα υψώνεται το κτίριο της Παλαιάς Βουλής (στην οδό Σταδίου). Το σπίτι αυτό είχε χτιστεί από τον Χιώτη τραπεζίτη Αλέξανδρο Κοντόσταυλο και ήταν η πρώτη «έδρα» του θρόνου.
Όταν όμως έφτασε η Αμαλία το 1836, η οικία Κοντοσταύλου κρίθηκε ανεπαρκής για το βασιλικό ζεύγος. Τότε αποφασίζεται η μετακόμισή τους στις Οικίες Αφθονίδη και Μαστινίγκου, δύο γειτονικά αρχοντικά στην πλατεία Κλαυθμώνος, τα οποία ενώθηκαν με μια ξύλινη γέφυρα για να λειτουργήσουν ως ενιαίο ανάκτορο. Αυτό είναι το κτίριο που σήμερα στεγάζει το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών. Εκεί έζησαν για περίπου επτά χρόνια, μέχρι να ολοκληρωθεί το σημερινό κτίριο της Βουλής.
Η ζωή τους εκεί ήταν σχεδόν ασκητική για τα δεδομένα της Ευρώπης. Οι δρόμοι γύρω από το προσωρινό παλάτι ήταν γεμάτοι λάσπες και το βράδυ η περιοχή βυθιζόταν στο σκοτάδι, αφού ο φωτισμός με φανοστάτες ήταν ακόμα άγνωστη λέξη. Είναι η εποχή που η Αμαλία αρχίζει να ονειρεύεται έναν μεγάλο κήπο, καθώς το περιβάλλον της φαινόταν ξερό και αφιλόξενο.
Η θεμελίωση των «πραγματικών» Ανακτόρων στις 25 Ιανουαρίου 1836 ήταν το μεγαλύτερο γεγονός που είχε ζήσει η Αθήνα μέχρι τότε. Ο Όθωνας επέλεξε τον λόφο του Αγίου Αθανασίου, ένα σημείο που τότε θεωρούνταν «εκτός πόλης», για να έχει θέα προς τον Σαρωνικό και την Ακρόπολη, αλλά και για να αποφύγει τις απαλλοτριώσεις μέσα στο κέντρο που είχαν προκαλέσει τις αντιδράσεις των κατοίκων.
Ο αρχιτέκτονας Φρίντριχ φον Γκέρτνερ σχεδίασε ένα κτίριο δωρικό και αυστηρό. Για να το χτίσουν, επιστρατεύτηκαν εκατοντάδες τεχνίτες, πολλοί από τους οποίους ήταν οι περίφημοι χτίστες από την Ανάφη. Αυτοί οι άνθρωποι, για να μένουν κοντά στο εργοτάξιο, άρχισαν να χτίζουν αυθαίρετα τις νύχτες τα σπίτια τους στον βράχο της Ακρόπολης, δημιουργώντας τα Αναφιώτικα, ενώ την ημέρα δούλευαν στο παλάτι .
Ενώ το παλάτι υψωνόταν, ξεκίνησε και η «αρχιτεκτονική μάχη» για την ταυτότητα της πόλης. Οι Βαυαροί ήθελαν μια Αθήνα με γερμανική τάξη, αλλά οι Αθηναίοι επέμεναν στον δικό τους ρυθμό.
Οι Κλεάνθης και Σάουμπερτ οραματίστηκαν μια πόλη-κήπο με φαρδιές λεωφόρους και πλατείες. Το σχέδιο βασίστηκε στο περίφημο ισοσκελές τρίγωνο με κορυφές την Ομόνοια, το Σύνταγμα και τον Κεραμεικό.
Η Σταδίου και η Πειραιώς: Οι δύο πλευρές που θα ένωναν το διοικητικό κέντρο με την έξοδο προς τη θάλασσα.
Η Ερμού: Η βάση του τριγώνου και ο πρώτος εμπορικός δρόμος που χώρισε την «παλιά» από τη «νέα» πόλη.
Η Οδός Σταδίου: Σχεδιάστηκε για να ενώνει το Παλάτι με την Ομόνοια. Το όνομά της το πήρε γιατί το αρχικό σχέδιο προέβλεπε ότι θα έφτανε μέχρι το Παναθηναϊκό Στάδιο, κάτι που τελικά δεν έγινε ποτέ, αλλά το όνομα έμεινε.
Η Οδός Πανεπιστημίου: Χαράχτηκε ως η «λεωφόρος των γραμμάτων». Εκεί, το 1839, μπήκε ο θεμέλιος λίθος για το Πανεπιστήμιο (Προπύλαια) σε σχέδια του Κρίστιαν Χάνσεν.
Η Αμαλία, βλέποντας το γυμνό τοπίο γύρω από το νέο παλάτι, άρχισε να υλοποιεί το δικό της όραμα: τον Βασιλικό Κήπο (σημερινό Εθνικό Κήπο). Έφερε χιλιάδες φυτά από το εξωτερικό, αλλά το πρόβλημα ήταν το νερό. Λέγεται ότι για να ποτιστούν τα δέντρα της Αμαλίας, το κράτος έκοβε το νερό από τις βρύσες των Αθηναίων για ώρες, προκαλώντας τις πρώτες μουρμούρες κατά της βασίλισσας.
Οι Βαυαροί, στην προσπάθειά τους να μετατρέψουν την Αθήνα σε «Νέα Ρώμη» ή «Νέα Μόναχο», δεν έχτισαν μόνο το Παλάτι. Άφησαν πίσω τους κτίρια-σταθμούς που καθόρισαν τη δημόσια ζωή, τη διοίκηση και την εκπαίδευση της χώρας.
Το Πανεπιστήμιο (1839)
Είναι το πρώτο κτίριο της περίφημης «Νεοκλασικής Τριλογίας». Ο αρχιτέκτονας Κρίστιαν Χάνσεν σχεδίασε ένα κτίριο που έμοιαζε με ναό της γνώσης. Οι τοιχογραφίες στην πρόσοψη, που έγιναν αργότερα, απεικονίζουν την αναγέννηση των τεχνών στην Ελλάδα υπό την προστασία του Όθωνα. Για τους Αθηναίους της εποχής, αυτό το κτίριο ήταν η απόδειξη ότι δεν ήταν πια μια επαρχία της Ανατολής, αλλά ένα κράτος με πνευματικές αξιώσεις.
Το Οφθαλμιατρείο Αθηνών (1843)
Βρίσκεται στην οδό Πανεπιστημίου και είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα κτίρια. Σχεδιάστηκε από τον Θεόφιλο Χάνσεν (αδελφό του Κρίστιαν).
Η ιδιαιτερότητα: Ενώ τα περισσότερα βαυαρικά κτίρια ήταν αυστηρά νεοκλασικά, το Οφθαλμιατρείο έχει έντονα βυζαντινά στοιχεία. Αυτό έγινε γιατί το κράτος ήθελε να δείξει ότι η νέα Ελλάδα συνδέεται και με το Βυζάντιο, όχι μόνο με την Αρχαιότητα.
Το Στρατιωτικό Νοσοκομείο (1836)
Είναι το γνωστό κτίριο στο Μακρυγιάννη (σήμερα ανήκει στο Μουσείο Ακρόπολης). Σχεδιάστηκε από τον Βαυαρό υπολοχαγό του μηχανικού Βίλχελμ φον Βάιλερ.
Η ιστορία: Ήταν ένα από τα πρώτα μεγάλα δημόσια κτίρια που ολοκληρώθηκαν. Οι Αθηναίοι το έλεγαν «Βάιλερ» και εντυπωσιάζονταν από το μέγεθός του, καθώς ήταν το μοναδικό μεγάλο κτίριο σε μια περιοχή που τότε ήταν ακόμα χωράφια.
Το Παλαιό Τυπογραφείο (1834)
Στη γωνία των οδών Σταδίου και Σανταρόζα. Σχεδιάστηκε από τον Γιόζεφ Χόφερ. Εκεί τυπωνόταν η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Είναι ένα κτίριο με βαριές γραμμές, που συμβόλιζε τη σοβαρότητα και τη σταθερότητα του νέου κράτους.
Το Πρωτοδικείο (Σανταρόζα)
Δίπλα στο Τυπογραφείο, είναι ένα κτίριο που αποπνέει την αυστηρότητα της βαυαρικής δικαιοσύνης. Εκεί «χτίστηκε» το νομικό σύστημα της χώρας, το οποίο ήταν πιστή αντιγραφή του γερμανικού.
Οι Βαυαροί για να βρουν μάρμαρο, έπρεπε να ανοίξουν ξανά τα αρχαία λατομεία στην Πεντέλη. Για να βρουν ξυλεία, την έφερναν με καράβια από το εξωτερικό, αφού η Αττική ήταν αποψιλωμένη. Οι χτίστες που ήρθαν από τα νησιά (Κυκλαδίτες) έμαθαν από τους Βαυαρούς να δουλεύουν το μάρμαρο με ευρωπαϊκές τεχνικές, και έτσι δημιουργήθηκε μια νέα σχολή Ελλήνων μαστόρων.
Οι Αθηναίοι εκείνη την εποχή ζουν στριμωγμένοι στις παλιές γειτονιές που γλίτωσαν από τις καταστροφές του αγώνα, κυρίως στην Πλάκα και στου Ψυρρή. Η εικόνα δεν θυμίζει σε τίποτα την αρχοντιά των νεοκλασικών που βλέπουμε σήμερα· είναι μια πόλη που μοιάζει περισσότερο με λαβύρινθο από λάσπη και πέτρα.
Η Πλάκα: Το "Κάστρο" των Αθηναίων
Οι παλιοί Αθηναίοι, οι λεγόμενοι "Γκάγκαροι", ζούσαν στην Πλάκα. Τα σπίτια τους ήταν χαμηλά, με χοντρούς τοίχους και εσωτερικές αυλές. Το κέντρο της ζωής ήταν η αυλή, όπου υπήρχε συνήθως ένα πηγάδι, μια κληματαριά και η κουζίνα. Τα παράθυρα προς τον δρόμο ήταν ελάχιστα και μικρά, μια συνήθεια από τον φόβο της Τουρκοκρατίας. Οι δρόμοι ήταν τόσο στενοί που σε πολλά σημεία δεν χωρούσε να περάσει κάρο, γι' αυτό και οι μεταφορές γίνονταν με υποζύγια.
Ψυρρή: Η γειτονιά της βιοπάλης
Στου Ψυρρή ζούσαν οι τεχνίτες, οι εργάτες και οι άνθρωποι που ήρθαν από την επαρχία για να δουλέψουν στην ανοικοδόμηση. Εκεί τα σπίτια ήταν ακόμα πιο πρόχειρα. Πολλές οικογένειες μοιράζονταν μια κοινή αυλή, ενώ οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από μικρά εργαστήρια και πανδοχεία (τα "χάνια"). Ήταν μια γειτονιά θορυβώδης, με πολλές ταβέρνες, όπου άρχισε να διαμορφώνεται η λαϊκή κουλτούρα της πόλης.
Η περιοχή του Μεταξουργείου άρχισε να αναπτύσσεται γύρω στο 1834-1835. Αρχικά, οι αρχιτέκτονες Κλεάνθης και Σάουμπερτ προόριζαν την περιοχή για το διοικητικό κέντρο της πόλης, αλλά τα σχέδια άλλαξαν. Το όνομά της η συνοικία το οφείλει στο εργοστάσιο μεταξιού της «Ελληνικής Σηρικής Εταιρείας» (οικογένεια Δουρούτη), το οποίο εγκαταστάθηκε εκεί το 1852 (επί Όθωνα), στο ημιτελές κτίριο που προοριζόταν για εμπορικό κέντρο.
Το Α' Νεκροταφείο Αθηνών ιδρύθηκε επίσημα το 1837, μόλις τρία χρόνια μετά την ανακήρυξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα. Επιλέχθηκε μια περιοχή τότε εντελώς ερημική, πέρα από τον Ιλισό, κοντά στον ναό του Αγίου Παντελεήμονα. Ήταν τόσο «μακριά» από την τότε Αθήνα, που η μετάβαση εκεί θεωρούνταν ολόκληρο ταξίδι.
Η "Αθήνα της Λάσπης"
Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού ζούσε σε ερείπια. Πολλοί Αθηναίοι, επιστρέφοντας μετά την απελευθέρωση, βρήκαν τα σπίτια τους γκρεμισμένα και αναγκάστηκαν να στήσουν πρόχειρα καταλύματα μέσα στα χαλάσματα, χρησιμοποιώντας τις πέτρες από τα αρχαία ή από τα γκρεμισμένα τείχη.
Η καθημερινότητα χωρίς υποδομές
Το Νερό: Το μεγαλύτερο πρόβλημα. Οι Αθηναίοι περίμεναν στις δημόσιες κρήνες (όπως η "Κολώνα" στην πλατεία Δεξαμενής) ή αγόραζαν νερό από τους νερουλάδες που γύριζαν στις γειτονιές με τα βαρέλια τους.
Ο Φωτισμός: Το βράδυ η πόλη νέκρωνε. Όποιος έπρεπε να κυκλοφορήσει, κρατούσε ένα φανάρι με κερί.
Η Σκόνη: Το καλοκαίρι η σκόνη ήταν τόσο πυκνή που οι περιηγητές έλεγαν ότι "έπνιγε" τα πάντα. Δεν υπήρχαν πλακοστρώσεις, μόνο πατημένο χώμα.
Αυτή η Αθήνα των στενών σοκακιών και της έλλειψης σχεδίου ήταν που έβλεπαν οι Βαυαροί αρχιτέκτονες και ήθελαν να την "ισοπεδώσουν" για να φτιάξουν τις λεωφόρους τους. Οι Αθηναίοι όμως αρνούνταν να εγκαταλείψουν τις αυλές τους.
Εκεί λοιπόν, μέσα σε αυτές τις αυλές της Πλάκας και του Ψυρρή, άρχισαν να γεννιούνται οι πρώτες πολιτικές παρέες και τα "κόμματα" (το Αγγλικό, το Γαλλικό και το Ρωσικό). Όσο χτίζονταν αυτά, οι Αθηναίοι άρχισαν να νιώθουν ότι η πόλη τους «φοράει ξένα ρούχα». Η αντίθεση ανάμεσα στα μεγαλόπρεπα δημόσια κτίρια και τα λασπωμένα στενά της Πλάκας ήταν η οπτική απόδειξη του χάσματος ανάμεσα στο κράτος και τον λαό.
Ο πρώτος πολεοδομικός κανονισμός του ελληνικού κράτους, το Βασιλικό Διάταγμα της 3ης Απριλίου 1836 «Περί της εντός των πόλεων και κωμών οικοδομής», ήταν η πρώτη απόπειρα των Βαυαρών να επιβάλουν την ευρωπαϊκή τάξη στο μεσογειακό χάος.
Δεν ήταν απλώς ένας νόμος για τα σπίτια· ήταν ένα πολιτικό εργαλείο που στόχευε να εξαφανίσει κάθε ίχνος της "οθωμανικής" αισθητικής από την πρωτεύουσα.
Η «Οικοδομική Γραμμή»: Τα σπίτια έπρεπε πλέον να χτίζονται σε μια ευθεία. Τέρμα οι τοίχοι που πετούσαν έξω στο δρόμο και τα στενά που έκλειναν αυθαίρετα.
Ύψος και Πλάτος: Το ύψος του κτιρίου έπρεπε να είναι ανάλογο με το πλάτος του δρόμου, ώστε να μπαίνει φως.
Το τέλος του «Σαχνισιού»: Απαγορεύτηκαν αυστηρά οι ξύλινες προεξοχές των ορόφων (τα σαχνισιά) που χαρακτήριζαν τα παλιά βαλκανικά σπίτια. Οι Βαυαροί τα θεωρούσαν εστίες μολύνσεων και εμπόδιο για τον αέρα.
Υποχρεωτική Συμμετρία: Τα παράθυρα έπρεπε να έχουν συγκεκριμένες αποστάσεις και οι προσόψεις να ακολουθούν νεοκλασικά πρότυπα.
Εδώ είναι που ξεκινάει το δράμα. Για έναν κάτοικο της Πλάκας ή του Ψυρρή, το σπίτι του ήταν η αυλή του. Ο κανονισμός όμως επέβαλε το σπίτι να "κοιτάζει" τον δρόμο.
Οι Αθηναίοι αντέδρασαν γιατί η πέτρα και το μάρμαρο που απαιτούσαν οι νέες προδιαγραφές ήταν πανάκριβα. Η μεταφορά της ζωής από την κλειστή αυλή στα μεγάλα παράθυρα του δρόμου τούς φαινόταν εκτεθειμένη. Το κράτος μπορούσε να σου γκρεμίσει το μισό σπίτι αν "ενοχλούσε" την ευθεία του δρόμου, χωρίς να έχει λεφτά να σε αποζημιώσει αμέσως.
Επειδή ο νόμος έλεγε ότι αν ένα κτίριο είχε σκεπή δεν μπορούσε να κατεδαφιστεί εύκολα, οι Αθηναίοι τελειοποίησαν το χτίσιμο της νύχτας. Μάζευαν όλο το σόι, ύψωναν τοίχους με λάσπη και έβαζαν κεραμίδια πριν ξημερώσει. Όταν ο αστυνόμος ερχόταν το πρωί, το σπίτι ήταν "τετελεσμένο γεγονός".
Όπως θα έλεγε και ο Dakin, Βρετανός μελετητής της περιόδου, η Αθήνα χτίστηκε πάνω σε μια διαρκή διαπραγμάτευση: το κράτος ήθελε να φαίνεται ευρωπαϊκό, αλλά ο λαός ήθελε να ζει ελληνικά.
Η πλατεία Συντάγματος
Βρισκόμαστε στο 1843. Η Αθήνα έχει πλέον το «πρόσωπο» που της έδωσαν οι Βαυαροί: το Παλάτι (η σημερινή Βουλή) δεσπόζει στον λόφο, το Πανεπιστήμιο έχει υψωθεί και οι πρώτοι μεγάλοι δρόμοι είναι χαραγμένοι. Όμως, η πόλη βράζει.
Η δυσαρέσκεια για την οικονομική κρίση, το δάνειο που δεν μπορούσε να αποπληρωθεί και η αυστηρότητα της βαυαρικής διοίκησης έχουν ενώσει τους πάντες: από τους παλιούς αγωνιστές του '21 μέχρι τη «Χρυσή Γενιά» των φοιτητών που σύχναζαν στα καφενεία της Αιόλου.
Τη νύχτα της 2ας προς 3η Σεπτεμβρίου, ο συνταγματάρχης Δημήτριος Καλλέργης ξεκινά από τους στρατώνες (που βρίσκονταν κοντά στο σημερινό Μοναστηράκι) και κατευθύνεται προς το Παλάτι. Μαζί του είναι ο Μακρυγιάννης και ένα πλήθος λαού που βγαίνει από τα στενά του Ψυρρή και της Πλάκας. Ο στρατός και ο λαός κυκλώνουν το Παλάτι. Ο Όθωνας εμφανίζεται σε ένα παράθυρο του πρώτου ορόφου. Ο Καλλέργης του φωνάζει: «Μεγαλειότατε, ο λαός και ο στρατός ζητούν Σύνταγμα». Για ώρες, η πλατεία είναι γεμάτη ανθρώπους που περιμένουν την υπογραφή του Βασιλιά. Είναι η πρώτη φορά που ο «δημόσιος χώρος» της Αθήνας γίνεται το σκηνικό της Δημοκρατίας. Ο Όθωνας υπογράφει. Η πλατεία, που μέχρι τότε λεγόταν «Πλατεία Ανακτόρων», μετονομάζεται σε Πλατεία Συντάγματος.
Η πόλη αλλάζει ψυχολογία. Δεν είναι πια μόνο η «πόλη του Βασιλιά», αλλά η πρωτεύουσα ενός κράτους με πολίτες.
Το Καφενείο «Η Ωραία Ελλάς»: Στη γωνία Ερμού και Αιόλου, γίνεται το πολιτικό κέντρο. Εκεί οι Αθηναίοι διαβάζουν εφημερίδες, συζητούν για το Σύνταγμα και κάνουν κριτική στον Όθωνα.
Η Οδός Σταδίου: Αρχίζει να γεμίζει με τα πρώτα αστικά σπίτια των πολιτικών που θέλουν να είναι κοντά στο Παλάτι και τη νέα Βουλή.
Φτάνουμε στο 1862, τη χρονιά που η Αθήνα αποφασίζει να «τελειώσει» με το παρελθόν της. Ο Όθωνας, μετά από 30 χρόνια στον θρόνο, μοιάζει πλέον με ξένο σώμα μέσα σε μια πόλη που βράζει από τη νέα γενιά επιστημόνων και φοιτητών.
Η δράση μεταφέρεται από το Σύνταγμα προς τη βόρεια πλευρά της πόλης, εκεί που η Αθήνα προσπαθεί να αποκτήσει ένα δεύτερο κέντρο.
Η Πλατεία Οθωνος γίνεται Πλατεία Ομονοίας
Μέχρι τότε, η περιοχή της Ομόνοιας ήταν σχεδόν εξοχή. Στα σχέδια των Βαυαρών ονομαζόταν Πλατεία Όθωνος και προοριζόταν για τον χώρο όπου θα χτίζονταν τα νέα ανάκτορα (πριν επιλεγεί τελικά το Σύνταγμα). Όταν όμως το 1862 ξεσπά η επανάσταση κατά του Βασιλιά, ο λαός και ο στρατός συγκεντρώνονται εκεί.
Μετά την αναχώρηση του Όθωνα, οι ηγέτες των αντιμαχόμενων παρατάξεων έδωσαν εκεί τα χέρια για να σταματήσει ο εμφύλιος σπαραγμός. Προς τιμήν αυτής της ειρήνευσης, η πλατεία μετονομάστηκε σε Πλατεία Ομονοίας. Από εκείνη τη στιγμή, η Ομόνοια γίνεται η «λαϊκή» πλατεία της Αθήνας, σε αντίθεση με το «αριστοκρατικό» Σύνταγμα.
Η Άνοδος της Νεάπολης και της οδού Ακαδημίας
Την ίδια περίοδο, η γειτονιά της Νεάπολης (τα σημερινά Εξάρχεια) παίρνει την οριστική της μορφή. Είναι η πρώτη φορά που η Αθήνα επεκτείνεται οργανωμένα προς τον Λυκαβηττό. Εγκαθιστανται καθηγητές πανεπιστημίου, γιατροί, δικηγόροι και πολλοί φοιτητές. Είναι η γειτονιά της «Χρυσής Γενιάς». Στα μικρά καφενεία της περιοχής γεννιούνται τα πύρινα άρθρα κατά της μοναρχίας. Τα σπίτια είναι κομψά, διώροφα, με κεραμίδια και ανθοστόλιστες αυλές, μακριά από τη λάσπη του Ψυρρή.
Το 1863: Η Άφιξη του Γεωργίου Α'
Με τον νέο βασιλιά, τον Γεώργιο, η Αθήνα μπαίνει σε μια φάση σταθεροποίησης. Η πόλη αρχίζει να «συνδέεται».
1869: Ο Σιδηρόδρομος. Χτίζεται ο σταθμός στο Θησείο. Η Αθήνα συνδέεται με τον Πειραιά με ατμοκινητο τρένο. Αυτό αλλάζει τα πάντα. Η Ερμού και η Αθηνάς γίνονται οι αρτηρίες που μεταφέρουν εμπορεύματα από το λιμάνι στην καρδιά της πόλης. Τα εγκαίνια ήταν λαμπρά, με τη βασίλισσα Όλγα να επιβαίνει στο τρένο. Ήταν μια διαδρομή μόλις 8,5 χιλιομέτρων, αλλά για τους Αθηναίους της εποχής ήταν ένα θαύμα της τεχνολογίας
Η Οδός Αθηνάς: Γίνεται ο δρόμος που ενώνει τον «κόσμο της αγοράς» (Μοναστηράκι) με τον «κόσμο του μέλλοντος» (Ομόνοια).
«Η Αθήνα είναι πλέον μια πόλη που προσποιείται την Ευρωπαία. Έχει ένα Πανεπιστήμιο που βγάζει περισσότερους δικηγόρους από όσους μπορεί να αντέξει η δικαιοσύνη και δρόμους που, ενώ ονομάζονται λεωφόροι, απαιτούν γαλήνες για να τους διασχίσεις χωρίς να βουλιάξεις στη λάσπη.» - Εμμανουήλ Ροΐδης
Τα Λαυρεωτικά χτίζουν την Αθήνα
Το 1873 δημιουργήθηκε μια τεράστια χρηματιστηριακή φούσκα. Οι μετοχές των μεταλλείων Λαυρίου έγιναν το μοναδικό θέμα συζήτησης στα καφενεία της Αθήνας.
Η κοινωνική τρέλα: Άνθρωποι κάθε τάξης —από υπουργούς μέχρι νερουλάδες και χήρες που πουλούσαν τα κοσμήματά τους— αγόραζαν μετοχές της «Εταιρείας των Μεταλλουργείων Λαυρίου».
Το κέντρο της δράσης: Το Καφενείο «Η Ωραία Ελλάς» στη γωνία Ερμού και Αιόλου μετατράπηκε στο πρώτο ανεπίσημο χρηματιστήριο. Εκεί γινόταν ο χαμός, με τους Αθηναίους να ονειρεύονται ότι θα γίνουν πάμπλουτοι σε μια νύχτα.
Αυτή η εισροή κεφαλαίων (έστω και αν ήταν «φούσκα») έδωσε την απαραίτητη ρευστότητα για να αλλάξει η μορφή της πόλης:
Τα Μέγαρα της Πανεπιστημίου: Πλούσιοι ομογενείς και τραπεζίτες, που κέρδισαν από τη μεταλλευτική δραστηριότητα, άρχισαν να χτίζουν τα νεοκλασικά παλάτια που θαύμαζες πριν. Το Ιλίου Μέλαθρον του Σλήμαν είναι το πιο λαμπρό παιδί αυτής της περιόδου.
Η επέκταση προς το Κολωνάκι: Οι εύποροι Αθηναίοι άρχισαν να αφήνουν την Πλάκα και να ανεβαίνουν προς τους πρόποδες του Λυκαβηττού, δημιουργώντας μια νέα, «καθαρή» συνοικία μακριά από τη λάσπη του κέντρου.
Πλησιάζουμε στο 1880. Η Αθήνα δεν είναι πια το χωριό του 1834, αλλά μια πόλη 60.000 κατοίκων. Ο Χαρίλαος Τρικούπης ετοιμάζεται να πάρει την εξουσία και να φέρει το τρένο, το γκάζι και τα μεγάλα μάρμαρα του Τσίλλερ.
Ο Τρικούπης θέλει να κάνει την Ελλάδα κράτος ευρωπαϊκό και την Αθήνα μια πόλη που δεν θα έχει να ζηλέψει τίποτα από το Παρίσι ή τη Βιέννη.
Η Πανεπιστημίου γίνεται η «Μεγάλη Λεωφόρος»
Είναι η εποχή που η Νεοκλασική Τριλογία ολοκληρώνεται. Μετά το Πανεπιστήμιο, υψώνονται η Ακαδημία (Είναι το προσωπικό στοίχημα του Σίμωνα Σίνα. Ήθελε ένα κτίριο που να θυμίζει την κλασική αρχαιότητα στην πιο τέλεια μορφή της. Πλήρωσε τον Θεόφιλο Χάνσεν (αρχιτέκτονα) και τον Λεωνίδα Δρόση - γλύπτη) και η Εθνική Βιβλιοθήκη (χρηματοδοτηθηκε από τους Κεφαλονίτες αδελφούς Βαλλιάνου Παναγής, Μαρίνος και Ανδρέας που είχαν μια τεράστια εμπορική αυτοκρατορία στη Ρωσία και την Αγγλία)
Αστεροσκοπείο Αθηνών: Στον λόφο των Νυμφών (απέναντι από την Ακρόπολη), ο Γεώργιος Σίνας χρηματοδότησε το πρώτο επιστημονικό ίδρυμα της χώρας το 1842. Η επιλογή του σημείου δεν ήταν τυχαία· ήθελε να δείξει ότι η νέα Ελλάδα κοιτάζει τα άστρα και το μέλλον.
Ο Τσίλλερ, ο αγαπημένος αρχιτέκτονας του Τρικούπη και του Γεωργίου Α', γεμίζει την οδό Πανεπιστημίου με μέγαρα που κοσμούνται από αγάλματα και περίτεχνα αετώματα.
Ιλίου Μέλαθρον (1878-1881): Η κατοικία του ανασκαφέα της Τροίας, Ερρίκου Σλήμαν. Ήταν το πιο ακριβό σπίτι της Αθήνας, με ψηφιδωτά και τοιχογραφίες που απεικόνιζαν την Ιλιάδα.
Το Ζάππειο Μέγαρο (1888): Ένα κτίριο-σταθμός για την κοινωνική ζωή, που έφερε την Αθήνα πιο κοντά στον κόσμο των διεθνών εκθέσεων.
Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός": Ο θεμέλιος λίθος μπήκε το 1881 και το νοσοκομείο άνοιξε τις πύλες του το 1884. Αυτό είναι το "παιδί της καρδιάς της βασίλισσας Όλγας"
Το Ιππήλατο Τραμ: Ο ρυθμός των πετάλων στους δρόμους
Το 1882, επί Χαρίλαου Τρικούπη, η Αθήνα αποκτά το πρώτο της συλλογικό μέσο μεταφοράς: το ιππήλατο τραμ. Μικρά, ανοιχτά ή κλειστά βαγόνια, που τα έσερναν τρία ή τέσσερα γεροδεμένα άλογα, άρχισαν να διασχίζουν τις κεντρικές λεωφόρους πάνω σε σιδηροτροχιές. Με αφετηρία την Ακαδημία, οι γραμμές του τραμ «άπλωσαν» την πόλη προς τα Πατήσια, τους Αμπελόκηπους και το παραθαλάσσιο Φάληρο. Παρά την αργή του ταχύτητα –συχνά στις ανηφόρες οι επιβάτες αναγκάζονταν να κατέβουν για να ελαφρύνουν το φορτίο– το τραμ έγινε το αγαπημένο μέσο των Αθηναίων. Ήταν ο χώρος όπου ο αστός με το ημίψηλο καπέλο συναντούσε τον βιοπαλαιστή, σε μια διαδρομή συνοδευόμενη από τον ρυθμικό ήχο των πετάλων και το χαρακτηριστικό καμπανάκι του οδηγού που προειδοποιούσε τους περαστικούς μέσα στη σκόνη της πόλης.
Το Γκάζι και το Τρένο
Ο Τρικούπης πιστεύει στις υποδομές. Η Αθήνα «φωτίζεται» και «κινείται»:
Το Γκάζι: Το εργοστάσιο φωταερίου στην οδό Πειραιώς δουλεύει στο φουλ. Οι κεντρικοί δρόμοι αποκτούν φανοστάτες και η πόλη παύει να είναι σκοτεινή και επικίνδυνη τη νύχτα. Γύρω από τις υψικαμίνους γεννιέται το Γκαζοχώρι, η πρώτη καθαρά εργατική συνοικία της Αθήνας. Εκεί, μακριά από τα αριστοκρατικά καφενεία, γεννήθηκε μια άλλη "μαγκιά", η εργατική, που δεν είχε σχέση με τους κουτσαβάκηδες του Ψυρρή, αλλά με τη σκληρή βιοπάλη της βιομηχανικής γέννησης της Αθήνας.
Το «Θηρίο» (1885): Έτσι ονόμασαν οι Αθηναίοι το ατμοκίνητο τρένο που ένωνε την Αθήνα (σταθμός Αττικής) με την Κηφισιά. Η Κηφισιά γίνεται πλέον το «θέρετρο» της αστικής τάξης, η οποία φεύγει από τη ζέστη του κέντρου για να χτίσει πύργους ανάμεσα στα πεύκα. Το όνομά του δεν ήταν τυχαίο: οι πυκνοί μαύροι καπνοί της ατμομηχανής και το εκκωφαντικό σφύριγμα τρόμαζαν τους κατοίκους
Η «Επιχείρηση Σκούπα» του Μπαϊρακτάρη (1893)
Ενώ η Πανεπιστημίου έλαμπε, η παλιά Αθήνα στου Ψυρρή παρέμενε το άντρο των «κουτσαβάκηδων». Αυτοί οι μάγκες, με τα ριχτά σακάκια και τα μαχαίρια στη μέση, αποτελούσαν πρόκληση για το κράτος του Τρικούπη.
Ο αστυνομικός διευθυντής Δημήτριος Μπαϊρακτάρης ανέλαβε να «καθαρίσει» τη γειτονιά. Με μια τεράστια ψαλίδα, έκοβε τις «ουρές» από τα σελάχια τους και τις άκρες από τα μουστάκια τους δημόσια, εξευτελίζοντάς τους. Ήταν μια συμβολική πράξη: η Αθήνα δεν χωρούσε πια τους παλικαράδες της Τουρκοκρατίας, έπρεπε να γίνει πόλη νομοταγών πολιτών.
«Η Αθήνα είναι πλέον μια πόλη που ζει με μετοχές ονείρων. Χτίζουμε μέγαρα με δάνεια που δεν μπορούμε να πληρώσουμε και φωτίζουμε τους δρόμους μας με αέριο, ενώ οι τσέπες μας είναι άδειες.» - Εμμανουήλ Ροΐδης
Επί Τρικούπη, το Μεταξουργείο βιώνει τη δική του «βιομηχανική επανάσταση». Καθώς ο Τρικούπης προωθούσε τον εκσυγχρονισμό και τις υποδομές:
Εργατική κατοικία: Η περιοχή γεμίζει με τα σπίτια των εργατών που δουλεύουν στο εργοστάσιο μεταξιού, αλλά και στα γύρω σιδηρουργεία και αμαξοποιεία.
Σιδηρόδρομος: Η γειτνίαση με τον Σταθμό Λαρίσης και τον Σταθμό Πελοποννήσου (έργα πνοής του Τρικούπη) καθιστά το Μεταξουργείο την «πύλη» της Αθήνας για τα εμπορεύματα και τους ταξιδιώτες από την επαρχία.
Το αποκορύφωμα: Ολυμπιακοί Αγώνες 1896
Όλα αυτά—τα κτίρια του Τσίλλερ, οι στρωμένοι δρόμοι, η αστυνόμευση—οδήγησαν στη μεγάλη στιγμή του 1896. Η Αθήνα φιλοξένησε τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το Παναθηναϊκό Στάδιο, ανακατασκευασμένο από λευκό μάρμαρο χάρη στη δωρεά του Αβέρωφ, έγινε το κέντρο του κόσμου.
Εκείνη τη χρονιά, η Αθήνα ένιωσε για πρώτη φορά ότι ολοκλήρωσε τη μετάβασή της από το οθωμανικό χωριό στην ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Ήταν μια πόλη διχασμένη ανάμεσα στη δόξα του μαρμάρου και τη φτώχεια των στενών της, αλλά πλέον είχε το δικό της, αναγνωρίσιμο πρόσωπο.
Η πτώχευση του 1893 βρίσκει την Αθήνα σε μια κατάσταση «αρχιτεκτονικής σχιζοφρένειας». Από τη μία πλευρά, η πόλη λάμπει από τα μάρμαρα του Τσίλλερ και τα νεοκλασικά μέγαρα της Πανεπιστημίου, και από την άλλη, η καθημερινότητα των Αθηναίων βυθίζεται στην ακρίβεια, τους φόρους και την απογοήτευση. Το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη δεν ήταν απλώς μια πολιτική δήλωση, αλλά ένας σεισμός που πάγωσε τον χρόνο στην πρωτεύουσα.
Το πάγωμα της οικοδόμησης
Η πρώτη άμεση συνέπεια ήταν το σταμάτημα των μεγάλων έργων. Τα εργοτάξια που έδιναν ζωή στην πόλη νέκρωσαν. Σκαλωσιές έμειναν ορφανές για χρόνια, και πολλά δημόσια κτίρια που είχαν ξεκινήσει με ενθουσιασμό, έμειναν ημιτελή. Η Αθήνα γέμισε με «κουφάρια» κτιρίων που θύμιζαν στους περαστικούς το οικονομικό ναυάγιο. Η λάμψη της δεκαετίας του 1880 έδωσε τη θέση της σε μια εικόνα εγκατάλειψης.
Οι εφημερίδες της εποχής, όπως η «Εστία», γέμισαν με αγγελίες πλειστηριασμών. Τα μεγάλα αστικά σπίτια που χτίστηκαν με τα κέρδη των Λαυρεωτικών άρχισαν να αλλάζουν χέρια ή να νοικιάζονται δωμάτιο-δωμάτιο. Η μεσαία τάξη, που είχε επενδύσει στο όνειρο του Τρικούπη, βρέθηκε να πουλάει τα έπιπλά της για να πληρώσει τον φόρο του χαρτοσήμου.
«Η Αθήνα έγινε μια πόλη όπου οι άνθρωποι μετρούν τα πεντόβολα για το ψωμί, ενώ από πάνω τους υψώνονται οι μαρμάρινοι θεοί της Ακαδημίας, αδιάφοροι για την πείνα των ζωντανών.»
-Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Η πτώχευση οδήγησε αναπόφευκτα στην εθνική ταπείνωση του 1897. Ο ατυχής πόλεμος με την Τουρκία βρήκε την Αθήνα να υποδέχεται χιλιάδες πρόσφυγες από τη Θεσσαλία, οι οποίοι κατασκήνωσαν στις πλατείες και κάτω από τους στύλους του Ολυμπίου Διός. Η πόλη που ονειρευόταν να γίνει Βιέννη, έγινε για λίγο ένας απέραντος προσφυγικός καταυλισμός.
Στο γύρισμα του αιώνα, η Αθήνα στέκεται μετέωρη ανάμεσα σε έναν ρομαντικό 19ο αιώνα που σβήνει και σε έναν τεχνολογικό 20ό που προβάλει ορμητικός, περιμένοντας τον ηλεκτρισμό να αντικαταστήσει το τρεμάμενο φως του γκαζιού και να δώσει κίνηση στα πρώτα ηλεκτρικά τραμ. Πέρα από το φως, η πόλη αγωνιά για την επίλυση του χρόνιου προβλήματος της ύδρευσης με το όραμα ενός μεγάλου φράγματος, προσδοκά την έλευση του αυτοκινήτου που θα επιβάλει την ασφαλτόστρωση των σκονισμένων λεωφόρων, και προετοιμάζεται κοινωνικά για τη μετάβαση από τη λαϊκή «μαγκιά» του Ψυρρή στην αστική ευπρέπεια των νέων πολυκαταστημάτων και του κινηματογράφου. Είναι μια πρωτεύουσα σε πνευματική αναμονή, που μετά την πτώχευση και την ταπείνωση του 1897, αναζητά μια νέα πολιτική ταυτότητα, την οποία θα βρει λίγο αργότερα στον εξώστη του Βενιζέλου, σφραγίζοντας οριστικά την ενηλικίωσή της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου