Το «Διάταγμα Θανάτου» είναι ο όρος που χρησιμοποιούν οι Τούρκοι ιστορικοί για να περιγράψουν τη Συνθήκη των Σεβρών. Για την εθνική συνείδηση της Τουρκίας, δεν ήταν μια συνθήκη ειρήνης, αλλά η καταδίκη ενός έθνους σε αφανισμό.
Εδώ είναι το κλίμα και οι αντιδράσεις γύρω από αυτό το έγγραφο που άλλαξε τον ρου της ιστορίας:
Η Ταπείνωση της Κωνσταντινούπολης
Όταν οι όροι της συνθήκης έγιναν γνωστοί, η κυβέρνηση του Σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη βρέθηκε σε απόγνωση. Η Τουρκία έχανε σχεδόν όλα τα εδάφη της στην Ευρώπη και το μεγαλύτερο μέρος της Μικράς Ασίας.
Μαρτυρία Τούρκου αξιωματούχου:
«Όταν διαβάσαμε το κείμενο, η σιωπή στην αίθουσα ήταν νεκρική. Δεν μας ζητούσαν απλώς εδάφη, μας ζητούσαν να πάψουμε να υπάρχουμε ως κράτος. Η Σμύρνη στους Έλληνες, η Αδριανούπολη στους Έλληνες, η Αρμενία ανεξάρτητη, η Ανταλία στους Ιταλούς... Αυτό δεν ήταν συνθήκη, ήταν η εκτέλεσή μας.»
Η Αντίδραση του Κεμάλ: «Θα πολεμήσουμε μέχρις εσχάτων»
Ενώ ο Σουλτάνος υπέγραφε στο Παρίσι φοβισμένος από τα κανόνια των Συμμάχων, ο Μουσταφά Κεμάλ στην Άγκυρα μετέτρεπε την απόγνωση σε οργή.
Από τη διακήρυξη του Κεμάλ προς τον τουρκικό λαό:
«Αυτή η συνθήκη είναι η θανατική καταδίκη του τουρκικού έθνους. Αλλά το έθνος μας δεν είναι νεκρό. Όποιος δέχεται τους όρους των Σεβρών είναι προδότης της πατρίδας. Η απάντησή μας δεν θα δοθεί με μελάνι, αλλά με το αίμα των στρατιωτών μας στα βουνά της Ανατολίας.»
Η Μαρτυρία για το «Μαύρο Πένθος»
Στην Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα, η μέρα της υπογραφής κηρύχθηκε μέρα εθνικού πένθους.
«Οι εφημερίδες κυκλοφόρησαν με μαύρο πλαίσιο. Στα τζαμιά οι προσευχές ήταν θρήνοι. Ο κόσμος ένιωθε ότι η "Μεγάλη Ιδέα" των Ελλήνων ήταν ο δικός τους θάνατος. Αυτό το μίσος ήταν που ένωσε τους διασκορπισμένους Τούρκους στρατιώτες κάτω από τις διαταγές του Κεμάλ. Η συνθήκη, αντί να φέρει την ειρήνη, έγινε το καλύτερο εργαλείο προπαγάνδας για τον τουρκικό εθνικισμό.»
Ο Κεμάλ δεν παρουσίαζε την Ελλάδα ως μια ανεξάρτητη δύναμη, αλλά ως το «εργαλείο» του βρετανικού ιμπεριαλισμού.
«Οι Έλληνες δεν έρχονται για τον εαυτό τους, έρχονται για να κάνουν τη δουλειά των Άγγλων. Είναι τα σκυλιά που αμόλησαν οι Μεγάλες Δυνάμεις για να μας διαμελίσουν». Στόχος του να πείσει τους Τούρκους ότι ο πόλεμος δεν είναι μόνο κατά της Ελλάδας, αλλά ένας παγκόσμιος απελευθερωτικός αγώνας κατά της Δύσης.
Αν και ο Κεμάλ ήταν κοσμικός, χρησιμοποίησε τη θρησκεία για να φανατίσει τους χωρικούς της Ανατολίας.
«Το Ισλάμ κινδυνεύει. Οι άπιστοι (Gavur) πατούν τα ιερά μας χώματα. Η Σμύρνη είναι η πόρτα του εχθρού για να καταστρέψει την πίστη μας».
Σε κάθε χωριό, οι ιμάμηδες διάβαζαν φετφάδες (θρησκευτικά διατάγματα) που έλεγαν ότι ο αγώνας κατά των Ελλήνων είναι «ιερός πόλεμος» και όποιος πεθαίνει σε αυτόν είναι μάρτυρας (Şehit).
«Δείτε τον χάρτη! Μας αφήνουν μόνο μια μικρή λωρίδα γης στην κεντρική Ανατολία. Μας παίρνουν τη θάλασσα, μας παίρνουν την αξιοπρέπεια. Ή θα σκιστεί αυτή η συνθήκη με το σπαθί, ή θα γίνουμε δούλοι».
Δημιούργησαν τα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας» που εκτελούσαν με συνοπτικές διαδικασίες όποιον θεωρούνταν ηττοπαθής ή λιποτάκτης.
«Δεν υπάρχει πια Σουλτάνος, δεν υπάρχει πια Χαλίφης. Υπάρχει μόνο το Έθνος. Όποιος συνεργάζεται με τους Συμμάχους ή δεν ακολουθεί την Άγκυρα είναι προδότης και θα εκτελείται».
Οι Τούρκοι κατάσκοποι στην Αθήνα και τη Σμύρνη ενημέρωναν τον Κεμάλ για το μίσος ανάμεσα σε βενιζελικούς και βασιλικούς. Στους Έλληνες στρατιώτες πετούσαν προκηρύξεις από αεροπλάνα που έλεγαν: «Γιατί πολεμάτε σε ξένα χώματα; Στην Αθήνα τρώγονται μεταξύ τους. Οι Σύμμαχοί σας σας εγκατέλειψαν. Παραδοθείτε και θα ζήσετε».
Ένας Τούρκος στρατιώτης είπε: «Μας έλεγαν ότι οι Έλληνες είναι κουρασμένοι και ότι οι δικοί τους άνθρωποι στην Ελλάδα δεν τους θέλουν πια. Αυτό μας έδινε θάρρος. Πιστεύαμε ότι αν αντέχαμε λίγο ακόμα, ο ελληνικός στρατός θα κατέρρεε από μέσα. Και έτσι έγινε».
Αυτή η συμπαγής εθνική συνείδηση που έχτισε ο Κεμάλ ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο που συνάντησε ο ελληνικός στρατός στην πορεία του προς την Άγκυρα.
"Οι Σύμμαχοί σας σας εγκατέλειψαν."
Αυτή η φράση ήταν το «δηλητήριο» που πότισε τις καρδιές των Ελλήνων φαντάρων στα χαρακώματα της Μικράς Ασίας, και το τραγικό είναι ότι δεν ήταν ψέμα. Ήταν η πιο αποτελεσματική προπαγάνδα του Κεμάλ, γιατί βασιζόταν σε μια σκληρή πραγματικότητα που εξελισσόταν πίσω από την πλάτη του ελληνικού στρατού.
Μετά την επιστροφή του Βασιλιά Κωνσταντίνου το 1920, οι Σύμμαχοι (Γαλλία και Ιταλία) βρήκαν το πρόσχημα που έψαχναν για να αποδεσμευτούν από τη Μικρασιατική εκστρατεία.
«Εμείς υπογράψαμε τη Συνθήκη των Σεβρών με τον Βενιζέλο, έναν έμπιστο σύμμαχο. Τώρα που ο ελληνικός λαός επέλεξε να φέρει πίσω έναν άνθρωπο που μας πολέμησε, οι υποχρεώσεις μας παύουν να ισχύουν». Μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 , η νέα κυβέρνηση οργάνωσε δημοψήφισμα για την επιστροφή του Βασιλιά. Το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικό υπέρ του Κωνσταντίνου (99%), αν και οι Βενιζελικοί απείχαν. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, σοκαρισμένος από το αποτέλεσμα, εγκατέλειψε την Ελλάδα και αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι.
Οι Γάλλοι: Υπέγραψαν τη Συμφωνία της Άγκυρας (1921) με τον Κεμάλ, αποχώρησαν από την Κιλικία και του παρέδωσαν τεράστιες ποσότητες γαλλικού οπλισμού που χρησιμοποιήθηκε εναντίον των Ελλήνων.
Οι Ιταλοί: Εγκατέλειψαν τις δικές τους ζώνες κατοχής και άρχισαν να εφοδιάζουν τους Τούρκους με καύσιμα και πληροφορίες.
Οι Βρετανοί: Παρέμειναν «φίλοι» στα λόγια, αλλά στην πράξη δεν έστειλαν ούτε έναν στρατιώτη ούτε μία λίρα οικονομικής βοήθειας.
Παράλληλα, το πρόσχημα της «μη αναγνώρισης» του Βασιλιά επέτρεψε στους Συμμάχους να κόψουν τις πιστώσεις προς την Ελλάδα. Η Ελλάδα βρέθηκε να διεξάγει έναν πανάκριβο πόλεμο στην Ασία χωρίς δάνεια, την ώρα που το εθνικό νόμισμα κατέρρεε. Οι Σύμμαχοι αρνήθηκαν ακόμα και την παράδοση οπλισμού που είχε ήδη προπληρωθεί, αφήνοντας τον στρατό με ελλείψεις σε πυρομαχικά και ένδυση.
«Ο Κωνσταντίνος ήταν το φύλλο συκής που χρησιμοποίησε η Ευρώπη για να κρύψει την προδοσία της. Αν δεν ήταν ο Βασιλιάς, θα έβρισκαν κάτι άλλο. Οι Σύμμαχοι δεν μας εγκατέλειψαν επειδή άλλαξε ο ηγεμόνας, μας εγκατέλειψαν επειδή δεν τους ήμασταν πια χρήσιμοι.» λέει μαρτυρία της εποχής.
Οι λαοί της Ευρώπης δεν ήθελαν άλλους νεκρούς για τα «ελληνικά όνειρα». Η Γαλλία ήθελε να εξασφαλίσει τα δάνεια που είχε δώσει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, κάτι που μόνο μια συμφωνία με τον Κεμάλ θα εγγυόταν. Μια πολύ μεγάλη Ελλάδα θα γινόταν «όργανο» της Βρετανίας στη Μεσόγειο, κάτι που οι Γάλλοι και οι Ιταλοί δεν μπορούσαν να επιτρέψουν.
Οι υποσχέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων
Οι υποσχέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν ένας δαίδαλος από μυστικές συμφωνίες, αντιφατικές δεσμεύσεις και «επιταγές χωρίς αντίκρισμα». Το πρόβλημα ήταν ότι υποσχέθηκαν τα ίδια εδάφη σε διαφορετικούς παίκτες ταυτόχρονα.
Ιδού το «παζάρι» των υποσχέσεων πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου:
Οι υποσχέσεις προς την Ελλάδα (1915)
Για να πείσουν τον Βενιζέλο να μπει στον πόλεμο, οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν το πιο ισχυρό δέλεαρ.
Τι υποσχέθηκαν: Την Κύπρο (τον Οκτώβριο του 1915, αν η Ελλάδα βοηθούσε τη Σερβία) και «τεράστιες εδαφικές παραχωρήσεις στη Μικρά Ασία».
Η παγίδα: Οι υποσχέσεις ήταν αόριστες ως προς τα όρια. Έλεγαν «την περιοχή της Σμύρνης», αλλά ποτέ δεν καθόρισαν πόσο βαθιά στην ενδοχώρα θα έφτανε αυτή η κυριαρχία.
Οι υποσχέσεις προς την Ιταλία (Συμφωνία του Λονδίνου, 1915)
Εδώ ξεκινά το διπλό παιχνίδι. Για να πείσουν την Ιταλία να εγκαταλείψει τη συμμαχία με τους Γερμανούς:
Τι υποσχέθηκαν: Τα Δωδεκάνησα, την Αττάλεια και ολόκληρη την περιοχή της Σμύρνης.
Το αποτέλεσμα: Η Ιταλία και η Ελλάδα διεκδικούσαν το ίδιο ακριβώς «οικόπεδο» (τη Σμύρνη) με βάση υποσχέσεις των ίδιων ανθρώπων (των Άγγλων και των Γάλλων).
Οι υποσχέσεις προς τους Άραβες και τους Σιωνιστές
Ενώ υποσχέθηκαν τη Μικρά Ασία σε Έλληνες και Ιταλούς, οι Μεγάλοι έταζαν και την υπόλοιπη Αυτοκρατορία:
Στους Άραβες: Υποσχέθηκαν ένα μεγάλο ανεξάρτητο Αραβικό Βασίλειο (αλληλογραφία ΜακΜάχον-Χουσεΐν) για να επαναστατήσουν κατά των Τούρκων.
Στους Σιωνιστές: Με τη Διακήρυξη Μπάλφουρ (1917), η Βρετανία υποσχέθηκε τη δημιουργία μιας «εβραϊκής εθνικής εστίας» στην Παλαιστίνη.
Πίσω όμως από την πλάτη όλων των μικρών λαών, η Βρετανία και η Γαλλία τράβηξαν μια γραμμή στην άμμο και χώρισαν τη Μέση Ανατολή (Συμφωνία Σάικς-Πικό, 1916).
Η Γαλλία θα έπαιρνε τη Συρία, τον Λίβανο και την Κιλικία (ΝΑ Τουρκία).
Η Βρετανία θα έπαιρνε το Ιράκ (πετρέλαια), την Ιορδανία και την Παλαιστίνη.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, οι Μεγάλες Δυνάμεις βρέθηκαν μπροστά σε ένα χάος αντιφάσεων.
Η Ρωσία βγήκε από το παιχνίδι: Με την επανάσταση του 1917, οι Μπολσεβίκοι δημοσιοποίησαν όλες τις μυστικές συμφωνίες, εκθέτοντας την υποκρισία των Συμμάχων.
Η εμφάνιση των ΗΠΑ: Ο Πρόεδρος Ουίλσον έφερε την αρχή της «αυτοδιάθεσης», η οποία ακύρωνε τις μυστικές μοιρασιές των Αγγλογάλλων.
Η κούραση: Οι υποσχέσεις απαιτούσαν στρατό για να υλοποιηθούν. Μετά το 1918, κανείς Άγγλος ή Γάλλος στρατιώτης δεν ήθελε να πεθάνει για τη Σμύρνη ή τη Δαμασκό.
Η Αντίφαση του Κωνσταντίνου και η εκστρατεία
Μετά τον θρίαμβο του δημοψηφίσματος, ο Κωνσταντίνος επέστρεψε σε μια Ελλάδα που περίμενε από αυτόν το αδύνατο: να φέρει την ειρήνη χωρίς να χάσει τη Μικρά Ασία. Ενώ είχε εκλεγεί με τη σιωπηρή υπόσχεση της αποστράτευσης («Οίκαδε»), ο Κωνσταντίνος και η νέα κυβέρνηση του Δημήτριου Γούναρη κατάλαβαν αμέσως ότι αν εγκατέλειπαν τη Σμύρνη, θα κατέρρεαν πολιτικά. Αντί για ειρήνη, επέλεξαν την κλιμάκωση. Ο Κωνσταντίνος, θέλοντας να αποδείξει στους Συμμάχους ότι είναι εξίσου χρήσιμος και ικανός με τον Βενιζέλο, διέταξε τη συνέχιση της εκστρατείας προς την Άγκυρα.
Για να τονωθεί το ηθικό, ο Κωνσταντίνος μετέβη στη Μικρά Ασία και εγκατέστησε το στρατηγείο του στην Κιουτάχεια. Όμως ό βασιλιάς ήταν ήδη βαριά άρρωστος (νεφρική ανεπάρκεια). Οι μαρτυρίες τον περιγράφουν ως μια σκιά του παλιού του εαυτού.
Μαρτυρία Αξιωματικού: «Τον βλέπαμε να κάθεται στις συσκέψεις αποστασιοποιημένος, σχεδόν χαμένος. Η παρουσία του, που άλλοτε ηλεκτρίζε το στράτευμα στους Βαλκανικούς, τώρα προκαλούσε ανησυχία. Δεν ήταν πια ο "Στρατηλάτης", αλλά ένας κουρασμένος άνθρωπος που προσπαθούσε να διαχειριστεί μια καταστροφή που έβλεπε να έρχεται».
Εκεί, τον Ιούλιο του 1921, ο Κωνσταντίνος επικύρωσε την απόφαση για την προέλαση προς τον Σαγγάριο. Παρά τις επιφυλάξεις ορισμένων επιτελών για τις γραμμές ανεφοδιασμού, ο Βασιλιάς δεν χρησιμοποίησε το κύρος του για να σταματήσει την επικίνδυνη επιχείρηση. Ο στρατός οδηγήθηκε στην «Αλμυρά Έρημο», όπου η έλλειψη εφοδίων και η τουρκική αντίσταση τον καθήλωσαν.
Μετά την αποτυχία κατάληψης της Άγκυρας, ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στην Αθήνα. Η στάση του έγινε παθητική. Αρνήθηκε να κάνει τις απαραίτητες υποχωρήσεις που ίσως έσωζαν τη Σμύρνη ως αυτόνομη περιοχή, ελπίζοντας μέχρι την τελευταία στιγμή σε ένα «θαύμα» από τη Βρετανία που δεν ήρθε ποτέ. Όταν το μέτωπο κατέρρευσε τον Αύγουστο του 1922, η οργή του στρατού στράφηκε εναντίον του. Η Επανάσταση των Πλαστήρα-Γονατά τον ανάγκασε σε παραίτηση τον Σεπτέμβριο του '22.
«Έβλεπα τους άνδρες μου, παιδιά που είχαν φτύσει αίμα στον Σαγγάριο, να κοιτάζουν προς τα πίσω. Δεν φοβούνταν τον Τούρκο. Φοβούνταν την εγκατάλειψη από την Αθήνα. Όταν το μέτωπο έσπασε στο Αφιόν Καραχισάρ, κατάλαβα ότι δεν χάσαμε από τον Κεμάλ, αλλά από τη διπλωματία που μας άφησε χωρίς φυσίγγια και από την πολιτική που μας δίχασε.» - Νικόλαος Πλαστήρας.
«Ορκίστηκα πάνω στα σώματα των νεκρών μου στη Μικρά Ασία ότι όσοι μας έστειλαν εκεί χωρίς εφόδια και μετά μας άφησαν μόνους, θα λογοδοτήσουν. Η Επανάσταση δεν ήταν κίνημα, ήταν η κραυγή του στρατού που προδόθηκε.»
Ο Πλαστήρας διοικούσε το θρυλικό 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων. Ήταν ο μόνος που κατάφερε να κρατήσει τη μονάδα του συντεταγμένη ακόμα και κατά την άτακτη υποχώρηση.
Ο Γονατάς, ως επιτελικός και αργότερα ηγέτης της Επανάστασης, εστίασε στην απώλεια της στήριξης των Μεγάλων Δυνάμεων.
Από τα απομνημονεύματά του: «Η μεταβολή της στάσης των Συμμάχων μετά το 1920 ήταν το προαναγγελθέν έγκλημα. Οι Γάλλοι μας έβλεπαν πλέον ως εμπόδιο. Στο μέτωπο, οι αξιωματικοί γνωρίζαμε ότι κάθε μέρα που περνούσε, ο Κεμάλ γινόταν ισχυρότερος με ευρωπαϊκά όπλα, ενώ εμείς λιώναμε στην αναμονή. Η καταστροφή ήταν μαθηματικά βέβαιη από τη στιγμή που η Ελλάδα έμεινε διπλωματικά ακάλυπτη.»
Ο Παπούλας ήταν ο Αρχιστράτηγος μέχρι τον Μάιο του 1922. Παραιτήθηκε όταν κατάλαβε ότι το παιχνίδι είχε χαθεί.
Τι είπε στον Βασιλιά και την κυβέρνηση:
«Σας προειδοποίησα ότι ο στρατός έχει εξαντληθεί. Οι άνδρες υπηρετούν δέκα χρόνια. Δεν μπορούμε να κρατήσουμε ένα μέτωπο 700 χιλιομέτρων χωρίς βοήθεια, χωρίς χρήματα, χωρίς ελπίδα. Η Μικρά Ασία δεν είναι πια πεδίο δόξης, είναι μια παγίδα που κλείνει.»
Μετά την Καταστροφή, ο Πλαστήρας και ο Γονατάς συναντήθηκαν στη Χίο και τη Μυτιλήνη με τα υπολείμματα του στρατού. Εκεί συνέταξαν το πρωτόκολλο της Επανάστασης.
Η Διακήρυξη προς τον Λαό:
«Ο στρατός της Μικράς Ασίας, ο προδοθείς, ο εγκαταλειφθείς, ο νικημένος από την κακήν διοίκησιν και την ανικανότητα των υπευθύνων, απαιτεί την παραίτησιν του Βασιλέως και την τιμωρίαν των ενόχων της εθνικής συμφοράς.»
Το κλείσιμο του κύκλου: Η Δίκη των Έξι
Η κατηγορία δεν ήταν απλώς η λάθος πολιτική, αλλά ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν πως η παραμονή στη Μικρά Ασία μετά την απόσυρση των Συμμάχων θα οδηγούσε στην καταστροφή, και παρ' όλα αυτά συνέχισαν τον πόλεμο για να κρατηθούν στην εξουσία.
Ο Θεόδωρος Πάγκαλος, εκ των κατηγόρων, ήταν αμείλικτος:
«Δεν δικάζουμε την αποτυχία. Δικάζουμε την εγκληματική αδιαφορία. Στείλατε τα παιδιά της Ελλάδας στη σφαγή, γνωρίζοντας ότι η Ευρώπη μας είχε γυρίσει την πλάτη. Κρατήσατε τον Βασιλιά για να μην χάσετε τις καρέκλες σας, ενώ το μέτωπο είχε ήδη πεθάνει.»
Ο Γούναρης, αν και βαριά άρρωστος (τον μετέφεραν στη δίκη με φορείο από το νοσοκομείο), προσπάθησε να εξηγήσει το αδιέξοδο:
«Πιστεύαμε πως η Αγγλία στο τέλος δεν θα μας άφηνε. Πιστεύαμε πως η τιμή της Ελλάδας επέβαλε τη θυσία. Δεν προδώσαμε, ατυχήσαμε.»
Το δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση στις 6:30 το πρωί: Θάνατος.
Παρά τις πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων (ειδικά της Αγγλίας) για χάρη, ο Πλαστήρας ήταν ανένδοτος. Πίστευε ότι αν δεν υπήρχε τιμωρία, ο εθνικός διχασμός θα έκαιγε την Ελλάδα για πάντα.
Οι έξι οδηγήθηκαν στο Γουδή. Ο Χατζανέστης καθαιρέθηκε από το βαθμό του πριν την εκτέλεση. Λέγεται ότι ο Γούναρης ψιθύρισε «Ζήτω η Ελλάς» πριν ακουστεί η ομοβροντία του αποσπάσματος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου