Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Η συμφωνία της Βάρκιζας

Ανήμερα τα Χριστούγεννα, ο Γουίνστον Τσώρτσιλ προσγειώνεται στο Χασάνι (το μετέπειτα Ελληνικό). Η κίνησή του είναι μια πολιτική «βόμβα».

Κατάλαβε ότι η Ελλάδα γλιστρούσε από τα χέρια του. Οι Άγγλοι στρατηγοί ζητούσαν ενισχύσεις που ο Τσώρτσιλ δεν ήθελε να στείλει, καθώς ο πόλεμος κατά του Χίτλερ συνεχιζόταν στην Ευρώπη.
​Μένει στο θωρηκτό Ajax στο Φάληρο, γιατί η Αθήνα θεωρείται ανασφαλής.
Η Διάσκεψη της Αθήνας (26 Δεκεμβρίου 1944)

​Την επόμενη μέρα, στο Υπουργείο Εξωτερικών, ο Τσώρτσιλ συγκαλεί τη μεγάλη σύσκεψη.
Εκεί είναι ​ο Παπανδρέου, ο Δαμασκηνός, οι αρχηγοί των παλιών κομμάτων, αλλά και αντιπροσωπεία του ΕΑΜ (Σιάντος, Παρτσαλίδης).
​Ο Τσώρτσιλ φοράει τη στρατιωτική του στολή. Ο Τσώρτσιλ τους λέει ουσιαστικά: «Βρείτε τα μεταξύ σας, αλλιώς εμείς θα επιβάλουμε τη τάξη».

Σύμφωνα με τον Ιωάννη Γεωργάκη, ο Δαμασκηνός ένιωθε το βάρος της ευθύνης να αποτρέψει τον πλήρη αφανισμό της Αθήνας. Όταν ο Τσώρτσιλ του ζήτησε να προεδρεύσει της σύσκεψης με το ΕΑΜ, ο Δαμασκηνός φέρεται να είπε κατ' ιδίαν:
​«Αυτή η αίθουσα είναι γεμάτη μίσος, όχι μόνο πολιτικό, αλλά προσωπικό. Οι άνθρωποι αυτοί [εννοώντας τους πολιτικούς και το ΕΑΜ] δεν ακούνε τη λογική, ακούνε μόνο τα όπλα τους. Αν δεν βρούμε μια νομική φόρμουλα να σταματήσει η αιματοχυσία, δεν θα μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα.»

​Εκείνο το βράδυ ο Τσώρτσιλ παίρνει τη μεγάλη απόφαση. Καταλαβαίνει ότι:
​Ο Βασιλιάς Γεώργιος Β' δεν μπορεί να γυρίσει αμέσως (θα γινόταν σφαγή).
​Ο Παπανδρέου έχει φθαρεί ανεπανόρθωτα από τις συγκρούσεις.
​Προτείνει τη λύση του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού ως Αντιβασιλέα, έναν άνθρωπο που θα αποτελούσε την «γέφυρα». Ο Παπανδρέου αναγκάζεται να συμφωνήσει στην παραίτησή του για να διευκολύνει τη λύση.

«Ο Τσώρτσιλ ήταν ορμητικός, σχεδόν βίαιος. Μας κοίταζε όλους σαν να ήμασταν υπεύθυνοι για την αναταραχή που του χαλούσε τα σχέδια στην Ευρώπη. Όταν πρότεινε τον Δαμασκηνό, κατάλαβα ότι η δική μου αποστολή είχε λήξει. Είχα γίνει το σύμβολο μιας σύγκρουσης που έπρεπε να τελειώσει για να μην αφανιστεί η χώρα. Παρέδωσα την εξουσία στον Πλαστήρα όχι γιατί ηττήθηκα πολιτικά, αλλά γιατί η Ελλάδα χρειαζόταν έναν "στρατιωτικό" για να επιβάλει την τάξη που εγώ, ως πολιτικός, δεν μπορούσα πια να εγγυηθώ.» - Γεώργιος Παπανδρέου 
​Ο Τσώρτσιλ φεύγει για το Λονδίνο και ασκεί τρομερή πίεση στον Βασιλιά να δεχτεί την Αντιβασιλεία. Ο Γεώργιος Β' υποχωρεί.
​31 Δεκεμβρίου 1944 ο Δαμασκηνός ορκίζεται Αντιβασιλέας.
​3 Ιανουαρίου 1945 ο Παπανδρέου παραδίδει επίσημα την πρωθυπουργία στον Νικόλαο Πλαστήρα.

Σε ένα από τα μηνύματά του προς το Λονδίνο ο Δαμασκηνός γραφει στον Γεώργιο. 
​«Το Έθνος πνέει τα λοίσθια. Η Αντιβασιλεία δεν είναι για μένα τιμή, είναι Γολγοθάς. Δεν επιθυμώ την εξουσία, αλλά τη σωτηρία της Ελλάδος από τον εμφύλιο σπαραγμό. Η παρουσία μου ως μεσολαβητού είναι η τελευταία ελπίδα για να πεισθούν οι μαχόμενοι να καταθέσουν τα όπλα.»

​Ο Πλαστήρας, αν και "δημοκρατικός θρύλος", υιοθετεί σκληρή στάση. Στο πρώτο του διάγγελμα ξεκαθαρίζει: «Πρώτα η επιβολή του Κράτους και μετά οι συζητήσεις».
​Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ, εξαντλημένες από τις μάχες 33 ημερών στην Αθήνα και υπό την πίεση των αγγλικών τανκς και των αεροπλάνων, υποχωρούν προς τη Λαμία και τα βουνά.
​Στις 5 Ιανουαρίου, ο ΕΛΑΣ εγκαταλείπει οριστικά την πρωτεύουσα. Μαζί του παίρνει χιλιάδες ομήρους (πολιτικούς αντιπάλους, αλλά και απλούς πολίτες).

Ο Γεώργιος Θεοτοκάς στο «Ημερολόγιό» του καταγράφει την επιστροφή των επιζώντων:
​«Είδα τους ανθρώπους να γυρίζουν από την ομηρία. Ήταν σκιές. Ράκκη που περπατούσαν. Περιέγραφαν πορείες μέσα στα χιόνια, χωρίς παπούτσια, με το φόβο της εκτέλεσης σε κάθε στάση. Η Αθήνα, που λίγους μήνες πριν πανηγύριζε την απελευθέρωση, είχε γίνει μια πόλη μίσους. Η Βάρκιζα έφερε τη σιωπή των όπλων, αλλά η ματιά των ανθρώπων παρέμενε άγρια. Η ειρήνη φαινόταν σαν ένα διάλειμμα πριν από κάτι ακόμα χειρότερο.»

Η Εκεχειρία (11 Ιανουαρίου 1945)
​Μετά από μεσολάβηση του Δαμασκηνού και υπό το βάρος της στρατιωτικής υπεροχής των Άγγλων, υπογράφεται εκεχειρία.
​Ο Σκόμπι (ο Άγγλος στρατηγός) θέτει σκληρούς όρους για την απόσυρση του ΕΛΑΣ σε συγκεκριμένες γραμμές.
​Το ΕΑΜ βρίσκεται σε εσωτερική κρίση: Η ηγεσία του (Σιάντος, Παρτσαλίδης) συνειδητοποιεί ότι χωρίς βοήθεια από τον Στάλιν (που τηρούσε τη «Συμφωνία των Ποσοστών» με τον Τσώρτσιλ), η στρατιωτική ήττα είναι θέμα χρόνου.

​Ο Πλαστήρας δέχεται πιέσεις από τη μία να συντρίψει ολοκληρωτικά την Αριστερά και από την άλλη να βρει μια πολιτική λύση.
​Η κυβέρνησή του είναι αδύναμη. Οι Άγγλοι ελέγχουν τα πάντα, από το αλεύρι μέχρι τις σφαίρες.
​Ο Δαμασκηνός λειτουργεί ως ο «πυροσβέστης», πιέζοντας για μια συμφωνία που θα αφοπλίσει τον ΕΛΑΣ χωρίς να οδηγήσει σε άμεση σφαγή.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945)

​Η διάσκεψη γίνεται σε μια βίλα στη Βάρκιζα. Από τη μία η κυβέρνηση Πλαστήρα (με υπουργό Εξωτερικών τον Ιωάννη Σοφιανόπουλο) και από την άλλη η ηγεσία του ΕΑΜ/ΚΚΕ.

​Τι συμφωνήθηκε:
​Παράδοση των όπλων από τον ΕΛΑΣ.
​Εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από συνεργάτες των Γερμανών.
​Αμνηστία για τα πολιτικά αδικήματα των Δεκεμβριανών.
​Διενέργεια δημοψηφίσματος και εκλογών.


​Το αποτέλεσμα
​Η Βάρκιζα θεωρήθηκε από πολλούς στον ΕΛΑΣ ως «συνθηκολόγηση». Ο Άρης Βελουχιώτης αρνείται να την αποδεχτεί και ξαναβγαίνει στο βουνό. 

​Σε μια από τις τελευταίες του συζητήσεις με τους μαυροσκούφηδες (την προσωπική του φρουρά) ο Άρης Βελουχιωτης φέρεται να είπε:
​«Εσείς πιστεύετε πως αυτοί [οι Άγγλοι και η Δεξιά] θα κρατήσουν τον λόγο τους; Θα μας κυνηγήσουν σαν τα σκυλιά. Θα γεμίσουν οι φυλακές και τα ξερονήσια. Υπογράψατε τη θανατική μας καταδίκη. Εγώ στα βουνά γεννήθηκα και στα βουνά θα πεθάνω. Δεν θα με δουν με χειροπέδες στους δρόμους της Αθήνας.»

​«Στη Βάρκιζα πήγαμε με το πιστόλι στον κρόταφο. Οι Άγγλοι είχαν τον έλεγχο των τροφίμων, των δρόμων, των πάντων. Ο Σιάντος κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Ξέραμε ότι αν δεν υπογράφαμε, η Αθήνα θα συνεχιζόταν να καίγεται και ο λαός θα πέθαινε από την πείνα. Όταν παραδώσαμε τα όπλα, ένιωσα ότι παραδίδαμε την ψυχή της Αντίστασης. Πολλοί σύντροφοι μας κοίταζαν σαν προδότες. Ο Άρης [Βελουχιώτης] δεν μας χαιρέτησε καν. Μας είπε μόνο: "Θα το μετανιώσετε, αυτοί θα σας σφάξουν με το βαμβάκι".» - Παρτσαλίδης, μέλος της αντιπροσωπείας του ΕΑΜ στη Βάρκιζα

​Ο Άρης αρνείται να παραδώσει τον οπλισμό του. Το Κόμμα (ΚΚΕ) τον απομονώνει. Η μαρτυρία του Βασίλη Μπαρτζιώτα (στελέχους του ΚΚΕ) για το πώς τον έβλεπαν τότε:
​«Ο Άρης έγινε επικίνδυνος. Η γραμμή μας ήταν η ομαλή δημοκρατική εξέλιξη. Αυτός ήθελε να μας σύρει σε έναν νέο γύρο αίματος που δεν θα άντεχε ο λαός. Τον προειδοποιήσαμε: ή πειθαρχείς ή διαγράφεσαι.»

​Τον Μάρτιο του '45, ο Άρης περιπλανιέται στα βουνά της Ηπείρου και της Θεσσαλίας με λίγους πιστούς. Οι μαρτυρίες λένε πως ήταν σε βαθιά κατάθλιψη.
​Η μαρτυρία του προσωπικού του γραμματέα: «Έβλεπε τους παλιούς αντάρτες να κρύβουν τα όπλα τους με δάκρυα στα μάτια. Του έλεγαν "Αρχηγέ, πού μας πας;". Κι εκείνος απαντούσε: "Στο θάνατο, αλλά με το κεφάλι ψηλά"».
Η Μαρτυρία για το τέλος στη Μεσούντα (15 Ιουνίου 1945)
​Ο Άρης κυκλώνεται από τμήματα του κυβερνητικού στρατού και την παρακρατική ομάδα του Βόϊδαρου. Η μαρτυρία του Καπετάν-Δράκου (που ήταν παρών) περιγράφει τις τελευταίες στιγμές:
​«Ο Άρης έβγαλε το πιστόλι του. Μας κοίταξε όλους. "Γεια σας σύντροφοι", είπε μόνο. Ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Αυτοκτόνησε για να μην πέσει στα χέρια τους. Μετά, ο πιστός του Τζαβέλας αγκάλιασε μια χειροβομβίδα και τινάχτηκε κι αυτός.»

​Η μαρτυρία που συγκλόνισε την Ελλάδα ήταν η εικόνα των κεφαλιών του Άρη και του Τζαβέλα που κρεμάστηκαν σε έναν φανοστάτη στην πλατεία των Τρικάλων.
​Μαρτυρία κατοίκου: «Ήταν μια εικόνα από το Μεσαίωνα. Ο κόσμος περνούσε από κάτω βουβός. Άλλοι σταυροκοπιούνταν, άλλοι έφτυναν. Αλλά η σιωπή ήταν το πιο τρομακτικό πράγμα. Εκείνη τη μέρα καταλάβαμε όλοι ότι ο Εμφύλιος δεν είχε τελειώσει, αλλά μόλις άρχιζε.»

​Ο Πλαστήρας, αν και υπέγραψε τη συμφωνία, δεν θα μείνει για πολύ στην εξουσία. Οι Άγγλοι και η Δεξιά θα τον «αδειάσουν» μόλις κάνει τη βρώμικη δουλειά του αφοπλισμού, χρησιμοποιώντας ως αφορμή μια παλιά του επιστολή προς τους Γερμανούς. (οι Άγγλοι δημοσίευσαν στην εφημερίδα Ελληνικόν Αίμα την επιστολή του 1941, όπου ζητούσε από τους Γερμανούς να σταματήσει ο πόλεμος στην Αλβανία.)

«Με χρησιμοποίησαν για να αφοπλίσω τα παιδιά του λαού και τώρα με πετούν σαν στυμμένη λεμονόκουπα γιατί δεν τους είμαι πια αρεστός», φέρεται να είπε στον Δαμασκηνό πριν παραιτηθεί.

Μετά τη Μεσούντα και την παραίτηση Πλαστήρα, η χώρα μπαίνει σε αυτό που ονομάστηκε «Λευκή Τρομοκρατία».
​Οι φυλακές γεμίζουν (όπως προφήτευσε ο Άρης).
​Οι παρακρατικοί (όπως ο Βόϊδαρος) γίνονται οι «νόμοι» της υπαίθρου.
​Ο Δαμασκηνός παραμένει Αντιβασιλέας σε μια χώρα που δεν διοικείται πια από την Αθήνα, αλλά από τον φόβο και τις ξένες πρεσβείες.

​Ο Κώστας Αντωνόπουλος, ένας απλός χωρικός από τη Θεσσαλία, περιγράφει τη ζωή υπό τον τρόμο των ομάδων του Βόϊδαρου και του Σούρλα:
​«Μετά τη Βάρκιζα, νομίζαμε πως θα ησυχάσουμε. Αμ δε. Οι "Χίτες" και οι παρακρατικοί έμπαιναν στα χωριά με τις λίστες στα χέρια. Δεν ρώταγαν αν πολέμησες τους Γερμανούς. Ρώταγαν αν ήσουν στο ΕΑΜ. Θυμάμαι τον Βόϊδαρο να μπαίνει στην πλατεία και να φωνάζει: "Τώρα θα φάτε το δίκιο σας". Έδερναν γυναίκες, έκαιγαν σπίτια και ανάγκαζαν τους ανθρώπους να υπογράφουν "δηλώσεις μετανοίας". Πολλοί νέοι που είχαν παραδώσει τα όπλα τους, αναγκάστηκαν να ξαναβγούν στο βουνό για να γλιτώσουν τη σφαγή. Δεν βγήκαν για να κάνουν επανάσταση, βγήκαν για να ζήσουν.»

Ο Μανώλης Γλέζος, που έζησε τις φυλακές εκείνης της περιόδου, περιγράφει το κλίμα στις φυλακές Αβέρωφ και Αίγινας:
​«Οι φυλακές δεν είχαν πια χώρο. Στα κελιά που ήταν για δύο, στοίβαζαν δέκα. Ήμασταν όλοι εκεί: δάσκαλοι, αγρότες, φοιτητές, άνθρωποι που το μόνο τους έγκλημα ήταν ότι πίστεψαν στην Αντίσταση. Η "δικαιοσύνη" του 1946 ήταν μια μηχανή παραγωγής καταδικασμένων. Οι δεσμοφύλακες μας έλεγαν: "Εδώ θα σαπίσετε, ο Άρης πέθανε, σειρά σας τώρα". Κάθε πρωί περιμέναμε να ακούσουμε ονόματα για εκτέλεση. Το κράτος της Αθήνας δεν υπήρχε μέσα στη φυλακή, υπήρχε μόνο η εκδίκηση.»

​Ο διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα περιγράφει έναν Δαμασκηνό που ένιωθε πλέον αιχμάλωτος μέσα στο ίδιο του το αξίωμα:
​«Ο Μακαριώτατος ήταν συντετριμμένος. Έβλεπε τους Άγγλους να κλείνουν το μάτι στις παρακρατικές συμμορίες και τους πολιτικούς να αλληλοϋπονομεύονται. Μου είπε μια μέρα: "Γεωργάκη, είμαστε οι διακοσμητές ενός ερειπίου. Με φωνάζουν Αντιβασιλέα, αλλά οι αποφάσεις παίρνονται στην αγγλική πρεσβεία και στα λημέρια των καπεταναίων της Δεξιάς. Η μετριοπάθεια πέθανε στη Βάρκιζα. Τώρα τον λόγο έχει ο φανατισμός". Είχε καταλάβει ότι το δημοψήφισμα για τον Βασιλιά θα ήταν η χαριστική βολή στην ενότητα.»

Ένας παλιός Χίτης από το Θησείο (το προπύργιο της οργάνωσης στα Δεκεμβριανά), περιέγραφε χρόνια μετά τη νοοτροπία τους:
​«Εμείς δεν βλέπαμε τους Εαμίτες ως Έλληνες. Τους βλέπαμε ως πράκτορες της Μόσχας που ήθελαν να μας κάνουν Σοβιετία. Μετά τη Βάρκιζα, η εντολή ήταν μία: "Μην τους αφήνετε να πάρουν ανάσα". Πηγαίναμε στις γειτονιές, σπάγαμε τα γραφεία τους, μαζεύαμε όποιον είχε ύποπτο παρελθόν. Πιστεύαμε πως αν δεν τους τσακίζαμε εμείς τώρα που ήταν αφοπλισμένοι, θα μας έσφαζαν αυτοί το επόμενο βράδυ. Ήταν "ή εμείς ή αυτοί". Δεν υπήρχε νόμος, υπήρχε μόνο η επιβίωση της Πατρίδας.»

Μέλος της ομάδας κρούσης της «Χ» περιγράφει τις περιπολίες στις «κόκκινες» συνοικίες το 1946:
​«Μπαίναμε στο Παγκράτι ή στην Καισαριανή με τα περιβραχιόνια. Ο κόσμος έκλεινε τα παντζούρια. Ξέραμε ποιοι ήταν οι "σημαδεμένοι". Τους βγάζαμε έξω, τους πηγαίναμε στα τμήματα ή σε δικά μας στέκια. Πολλοί λένε πως ήμασταν παρακράτος. Εμείς λέγαμε πως είμαστε η "Εθνική Αντίδραση". Οι Εγγλέζοι μας έβλεπαν και έκαναν πως δεν έβλεπαν. Μας χρειάζονταν για να κάνουμε τη βρώμικη δουλειά που δεν μπορούσε να κάνει ο στρατός.»

Μια άλλη μαρτυρία εστιάζει στην προσμονή για την επιστροφή του Βασιλιά:
​«Ο Αρχηγός [ο Γρίβας] μας έλεγε πως ο Βασιλιάς είναι η μόνη εγγύηση. Ότι ο Δαμασκηνός είναι μαλακός και ο Παπανδρέου λίγος. Φτιάχναμε κλίμα για το δημοψήφισμα. Όπου βλέπαμε αφίσα του ΕΑΜ, την σκίζαμε. Όποιος φώναζε "Δημοκρατία", τον γράφαμε στη λίστα. Για εμάς η κάλπη του '46 δεν ήταν εκλογές, ήταν πόλεμος. Έπρεπε να νικήσουμε για να μην ξανάρθουν οι "κονσερβοκούτηδες".»

Το επίσημο κράτος κάποιες φορές φοβόταν τους Χίτες. Μαρτυρία Χίτη από την Πελοπόννησο:
​«Κάποιες φορές οι χωροφύλακες μας σταμάταγαν, αλλά τους δείχναμε την ταυτότητα της οργάνωσης και έκαναν πίσω. Ήμασταν πιο ισχυροί από τον νόμο. Είχαμε τα δικά μας δικαστήρια στις πλατείες. Αν κάποιος είχε βοηθήσει τον ΕΛΑΣ στην Κατοχή, δεν χρειαζόμασταν μάρτυρες. Η τιμωρία ήταν άμεση. Έτσι επιβλήθηκε η τάξη στην ύπαιθρο.»

Μαρτυρία χωροφυλακα 
​«Η διαταγή από την Αθήνα έλεγε "τήρηση της τάξεως". Αλλά πώς να τηρήσεις την τάξη όταν ο σταθμάρχης στο χωριό έχει πέντε άνδρες με σκουριασμένα όπλα και ο τοπικός αρχηγός της "Χ" έχει τριάντα παλικάρια οπλισμένα με αγγλικά Στεν; Καταλαβαίναμε πως αν πηγαίναμε κόντρα στους Χίτες, θα μας έβγαζαν κι εμάς "συνοδοιπόρους". Έτσι, συνηθίσαμε να κοιτάμε από την άλλη πλευρά. Όταν έφερναν κάποιον δαρμένο στο τμήμα, ξέραμε πως ήταν δουλειά της "Χ". Δεν γράφαμε ονόματα στις εκθέσεις. Γράφαμε: "Συνεπλάκη με εθνικόφρονας πολίτας". Ήταν ο μόνος τρόπος να κρατήσουμε το κεφάλι μας στους ώμους.»

​«Θυμάμαι έναν δάσκαλο που τον έφεραν δεμένο. Τον κατηγορούσαν ότι διάβαζε "Ριζοσπάστη". Ήξερα τον άνθρωπο, ήταν ήσυχος. Ο Χίτης που τον έφερε μου είπε: "Ή τον κλείνεις μέσα ή τον αναλαμβάνουμε εμείς έξω από το τμήμα".
​Εκείνη τη στιγμή ο Νόμος πέθαινε. Τον έκλεισα στο κελί "για τη δική του προστασία", όπως λέγαμε τότε. Στην πραγματικότητα, η Χωροφυλακή είχε γίνει ο αποθηκευτικός χώρος για τα θύματα του παρακράτους. Οι Άγγλοι σύνδεσμοι που έρχονταν στο τμήμα, κάπνιζαν την πίπα τους, έβλεπαν τα μελανιασμένα πρόσωπα και δεν έλεγαν λέξη. Η σιωπή τους ήταν η άδεια μας.»

«Το 1946, το κράτος ήταν μια σκιά. Στην ύπαιθρο, ο Βόϊδαρος και ο Σούρλας ήταν πιο ισχυροί από τον Υπουργό Εσωτερικών. Όταν ζητούσαμε ενισχύσεις από την Αθήνα, μας έλεγαν: "Συνεργαστείτε με τα εθνικά στοιχεία της περιοχής". Αυτό σήμαινε: "Βγείτε περιπολία μαζί με τους Χίτες".

​«Παραδώσαμε τα όπλα στη Βάρκιζα γιατί πιστέψαμε πως θα γινόμασταν ξανά πολίτες. Τι λάθος... Μόλις το όπλο έφυγε από τον ώμο, γίναμε θηράματα. Στο χωριό μου στην Ευρυτανία, οι ίδιοι που συνεργάζονταν με τους Γερμανούς, φόρεσαν τώρα τα περιβραχιόνια της "Χ".
​Δεν μπορούσες να πας στο χωράφι, δεν μπορούσες να σταθείς στο καφενείο. Σε φώναζαν "βουλγαροπρόδοτο" και "κονσερβοκούτη". Η Αθήνα έλεγε "συμφιλίωση", αλλά στην επαρχία η μόνη συμφιλίωση που ήθελαν ήταν να μας δουν δυο μέτρα κάτω από τη γη.»

«Θυμάμαι στην πλατεία του χωριού, έφεραν τον ντορβά. Τον άδειασαν κάτω και κύλησε το κεφάλι του καπετάνιου. Ο κόσμος γύριζε το βλέμμα, αλλά οι χωροφύλακες φώναζαν: "Δείτε τους προδότες!". Εκείνη τη μέρα το χωριό βούβανε. Δεν ήταν πόλεμος αυτός, ήταν η κόλαση.»

Όπως είχε πει και ο Δαμασκηνός σε μια κρίση ειλικρίνειας: «Όταν το κράτος γίνεται συμμορία, τότε η συμμορία γίνεται κράτος».

Το «Μαύρο» 1946: Προς τις Εκλογές και την Αποχή

​Η κατάσταση φτάνει στο απροχώρητο τον Μάρτιο του 1946.
​Οι Άγγλοι πιέζουν για εκλογές, παρόλο που η μισή χώρα είναι υπό τον έλεγχο των συμμοριών.
​Ο Σοφούλης (πρωθυπουργός τότε) προειδοποιεί ότι οι εκλογές θα οδηγήσουν σε αιματοχυσία.
​Το ΚΚΕ αποφασίζει την αποχή, μια απόφαση που ιστορικά θεωρείται το «πράσινο φως» για τον Εμφύλιο.

«Όταν αποφασίσαμε την αποχή, ξέραμε ότι παραδίδαμε την πολιτική μάχη για να πάρουμε την ένοπλη. Ήταν μια αυτοκτονική κίνηση, αλλά η Λευκή Τρομοκρατία δεν μας άφηνε άλλη επιλογή. Τη νύχτα των εκλογών, στις 31 Μαρτίου, η επίθεση στο Λιτόχωρο ήταν το σύνθημα. Η Βάρκιζα είχε καεί οριστικά.»

Με την Αριστερά (ΕΑΜ/ΚΚΕ) να απέχει, η δεξιά παράταξη έπαιξε ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο.
​Ηνωμένη Παράταξις Εθνικοφρόνων (Λαϊκό Κόμμα - Κωνσταντίνος Τσαλδάρης): Αναδείχθηκε ο μεγάλος νικητής με ποσοστό 55,1% και 206 έδρες.
​Εθνική Πολιτική Ένωσις (Σοφοκλής Βενιζέλος, Γεώργιος Παπανδρέου, Παναγιώτης Κανελλόπουλος): Η συμμαχία του Κέντρου συγκέντρωσε το 19,3%.
​Κόμμα Φιλελευθέρων (Θεμιστοκλής Σοφούλης): Έλαβε 14,4%.

Ο δρόμος για το δημοψήφισμα της επιστροφής του Γεωργίου Β' άνοιξε διάπλατα. Ο Τσαλδάρης έθεσε ως προτεραιότητα την επαναφορά του στέμματος.

Ένας ψηφοφόρος από την Αθήνα περιγράφει το κλίμα:
​«Πήγαμε να ψηφίσουμε με την καρδιά στην κούλουρη. Στα εκλογικά τμήματα στέκονταν Χίτες και σε κοίταζαν στα μάτια. Αν δεν έπαιρνες το ψηφοδέλτιο του Λαϊκού Κόμματος, ήσουν σημαδεμένος. Στις γειτονιές μας, η αποχή ήταν φανερή. Τα καφενεία ήταν άδεια, οι πόρτες κλειστές. Ήταν εκλογές αλλά έμοιαζαν με κηδεία. Ξέραμε ότι από την επόμενη μέρα θα άρχιζε το κυνήγι.»

Ο Δαμασκηνός, βλέποντας το αποτέλεσμα, κατάλαβε ότι ο ρόλος του τελείωνε. Η χώρα είχε πλέον μια ισχυρή δεξιά κυβέρνηση που δεν ήθελε μεσολαβητές, αλλά την επιστροφή του Βασιλιά για να τελειώνει με το «κόκκινο μίασμα».

​Τη νύχτα των εκλογών, μια ομάδα 33 ανταρτών επιτίθεται στο σταθμό Χωροφυλακής στο Λιτόχωρο. Είναι η επίσημη πρώτη πράξη του Εμφυλίου Πολέμου.

Ο Νίκος Παπαδόπουλος (Διαμαντής), εκ των ηγετών της ομάδας των ανταρτών, περιέγραψε αργότερα:
​«Η απόφαση είχε παρθεί. Οι εκλογές ήταν μια απάτη και εμείς έπρεπε να δώσουμε μια απάντηση. Ανεβήκαμε από το μονοπάτι μέσα στο σκοτάδι. Όταν δόθηκε το σύνθημα, χτυπήσαμε τον σταθμό με ό,τι είχαμε. Δεν ήταν μόνο οι σφαίρες· ήταν η οργή για το κυνήγι που τρώγαμε μήνες τώρα από τους Χίτες. Θυμάμαι τη λάμψη από τις εκρήξεις και τις φωνές των χωροφυλάκων που αιφνιδιάστηκαν. Εκείνη τη νύχτα ξέραμε ότι δεν υπήρχε πια γυρισμός. Η Βάρκιζα είχε πεθάνει κι εμείς είχαμε πάρει ξανά τον δρόμο του βουνού.»

Ένας από τους επιζώντες της επίθεσης στο Λιτόχωρο περιγράφει τον αιφνιδιασμό:
​«Ήμασταν κλεισμένοι μέσα, περιμένοντας τα αποτελέσματα. Ξαφνικά, ο κόσμος γύρω μας τινάχτηκε στον αέρα. Ριπές από παντού. Οι αντάρτες φώναζαν "Θάνατος στους μοναρχοφασίστες". Καταλάβαμε ότι δεν ήταν μια απλή συμπλοκή. Ήταν πόλεμος. Όταν ξημέρωσε, μετρήσαμε τους νεκρούς μας. Οι εκλογές συνεχιζόταν στην υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά για εμάς στο Λιτόχωρο, το μόνο που είχε σημασία ήταν ότι το αίμα είχε αρχίσει να κυλάει πάλι.»

​«Τη νύχτα των εκλογών του '46, ήμασταν κρυμμένοι στα δάση. Δεν πήγαμε να ψηφίσουμε, όχι γιατί μας το είπε μόνο το Κόμμα, αλλά γιατί αν πλησιάζαμε στην κάλπη, οι Χίτες θα μας έσπαγαν τα κόκαλα.
​Όταν μάθαμε για το Λιτόχωρο, η πρώτη μας αντίδραση ήταν ανακούφιση. Είπαμε: "Επιτέλους, θα ρίξουμε ξανά". Ήταν τρομερό αν το καλοσκεφτείς· νιώθαμε χαρά που άρχιζε ο πόλεμος, μόνο και μόνο επειδή η "ειρήνη" τους ήταν πιο θανάσιμη. Προτιμούσαμε να πεθάνουμε με το όπλο στο χέρι, παρά δεμένοι σε μια πλατεία από τον Βόϊδαρο.»

​«Πριν γίνουμε "Δημοκρατικός Στρατός", ήμασταν "καταδιωκόμενοι". Ζούσαμε σαν τα αγρίμια. Τις νύχτες κατεβαίναμε στα χωριά για λίγο ψωμί και οι δικοί μας άνθρωποι μας έδιναν τα νέα: "Ο τάδε συνελήφθη", "τον τάδε τον έσφαξαν στον δρόμο".
​Βλέπαμε τον Δαμασκηνό στις εφημερίδες να μιλάει για Θεό και ειρήνη, και γελάγαμε πικρά. Ποιος Θεός; Εδώ οι πρεσβείες μοίραζαν σφαίρες και οι παρακρατικοί έκαναν κουμάντο. Όταν πια πήραμε την εντολή να οργανωθούμε σε λόχους, ξέραμε πως δεν υπήρχε γυρισμός. Η Ελλάδα είχε κοπεί στα δύο και η δική μας πλευρά ήταν αυτή της φωτιάς.»
 

Ενώ στο Λιτόχωρο γινόταν μάχη, στην Αθήνα η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη από την αναμονή των αποτελεσμάτων. Ο δημοσιογράφος Γιώργος Θεοτοκάς σημειώνει στο ημερολόγιό του εκείνο το βράδυ:
​«Η Αθήνα απόψε μοιάζει με στρατόπεδο που γιορτάζει. Οι οπαδοί του Λαϊκού Κόμματος έχουν ξεχυθεί στους δρόμους με σημαίες και πορτρέτα του Βασιλιά. Ακούγονται συνθήματα κατά του ΕΑΜ και ζητωκραυγές για τον Τσαλδάρη. Υπάρχει όμως μια υποδόρια αγωνία. Τα νέα από τη Μακεδονία για την επίθεση στο Λιτόχωρο κυκλοφορούν ψιθυριστά. Οι ξένοι ανταποκριτές τρέχουν στα τηλέφωνα. Όλοι νιώθουμε πως η νίκη της κάλπης είναι "πύρρειος". Η Αριστερά απέχει και το βουνό οπλίζεται.»

Ένα μέλος του ΕΑΜ από την Καισαριανή περιγράφει πώς βίωσαν τη νύχτα της αποχής:
​«Μείναμε στα σπίτια μας με τα φώτα σβηστά. Ήταν η δική μας μάχη. Η εντολή του Κόμματος ήταν "ούτε ένας στην κάλπη". Όταν περνούσαν οι περιπολίες των Χιτών έξω από τις πόρτες μας, μας έβριζαν, μας φώναζαν "βγείτε έξω κομμούνια να ψηφίσετε". Κανείς δεν άνοιξε. Ήταν μια νύχτα βαριάς σιωπής. Ξέραμε πως από αύριο θα άρχιζαν οι συλλήψεις. Η αποχή ήταν το τελευταίο μας πολιτικό όπλο πριν τα πραγματικά όπλα.»

 Η Μαρτυρία του Σερ Ρέτζιναλντ Λίπερ (Πρεσβευτής στην Αθήνα)
​Ο Λίπερ ήταν ο άνθρωπος που κινούσε τα νήματα πίσω από τον Δαμασκηνό και τον Παπανδρέου. Στις αναφορές του προς το Foreign Office, η απογοήτευσή του για την ελληνική πολιτική τάξη είναι έκδηλη:
​«Οι Έλληνες πολιτικοί στερούνται πλήρως του αισθήματος του μέτρου. Μετά τις εκλογές, η Δεξιά συμπεριφέρεται σαν να κέρδισε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο και όχι απλώς μια εκλογική αναμέτρηση. Τους προειδοποίησα ότι η καταπίεση της Αριστεράς θα οδηγήσει σε νέο αντάρτικο, αλλά το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η επιστροφή του Βασιλιά και η εκδίκηση. Η Αθήνα είναι μια πόλη όπου ο φανατισμός έχει αντικαταστήσει τη λογική.»

Ένας Άγγλος αξιωματικός σύνδεσμος που επισκέφθηκε το Λιτόχωρο λίγες ώρες μετά την επίθεση, έστειλε μια τηλεγραφική αναφορά:
​«Ο σταθμός της Χωροφυλακής είναι ένα ερείπιο. Η επίθεση ήταν άρτια οργανωμένη και εκτελεσμένη με στρατιωτική ακρίβεια που δεν θυμίζει απλούς ληστές. Οι χωροφύλακες είναι τρομοκρατημένοι. Παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να υποβαθμίσει το γεγονός για να μην επηρεαστεί η εικόνα των εκλογών, είναι σαφές ότι πρόκειται για την επίσημη έναρξη μιας νέας κομμουνιστικής εξέγερσης. Το ερώτημα δεν είναι αν θα έχουμε πόλεμο, αλλά πότε θα γενικευτεί.»

Οι Άγγλοι και Αμερικανοί παρατηρητές γύριζαν την ύπαιθρο με τζιπ. Παρά το γεγονός ότι η επίσημη έκθεσή τους χαρακτήρισε τις εκλογές «ελεύθερες», οι ιδιωτικές σημειώσεις πολλών παρατηρητών ήταν διαφορετικές:
​«Σε πολλά χωριά της Πελοποννήσου και της Στερεάς, οι κάτοικοι φοβούνταν να μας μιλήσουν. Είδαμε μέλη της Οργάνωσης Χ να στέκονται έξω από τα εκλογικά τμήματα, κρατώντας λίστες. Η αποχή της Αριστεράς δεν ήταν μόνο πολιτική απόφαση, ήταν σε πολλές περιπτώσεις αποτέλεσμα ωμού τρόμου. Ωστόσο, η εντολή που είχαμε ήταν να δείξουμε στον κόσμο ότι η Ελλάδα επέστρεψε στη δημοκρατία, ώστε να νομιμοποιηθεί η κυβέρνηση διεθνώς.»

Η Μαρτυρία του Κρίστοφερ Γουντχάουζ (Αρχηγός της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής)
​Ο Γουντχάουζ, που ήξερε την Ελλάδα και τους αντάρτες όσο λίγοι, έγραψε αργότερα:
​«Η τραγωδία των εκλογών του '46 ήταν ότι κανείς δεν ήθελε πραγματικά τη συμφιλίωση. Οι Άγγλοι θέλαμε να φύγουμε από την Ελλάδα γιατί μας κόστιζε ακριβά, και ο μόνος τρόπος να φύγουμε ήταν να αφήσουμε πίσω μας μια ισχυρή δεξιά κυβέρνηση και έναν Βασιλιά. Αγνοήσαμε το γεγονός ότι η "Λευκή Τρομοκρατία" έσπρωχνε τους μετριόπαθους αριστερούς στην αγκαλιά των σκληροπυρηνικών του ΚΚΕ. Το Λιτόχωρο ήταν η φυσιολογική συνέπεια μιας πολιτικής που βασίστηκε στον αποκλεισμό και όχι στην ενσωμάτωση.»

Οι Άγγλοι κατάλαβαν ότι η Ελλάδα ήταν ένα βαρέλι χωρίς πάτο που η βρετανική οικονομία (κατεστραμμένη από τον παγκόσμιο πόλεμο) δεν μπορούσε πια να συντηρεί.
​Λίγους μήνες μετά, θα έλεγαν στους Αμερικανούς: «Ή αναλαμβάνετε εσείς ή η Ελλάδα γίνεται σοβιετική». Αυτό οδήγησε στο Δόγμα Τρούμαν.

​Το Δημοψήφισμα (1 Σεπτεμβρίου 1946)

​Μετά τη νίκη του Τσαλδάρη στις εκλογές και την επίθεση στο Λιτόχωρο, το τελευταίο κομμάτι του παζλ ήταν η επιστροφή του Βασιλιά Γεωργίου Β'. Για τη Δεξιά, ο Βασιλιάς ήταν το σύμβολο της "νίκης επί του κομμουνισμού". Για την Αριστερά, ήταν η επιβεβαίωση της επιστροφής στο παλιό καθεστώς.

​Το Αποτέλεσμα: Το "Ναι" στην επάνοδο του Βασιλιά έλαβε 68,4%.

​Όταν ο Γεώργιος Β' έφτασε στο Φάληρο στις 27 Σεπτεμβρίου, η Αθήνα ήταν χωρισμένη. Οι βασιλόφρονες παραλήρησαν, αλλά οι ξένοι παρατηρητές σημείωναν ότι ο Βασιλιάς έμοιαζε με έναν άνθρωπο που επέστρεφε σε μια χώρα που δεν αναγνώριζε.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου