Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Από το Μαύρο Ψωμί του Διχασμού στον Θρίαμβο των Σεβρών

Η Ελλάδα δεν ήταν ποτέ ένα απομονωμένο νησί, αλλά ένα κομμάτι στο παγκόσμιο παζλ των Μεγάλων Δυνάμεων. Όταν αυτές οι Δυνάμεις συγκρούστηκαν το 1914, η Ελλάδα βρέθηκε στη μέση, όχι ως ισότιμος παίκτης, αλλά ως ένα στρατηγικό οικόπεδο που όλοι ήθελαν να ελέγξουν.

Η ανεξαρτησία της Ελλάδας ήταν "εγγυημένη αλλά όχι απόλυτη". Όταν ξέσπασε ο πόλεμος το 1914, οι "Προστάτιδες Δυνάμεις" (Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) απαίτησαν την εξαργύρωση αυτής της προστασίας. Ο Βενιζέλος πίστευε ότι μόνο αν ήμασταν στο πλευρό τους θα γινόταν η εθνική ολοκλήρωση.
Η Γερμανία, όπως και οι υπόλοιπες δυνάμεις, δεν είχε μόνο αποικίες στην Αφρική. Είχε καταφέρει να "αλώσει" το ελληνικό Γενικό Επιτελείο και το Παλάτι. Ο Κωνσταντίνος, παντρεμένος με την αδελφή του Κάιζερ, ήταν το "πρόσωπο" αυτής της νέας επιρροής. Έτσι, η Ελλάδα έγινε το πεδίο όπου η παλιά κυριαρχία (Αγγλογάλλοι) συγκρούστηκε με τη νέα ορμή (Γερμανοί). Η Ελλάδα, λόγω της θέσης της στον δρόμο προς τις αποικίες (Σουέζ, Ινδίες) και προς τα πετρέλαια της Ανατολής, έγινε ξαφνικά ένα πολύτιμο "ακίνητο". 

​Η Αντάντ την ήθελε για να βοηθήσει τη Ρωσία μέσω των Στενών.
​Η Γερμανία την ήθελε ουδέτερη για να μην κλείσει ο δρόμος προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Ρωσία ήταν σύμμαχος των Άγγλων και των Γάλλων, αλλά είχε ένα τεράστιο πρόβλημα: ήταν απομονωμένη. Οι γερμανικές δυνάμεις έλεγχαν τη Βαλτική Θάλασσα στον Βορρά, οπότε ο μόνος τρόπος για να στείλουν οι Σύμμαχοι όπλα και εφόδια στους Ρώσους (και να πάρουν σιτάρι από αυτούς) ήταν μέσω της Μεσογείου και των Στενών των Δαρδανελίων (Βόσπορος). Για να επιτεθεί η Αντάντ στα Στενά (όπως τα έλεγχαν οι Οθωμανοί, σύμμαχοι των Γερμανών), χρειαζόταν μια βάση κοντά. Η Λήμνος (ο κόλπος του Μούδρου) και η Θεσσαλονίκη ήταν τα ιδανικά σημεία. Αν η Ελλάδα έμπαινε στον πόλεμο, οι Σύμμαχοι θα είχαν το «ορμητήριο» που χρειαζόταν για να σπάσουν την απομόνωση της Ρωσίας και να βγάλουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία εκτός μάχης.

Η Γερμανία είχε ένα μεγαλειώδες σχέδιο: τη σιδηροδρομική γραμμή Βερολίνο-Βαγδάτη. Ήθελαν να ενώσουν την κεντρική Ευρώπη με τις πηγές πετρελαίου της Μέσης Ανατολής, παρακάμπτοντας το βρετανικό ναυτικό που έλεγχε τις θάλασσες.
Η Ελλάδα βρισκόταν στα «πλευρά» αυτής της διαδρομής. Οι Γερμανοί ήξεραν ότι ο ελληνικός στρατός ήταν ισχυρός μετά τους Βαλκανικούς.
​Αν η Ελλάδα παρέμενε ουδέτερη, οι Γερμανοί δεν θα χρειαζόταν να στείλουν στρατό στα Βαλκάνια για να προστατέψουν τα νώτα των Οθωμανών. Η ουδετερότητα της Ελλάδας ήταν για τη Γερμανία η καλύτερη δυνατή λύση, γιατί «κλείδωνε» τη βρετανική επιρροή έξω από τη χερσόνησο του Αίμου.

Ο Βενιζέλος έβλεπε ότι αν δεν πηγαίναμε με την Αντάντ, οι Σύμμαχοι θα μας θεωρούσαν εχθρούς και θα έχαναν την εμπιστοσύνη τους. Ο Κωνσταντίνος πίστευε ότι αν πηγαίναμε με την Αντάντ, οι Γερμανοί θα μας ισοπέδωναν όπως έκαναν με το Βέλγιο και τη Σερβία.

Η Απόβαση (Οκτώβριος 1915)

​Μετά τη δεύτερη παραίτηση του Βενιζέλου, η κατάσταση ξέφυγε. Οι Αγγλογάλλοι, με την άδεια του Βενιζέλου (αλλά υπό την επίσημη διαμαρτυρία της κυβέρνησης των Αθηνών), αποβιβάζουν χιλιάδες στρατιώτες στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Το λιμάνι γεμίζει με πλοία της Αντάντ. Στρατιώτες από όλο τον κόσμο —Άγγλοι, Γάλλοι, Σενεγαλέζοι, Ινδοί, Ιταλοί, αργότερα Ρώσοι και Σέρβοι— κυκλοφορούν στους δρόμους. Η Θεσσαλονίκη γίνεται μια «Βαβέλ».
Το «Μακεδονικό Μέτωπο» και η Καθημερινότητα
​Οι Σύμμαχοι αρχίζουν να σκάβουν χαρακώματα και να στήνουν συρματοπλέγματα γύρω από την πόλη, από τον Θερμαϊκό μέχρι τη λίμνη Λαγκαδά.
​Από τη μία, οι έμποροι και οι ιδιοκτήτες καφενείων πλουτίζουν από το ξένο συνάλλαγμα (λίρες και φράγκα). Από την άλλη, οι τιμές των τροφίμων εκτοξεύονται και οι πρόσφυγες από τους προηγούμενους πολέμους ζουν σε άθλιες συνθήκες.

Μαρτυρία Γάλλου αξιωματικού του «Στρατού της Ανατολής»:​

«Στη Θεσσαλονίκη το χρήμα έρρεε άφθονο. Τα καφενεία στην οδό Τσιμισκή ήταν γεμάτα αξιωματικούς που έπιναν γαλλικά κρασιά, ενώ οι ντόπιοι έμποροι έκαναν χρυσές δουλειές πουλώντας μας τα πάντα, από τρόφιμα μέχρι αναμνηστικά. Όμως, μόλις έβγαινες έξω από την πόλη, στα χαρακώματα του Βαρδάρη, η λάσπη και η ελονοσία θέριζαν. Ήταν μια πόλη που ζούσε σε έναν πυρετό πλούτου και θανάτου ταυτόχρονα».

 Μαρτυρία κατοίκου :

​«Η πόλη γέμισε στολές που δεν είχαμε ξαναδεί. Γάλλοι, Άγγλοι, Σέρβοι, ακόμα και Ινδοί και Αφρικανοί των αποικιακών στρατευμάτων. Στην αρχή μας φαινόταν σαν πανηγύρι. Όταν ο Βενιζέλος βγήκε στο μπαλκόνι, ο κόσμος από κάτω έκλαιγε. Πιστεύαμε πως με τη βοήθεια των Συμμάχων θα πάρουμε την Πόλη. Οι δρόμοι μύριζαν γαλλικό σαπούνι και ακριβό καπνό, αλλά η ακρίβεια άρχισε να μας πνίγει.»

​Η Θεσσαλονίκη γίνεται η πρωτεύουσα της κατασκοπείας. Στα ξενοδοχεία της παραλίας, όπως το «Λουξεμβούργο», πράκτορες της Αντάντ και πληροφοριοδότες των Γερμανών κάθονται σε διπλανά τραπέζια.

Το 1916 η κατάσταση επιδεινώνεται. 
​Ο Σερβικός Στρατός μετά την κατάρρευση του μετώπου του υποχωρεί μέσω Αλβανίας και η Αντάντ τους μεταφέρει στην Κέρκυρα και μετά στη Θεσσαλονίκη για να ανασυνταχθούν. Η Ελλάδα φιλοξενεί έναν ξένο στρατό στο έδαφός της χωρίς να πολεμά. Για να «ισοφαρίσει» την παρουσία των Συμμάχων στη Θεσσαλονίκη, η κυβέρνηση της Αθήνας επιτρέπει στους Γερμανοβουλγάρους να καταλάβουν το οχυρό Ρούπελ στη Μακεδονία. Για τους Μακεδόνες και τους Βενιζελικούς, αυτό ήταν η απόλυτη προδοσία. Οι Βούλγαροι —οι εχθροί των Βαλκανικών— έμπαιναν πάλι σε ελληνικό έδαφος με τις ευλογίες της Αθήνας.

Ένας Γάλλος στρατιώτης έγραφε:
​«Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που δεν ξέρει αν είναι σε πόλεμο ή σε γιορτή. Στα χαρακώματα λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη πεθαίνουμε από την ελονοσία και τις βουλγαρικές οβίδες, και το βράδυ επιστρέφουμε στην παραλία για να πιούμε σαμπάνια με τις κυρίες της πόλης. Είναι το πιο σουρεαλιστικό μέτωπο της Ευρώπης».

Αυτή η «ασφυξία» στη Θεσσαλονίκη ήταν που γέννησε το Κίνημα της Εθνικής Αμύνης. Οι αξιωματικοί που έβλεπαν τους Βουλγάρους να ξαναπαίρνουν τη Μακεδονία ενώ ο Βασιλιάς διέταζε «ουδετερότητα», δεν άντεξαν. Τον Αύγουστο του 1916, η Θεσσαλονίκη επαναστάτησε κατά της Αθήνας.

Οι Σύμμαχοι ζητούν εγγυήσεις 

Οι Σύμμαχοι ζήτησαν από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου να τους παραδώσει όπλα και πυρομαχικά ως «εγγύηση» ουδετερότητας. Ο Βασιλιάς αρνήθηκε. Γαλλικά και αγγλικά αγήματα αποβιβάστηκαν στον Πειραιά και προχώρησαν προς το κέντρο (στο Θησείο και τον Λόφο του Φιλοπάππου). Εκεί ήρθαν σε σύγκρουση με τους «Επιστράτους» (τους φανατικούς οπαδούς του Βασιλιά). 

​Η μαρτυρία ενός Αθηναίου κατά τη διάρκεια των «Νοεμβριανών» (1916), όταν οι Συμμαχικοί στόλοι βομβάρδισαν την Αθήνα και αποβίβασαν ναύτες στον Πειραιά:​ 

«Οι Γάλλοι μας χτυπούσαν από τη θάλασσα. Τα κανόνια τους ακούγονταν μέχρι το Σύνταγμα. Ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους με τις εικόνες του Βασιλιά και φώναζε "Ψωμί, ελιά και Κώτσο Βασιλιά". Δεν θέλαμε τον πόλεμο των ξένων. Ο Βενιζέλος για εμάς ήταν ο "όφις", ο άνθρωπος που έφερε τους ξένους να πατήσουν το ιερό χώμα της Αθήνας για να μας επιβάλουν τη θέλησή τους.»

Στις 8 Δεκεμβρίου 1916, ο στόλος της Αντάντ κηρύσσει τον πλήρη αποκλεισμό της «Παλαιάς Ελλάδας» (Πελοπόννησος, Στερεά, Κυκλάδες).
Κανένα πλοίο με τρόφιμα ή κάρβουνο δεν μπορούσε να προσεγγίσει τον Πειραιά. Η Ελλάδα, που ήταν «αγροτική αλλά εξαρτημένη», δεν μπορούσε να ταΐσει τον πληθυσμό της χωρίς εισαγωγές σιταριού.

​Το «Μαύρο Ψωμί»: Η Αθήνα βυθίστηκε στο σκοτάδι (έλλειψη φωτιστικού πετρελαίου) και την πείνα. Ο κόσμος έτρωγε ψωμί από πίτουρα, χαρούπια, ακόμα και αγριόχορτα.
​Η Θνησιμότητα: Εκατοντάδες άνθρωποι, κυρίως παιδιά και ηλικιωμένοι, άρχισαν να πεθαίνουν από την εξάντληση και τις αρρώστιες στους δρόμους της Αθήνας.

​«Το ψωμί που μας έδιναν με το δελτίο δεν τρωγόταν. Ήταν μια μάζα μαύρη, γεμάτη άχυρα και χώμα, που την ονομάζαμε "ψωμί του Ζονάρ" (από τον Γάλλο ύπατο αρμοστή). Θυμάμαι τη μητέρα μου να βράζει τσουκνίδες που μάζευε από τον Λυκαβηττό χωρίς λάδι, γιατί το λάδι είχε γίνει χρυσάφι. Οι άνθρωποι λιποθυμούσαν στις ουρές έξω από τους φούρνους και οι πλούσιοι στις βίλες της Κηφισιάς έτρωγαν κρυφά ενώ εμείς πεθαίναμε».

Από το ημερολόγιο του Γιώργου Θεοτοκά (που ήταν τότε παιδί):
​«Η Αθήνα ήταν μια πόλη φάντασμα. Το βράδυ δεν υπήρχε φως στους δρόμους, ούτε στα σπίτια, γιατί δεν υπήρχε πετρέλαιο. Ζούσαμε με κεριά. Το κρύο εκείνου του χειμώνα τρύπαγε τα κόκκαλα και δεν είχαμε ξύλα για τη σόμπα. Η πείνα μας είχε κάνει όλους νευρικούς, έτοιμους να σκοτωθούμε για μια χούφτα κουκιά».

​Ενώ η Αθήνα πεινούσε, η προπαγάνδα του Παλατιού έστρεψε την οργή κατά του Βενιζέλου, που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη. Τον παρουσίαζαν ως τον «προδότη» που έφερε τους ξένους να λιμοκτονήσουν τον λαό.
​«Στο Πεδίον του Άρεως, χιλιάδες κόσμου, κρατώντας μια πέτρα στο χέρι, περνούσαν μπροστά από ένα ομοίωμα του Βενιζέλου και το λιθοβολούσαν φωνάζοντας: "Ανάθεμα στον προδότη!". Ήταν μια πράξη μεσαιωνικού μίσους. Άνθρωποι πεινασμένοι, με τα μάτια βυθισμένα, ζητούσαν έναν ένοχο για το άδειο τους στομάχι».

Περιγραφή από δημοσιογράφο της εποχής:
​«Ήταν ένα θέαμα μεσαιωνικό. Ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος, φορώντας τα αρχιερατικά του άμφια, στάθηκε πάνω σε έναν λόφο από πέτρες και φώναξε: "Κατά Ελευθερίου Βενιζέλου, φυλακίσαντος αρχιερείς και επιβουλευθέντος την Βασιλείαν και την Πατρίδα, ανάθεμα έστω!". Χιλιάδες κόσμου, με τα πρόσωπα σκαμμένα από την πείνα, επαναλάμβαναν "Ανάθεμα!" και πετούσαν μια πέτρα στο σωρό. Ένιωθες πως εκείνη την ημέρα δεν λιθοβολούσαν έναν πολιτικό, αλλά την ίδια την ψυχή της χώρας».

Το τελεσίγραφο 

Τον Ιούνιο του 1917, οι Σύμμαχοι αποφάσισαν να τελειώνουν. Έστειλαν τον Γάλλο ύπατο αρμοστή Ζονάρ με ένα τελεσίγραφο: «Ή φεύγει ο Βασιλιάς, ή βομβαρδίζουμε την Αθήνα».

Ο Κωνσταντίνος, για να αποφύγει την ολική καταστροφή της πόλης, δέχεται να αποχωρήσει. Φεύγει από τη χώρα χωρίς όμως να παραιτηθεί τυπικά, αφήνοντας στον θρόνο τον δεύτερο γιο του, τον Αλέξανδρο. Ο Βενιζέλος επιστρέφει στην Αθήνα «πάνω στις γαλλικές λόγχες». Η Ελλάδα επανενώνεται, αλλά οι δύο πλευρές δεν θα συγχωρήσουν ποτέ η μία την άλλη.

Από τις σημειώσεις ενός Βενιζελικού αξιωματικού που κατέβηκε από τη Θεσσαλονίκη:​
«Μπήκαμε στην Αθήνα πάνω στα γαλλικά καμιόνια. Ο κόσμος στα πεζοδρόμια μας κοίταζε με μίσος. Δεν μας έβλεπαν ως απελευθερωτές ή αδέλφια, αλλά ως τους ανθρώπους των ξένων που τους έφεραν την πείνα. Όταν ο Βενιζέλος βγήκε στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου "Μεγάλη Βρετανία", οι ζητωκραυγές των δικών μας πνίγονταν μέσα στη βαριά, απειλητική σιωπή των υπολοίπων. Ήταν μια ένωση που έγινε με το σπαθί, όχι με την καρδιά».

Ο στρατός της Θεσσαλονίκης και ο στρατός της Αθήνας ενώνονται και πολεμούν στο Μακεδονικό Μέτωπο, οδηγώντας στην τελική νίκη του 1918.


Η Μάχη του Σκρα (Μάιος 1918) ​Ήταν η πρώτη μεγάλη εμφάνιση του ενιαίου ελληνικού στρατού. Το οχυρωμένο συγκρότημα του Σκρα θεωρούνταν απόρθητο από τους Βουλγάρους. Σε λίγες ώρες το οχυρό είχε καταληφθεί. Η νίκη αυτή απέδειξε στους Συμμάχους ότι ο ελληνικός στρατός, παρά τον Διχασμό, ήταν μια υπολογίσιμη δύναμη.

Υπό την ηγεσία του Γάλλου στρατηγού Φρανσέ ντ' Εσπερέ, ξεκινά η γενική επίθεση. Οι Έλληνες και οι Σύμμαχοι σπάνε το μέτωπο στη Δοϊράνη και το Σκρα. Οι Βούλγαροι, εξαντλημένοι και απογοητευμένοι, υποχωρούν άτακτα. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, η Βουλγαρία συνθηκολογεί. Είναι το πρώτο «ντόμινο» που πέφτει. Με τη Βουλγαρία εκτός μάχης, ο δρόμος προς την Κωνσταντινούπολη και τη Βιέννη είναι ανοιχτός. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία καταλαβαίνει ότι το τέλος έφτασε. 

​«Νικήσαμε! Οι Βούλγαροι παρατάνε τα όπλα και φεύγουν τρέχοντας. Αλλά στην αναφορά του λόχου, όταν κοιτάζω γύρω μου, βλέπω πως λείπουν πολλοί. Κι το πιο πικρό; Ακόμα και τώρα, που πίνουμε το κρασί της νίκης, οι "βασιλικοί" κάθονται σε άλλη γωνιά και οι "βενιζελικοί" σε άλλη. Η νίκη είναι μεγάλη, αλλά το μίσος παραμένει μεγαλύτερο».

Τον Οκτώβριο του 1918, πάνω στο βρετανικό θωρηκτό «Αγαμέμνων» στον κόλπο του Μούδρου στη Λήμνο, οι Οθωμανοί υπογράφουν την ανακωχή. Τα Στενά ανοίγουν. Ο ελληνικός στόλος, με το θωρηκτό «Αβέρωφ» επικεφαλής, εισπλέει θριαμβευτικά στον Κεράτιο Κόλπο. 

Από εφημερίδα της εποχής:
​«Η Ελλάς των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών γεννάται μέσα από τις στάχτες του Μεγάλου Πολέμου. Ο κ. Βενιζέλος αναχωρεί για το Παρίσι ως ο "νέος Περικλής" της Ευρώπης».

Ο Βενιζέλος λέει:
​«Η Ελλάς δεν δύναται πλέον να αναμείνη εις τον προθάλαμον της Ιστορίας. Με την θυσίαν των τέκνων μας εις το Σκρα και την Δοϊράνην, ηγοράσαμεν το δικαίωμα να καθίσωμεν εις την τράπεζαν των νικητών όχι ως πτωχοί συγγενείς, αλλά ως ελευθερωταί των αδελφών μας.» 

Τον Μάιο του 1919, κατά την διάρκεια της Διάσκεψης Ειρήνης στο Παρίσι

​Ο Βρετανός Πρωθυπουργός ήταν ο ισχυρότερος σύμμαχος του Βενιζέλου. Στα απομνημονεύματά του περιγράφει την πρώτη εντύπωση:
​«Ο Βενιζέλος εισήλθε στην αίθουσα με εκείνο το αδιόρατο χαμόγελο και τα έξυπνα μάτια πίσω από τα γυαλιά του. Δεν ζητούσε εδάφη ως κατακτητής, αλλά ως δικαιούχος. Η επιχειρηματολογία του ήταν τόσο κρυστάλλινη, που οι υπόλοιποι ηγέτες ένιωθαν πως αν του έλεγαν "όχι", θα πρόδιδαν τις ίδιες τις αρχές για τις οποίες πολέμησαν στον Μεγάλο Πόλεμο. Ήταν, χωρίς αμφιβολία, ο μεγαλύτερος διπλωμάτης της Ευρώπης εκείνη τη στιγμή.»

​Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, τότε Υπουργός Στρατιωτικών της Βρετανίας, ήταν από τους λίγους που έβλεπαν την παγίδα. Είχε πει στον Λόιντ Τζορτζ:
​«Στέλνετε τους Έλληνες σε μια έρημο. Μπορεί ο Βενιζέλος να είναι γοητευτικός, αλλά ο στρατός του θα βρεθεί αντιμέτωπος με το τουρκικό εθνικό αίσθημα που ξυπνά. Δεν θα μπορέσουμε να τους βοηθήσουμε όταν τα πράγματα δυσκολέψουν. Είναι μια επικίνδυνη περιπέτεια.»

Η Ιταλία είχε λάβει υποσχέσεις (με τη μυστική συμφωνία του Αγίου Ιωάννη της Μωριέννης το 1917) ότι η Σμύρνη θα γινόταν δική της. Όταν είδε τον Βενιζέλο να κερδίζει τους Αγγλογάλλους, ο Ορλάντο εξερράγη.

​«Ο Ορλάντο καθόταν αμίλητος, με το πρόσωπο κατακόκκινο, ενώ ο Βενιζέλος ανέλυε τους πληθυσμούς της Ιωνίας. Κάποια στιγμή χτύπησε το χέρι στο τραπέζι και είπε στον Λόιντ Τζορτζ: "Υποσχεθήκατε τη Σμύρνη σε εμάς! Τώρα τη δίνετε στους Έλληνες επειδή είναι πιο πειθήνιοι;"»

​Ο Γάλλος Πρωθυπουργός, ο «Τίγρης», ήταν πιο πρακτικός. Όταν οι Ιταλοί άρχισαν να προβάλλουν εμπόδια για τη Σμύρνη, ο Κλεμανσό φέρεται να είπε στον Βενιζέλο:
​«Μη χάνετε χρόνο με τους Ιταλούς. Αν θέλετε τη Σμύρνη, πρέπει να την πάρετε πριν προλάβουν εκείνοι. Η παρουσία σας εκεί θα είναι τετελεσμένο γεγονός (fait accompli). Εμείς θα σας δώσουμε την κάλυψη, αλλά εσείς θα βάλετε το αίμα.»

Ο Βενιζέλος στέλνει το ιστορικό τηλεγράφημα προς την Αθήνα και τον στρατό:
​«Ο κύβος ερρίφθη. Η εντολή διά την κατάληψιν της Σμύρνης εδόθη σήμερον υπό του Ανωτάτου Συμβουλίου. Η Ελλάς καλείται να προστατεύσει τους ομογενείς της και να φέρει την ελευθερίαν εις την Ιωνίαν.»
​Αυτό το τηλεγράφημα ήταν η κορύφωση της ζωής του, αλλά και η αρχή της αντίστροφης μέτρησης.

Όταν ο ελληνικός στόλος πέρασε τα Στενά, ο Βενιζέλος ήταν συγκρατημένος αλλά φανερά συγκινημένος. Σε κατ' ιδίαν συζητήσεις του, όπως μεταφέρουν συνεργάτες του, έλεγε:
​«Βλέπετε τον "Αβέρωφ" εις τον Κεράτιο; Είναι η πρώτη φορά μετά από 465 έτη που ελληνική σημαία καθρεπτίζεται εις τα ύδατα του Βοσπόρου. Η πορεία μας είναι πλέον προδιαγεγραμμένη. Ο δρόμος για την Σμύρνην και την Θράκην ηνοίχθη.»

Η Συνθήκη των Σεβρών (Αύγουστος 1920) είναι το επίσημο έγγραφο, η «βούλα», που επικύρωσε νομικά όλα όσα διεκδικηθηκαν στην Διάσκεψη Ειρηνης. Ήταν η συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στους Νικητές του Α' Παγκοσμίου και την ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Ελλάδα έπαιρνε:
​Τη Θράκη (μέχρι την Τσατάλτζα, έξω από την Κωνσταντινούπολη).
​Την Ίμβρο και την Τένεδο.
​Τη Σμύρνη και την ενδοχώρα της

Ο Λόιντ Τζορτζ (Πρωθυπουργός της Αγγλίας) έγραψε αργότερα στα απομνημονεύματά του:
​«Ο Βενιζέλος ήταν ο πιο γοητευτικός διπλωμάτης που γνώρισα. Όταν μιλούσε για τα δίκαια της Ελλάδας, σε έκανε να νιώθεις ότι αν του αρνηθείς την Θράκη ή την Σμύρνη, προδίδεις τον ίδιο τον πολιτισμό».

Ο θρίαμβος δεν γίνεται δεκτός με τον ίδιο ενθουσιασμό από όλους στην Ελλάδα. 
 «Ο Πρόεδρος έφερε τη Μεγάλη Ελλάδα στις αποσκευές του, αλλά οι εφημερίδες της αντιπολίτευσης στην Αθήνα έγραφαν πως όλα αυτά είναι "χάρτινοι πύργοι" και πως ο λαός θέλει τα παιδιά του πίσω από το μέτωπο. Η υπογραφή στο Παρίσι δεν σήμαινε τίποτα για τη μάνα που περίμενε τον γιο της οκτώ χρόνια στα όπλα».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου