Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Οι Νεότουρκοι και το Κεμαλικο κράτος

Οι Νεότουρκοι (Jön Türkler) δεν ήταν απλώς μια πολιτική ομάδα· ήταν το «σεισμικό ρήγμα» που μετέτρεψε μια πολυεθνική αυτοκρατορία σε ένα εθνικό κράτος. Αν το Τανζιμάτ ήταν η προσπάθεια για μεταρρύθμιση «από πάνω», οι Νεότουρκοι ήταν η επανάσταση «από τα κάτω» (ή μάλλον, από τα μεσαία στρώματα του στρατού).



Η Ιδεολογική Γέννηση: «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη»
​Στα τέλη του 19ου αιώνα, μορφωμένοι αξιωματικοί και φοιτητές της Ιατρικής Σχολής ίδρυσαν την οργάνωση «Ένωση και Πρόοδος» (İttihat ve Terakki).
​Ο εχθρός: Ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β' και το δίκτυο των χαφιέδων του.
​Το όραμα: Η επαναφορά του Συντάγματος του 1876. Πίστευαν ότι αν όλοι οι υπήκοοι (Έλληνες, Αρμένιοι, Τούρκοι, Άραβες) ένιωθαν Οθωμανοί πολίτες, η αυτοκρατορία δεν θα διαλυόταν.

Η Επανάσταση του 1908
​Τον Ιούλιο του 1908, νεαροί αξιωματικοί στη Μακεδονία (με κέντρο τη Θεσσαλονίκη) επαναστάτησαν. Ο Σουλτάνος, φοβούμενος την πορεία του στρατού προς την Κωνσταντινούπολη, αναγκάστηκε να επαναφέρει το Σύνταγμα.
​Το κλίμα: Στους δρόμους της Θεσσαλονίκης και της Πόλης επικρατούσε πανδαιμόνιο. Ορθόδοξοι παπάδες αγκαλιάζονταν με ιμάμηδες, και το σύνθημα "Hürriyet, Müsavat, Uhuvvet" (Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη) αντηχούσε παντού.
​Η συμμετοχή των μειονοτήτων: Οι Έλληνες και οι άλλες κοινότητες στήριξαν αρχικά το κίνημα, ελπίζοντας σε πραγματική ισονομία.

Η Στροφή στον Σκληρό Εθνικισμό (1913–1918)
​Η ειδυλλιακή περίοδος κράτησε λίγο. Οι διαδοχικές ήττες στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13) προκάλεσαν σοκ. Οι Νεότουρκοι ένιωσαν προδομένοι από τις χριστιανικές μειονότητες που ζητούσαν ανεξαρτησία.
​Η Τριανδρία: Μετά το πραξικόπημα του 1913, την εξουσία πήραν τρεις άνδρες: ο Εμβέρ, ο Ταλαάτ και ο Τζεμάλ Πασάς.

​Από τον Οθωμανισμό στον Παντουρκισμό: Η ιδέα της «κοινής οθωμανικής πατρίδας» πέθανε. Αντικαταστάθηκε από την ιδέα ενός αμιγώς τουρκικού κράτους.
​Οι εκκαθαρίσεις: Αυτή η ιδεολογική στροφή οδήγησε στις πιο μαύρες σελίδες: τον διωγμό των Ελλήνων της Μικράς Ασίας (ήδη από το 1914) και τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915.

​Η Κληρονομιά τους
​Οι Νεότουρκοι απέτυχαν να σώσουν την Αυτοκρατορία, αλλά πέτυχαν κάτι άλλο: δημιούργησαν τη μαγιά για τη σύγχρονη Τουρκία.
​Εκκοσμίκευση: Περιόρισαν τη δύναμη των θρησκευτικών ηγετών.
​Στρατιωτική παρέμβαση: Καθιέρωσαν τον στρατό ως τον «προστάτη» της πολιτικής ζωής, μια παράδοση που κράτησε στην Τουρκία μέχρι πολύ πρόσφατα.
​Οικονομικός εθνικισμός: Προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια «τουρκική αστική τάξη», παίρνοντας τον έλεγχο της οικονομίας από τους Έλληνες και τους Εβραίους εμπόρους.

(Ο Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ) ήταν μέλος των Νεότουρκων, αλλά ήρθε σε σύγκρουση με την ηγεσία (την Τριανδρία) γιατί πίστευε ότι ο στρατός πρέπει να μείνει έξω από την καθημερινή πολιτική διαπάλη.)

Το Σύνταγμα του 1876, γνωστό και ως Kanun-i Esasi, ήταν η «λυδία λίθος» για τους Νεότουρκους. Δεν ήταν απλώς ένα νομικό κείμενο, αλλά το σύμβολο της μετάβασης από την απόλυτη μοναρχία στη συνταγματική κυριαρχία.

Οι Βασικοί Πυλώνες του Συντάγματος
​Το Σύνταγμα προσπάθησε να συγκεράσει την ισλαμική παράδοση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα (κυρίως το βελγικό και το πρωσικό σύνταγμα):
​Αδιαίρετο της Αυτοκρατορίας: Καθιέρωνε ότι η αυτοκρατορία είναι μία και αδιαίρετη, μια προσπάθεια να σταματήσουν οι αποσχίσεις στα Βαλκάνια.
​Ιδιότητα του «Οθωμανού»: Όλοι οι υπήκοοι, ανεξαρτήτως θρησκείας, ονομάζονταν πλέον «Οθωμανοί» ενώπιον του νόμου.
​Κοινοβούλιο δύο Σωμάτων:
​Γερουσία (Meclis-i Ayan): Τα μέλη διορίζονταν από τον Σουλτάνο.
​Βουλή των Αντιπροσώπων (Meclis-i Mebusan): Τα μέλη εκλέγονταν (έμμεσα) από τον λαό.
​Ατομικές Ελευθερίες: Κατοχύρωνε το απαραβίαστο της κατοικίας, την ελευθερία του τύπου και την κατάργηση των βασανιστηρίων.

Η «Παγίδα» του Άρθρου 113
​Ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β' δέχτηκε να υπογράψει το Σύνταγμα μόνο αφού πρόσθεσε το διαβόητο Άρθρο 113. Αυτό έδινε στον Σουλτάνο το δικαίωμα να εξορίζει οποιονδήποτε θεωρούσε επικίνδυνο για την ασφάλεια του κράτους, χωρίς δίκη.
​Η πρώτη εφαρμογή: Ο πρώτος που «γεύτηκε» το Άρθρο 113 ήταν ο ίδιος ο εμπνευστής του Συντάγματος, ο Μιτχάτ Πασάς, τον οποίο ο Σουλτάνος εξόρισε λίγους μήνες μετά!

Η Αναστολή και η «Εμμονή» των Νεότουρκων
​Το 1878, με την πρόφαση του Ρωσοτουρκικού Πολέμου, ο Αμπντούλ Χαμίτ διέλυσε τη Βουλή και ανέστειλε το Σύνταγμα για 30 ολόκληρα χρόνια. Αυτή η περίοδος ονομάστηκε Istibdad (Δεσποτεία).
​Για τους Νεότουρκους που δρούσαν στην παρανομία, το Σύνταγμα έγινε ιερό κειμήλιο. Όταν επαναστάτησαν το 1908, το μοναδικό τους αίτημα ήταν η επαναφορά του. Πίστευαν τυφλά ότι το Σύνταγμα ήταν το «μαγικό ραβδί» που θα θεράπευε:
​Τη διαφθορά της διοίκησης.
​Την οικονομική εξάρτηση από τη Δύση.
​Τις εθνικιστικές τάσεις των Ελλήνων και των Βουλγάρων.

Η Αποτυχία στην Πράξη
​Όταν το Σύνταγμα επανήλθε το 1908, η πραγματικότητα ήταν σκληρή:
​Οι Χριστιανοί βουλευτές (συμπεριλαμβανομένων πολλών Ελλήνων) άρχισαν να συγκρούονται με τους Νεότουρκους, καθώς οι πρώτοι ήθελαν αποκέντρωση, ενώ οι Νεότουρκοι ήθελαν κεντρικό έλεγχο και εκτουρκισμό.
​Αντί για δημοκρατία, το Σύνταγμα του 1876 κατέληξε να υπηρετεί τη δικτατορία της «Τριανδρίας» των Νεότουρκων κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι Έλληνες βουλευτές στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο (τόσο το 1877 όσο και μετά το 1908) αποτέλεσαν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και καλλιεργημένες ομάδες της αυτοκρατορικής πολιτικής. Δεν ήταν απλοί εκπρόσωποι· ήταν η πνευματική και οικονομική ελίτ που προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα στην πίστη στο κράτος και τα συμφέροντα του Ελληνισμού.

Η Πρώτη Βουλή (1877-1878)
​Στην πρώτη σύντομη περίοδο του Συντάγματος, οι Έλληνες βουλευτές ήταν περίπου 26 σε σύνολο 119.
​Ποιοι ήταν: Κυρίως λόγιοι, δικηγόροι και έμποροι από την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και τα Γιάννενα.
​Η στάση τους: Ήταν ιδιαίτερα τολμηροί. Στα πρακτικά της εποχής βλέπουμε Έλληνες βουλευτές να ασκούν δριμεία κριτική στους υπουργούς του Σουλτάνου για τη διαχείριση των οικονομικών και την κακοδιοίκηση στις επαρχίες.

Η Χρυσή Εποχή μετά το 1908
​Με την επάνοδο των Νεότουρκων, οι Έλληνες βουλευτές έγιναν η "ρυθμιστική δύναμη" του Κοινοβουλίου. Στις εκλογές του 1908 εκλέχθηκαν 24 Έλληνες βουλευτές.
​Δύο προσωπικότητες του κοινοβουλίου 
​Κοσμάς Μυρτίλος Αποστολίδης: Ένας από τους πιο μαχητικούς ρήτορες.
​Παύλος Καρολίδης: Καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο οποίος εκλέχθηκε βουλευτής Σμύρνης! Η παρουσία του ήταν συμβολική, καθώς γεφύρωνε το ελεύθερο ελληνικό κράτος με την οθωμανική πολιτική σκηνή.

Το Πολιτικό "Σκάκι" (Αποκέντρωση vs Κεντρισμός)
​Εδώ έγινε η μεγάλη ρήξη με τους Νεότουρκους:
​Οι Έλληνες (και οι Αρμένιοι): Ήθελαν διοικητική αποκέντρωση. Ζητούσαν τα σχολεία και οι κοινότητες να διοικούνται αυτόνομα, ώστε να διατηρηθεί η ελληνική γλώσσα και παιδεία.
​Οι Νεότουρκοι: Ήθελαν εκτουρκισμό. Στόχος τους ήταν η τουρκική γλώσσα να γίνει υποχρεωτική παντού, ακόμη και στα ελληνικά σχολεία, για να δημιουργηθεί μια ενιαία "εθνική" ταυτότητα.

Η "Πολιτική Λέσχη" της Κωνσταντινούπολης
​Οι Έλληνες βουλευτές ίδρυσαν την Πολιτική Λέσχη, έναν οργανισμό που συντόνιζε τη δράση τους. Εκεί σχεδίαζαν πώς θα αντιμετωπίσουν τα νομοσχέδια των Νεότουρκων που έθιγαν τα προνόμια του Πατριαρχείου.

​Το Τέλος της Ψευδαίσθησης
​Μετά το 1912 και τους Βαλκανικούς Πολέμους, η θέση των Ελλήνων βουλευτών έγινε επικίνδυνη. Οι Νεότουρκοι τους έβλεπαν πλέον ως "πέμπτη φάλαγγα" της Ελλάδας.
​Πολλοί αναγκάστηκαν να παραιτηθούν.
​Άλλοι αυτοεξορίστηκαν.
​Η φωνή τους μέσα στη Βουλή πνίγηκε από τον ανερχόμενο εθνικισμό της Τριανδρίας (Εμβέρ, Ταλαάτ, Τζεμάλ).

Η «Τριανδρία των Πασάδων» ήταν το σιδηρό χέρι που οδήγησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο τέλος της. Αποτελούταν από τρεις άνδρες που προέρχονταν από το κίνημα των Νεοτούρκων και κατέλαβαν την απόλυτη εξουσία με το πραξικόπημα του 1913.
​Αυτοί οι τρεις άνδρες μετέτρεψαν το κράτος από μια προσπάθεια συνταγματικής δημοκρατίας σε μια στρατιωτική δικτατορία με έντονο εθνικιστικό πρόσημο.

Εμβέρ Πασάς (Ο Στρατιωτικός)
​Ήταν ο «ωραίος» και οραματιστής της ομάδας, αλλά και ο πιο επικίνδυνος.
​Ρόλος: Υπουργός Πολέμου.
​Ιδεολογία: Πίστευε στον Παντουρκισμό — την ένωση όλων των τουρκικών φύλων από τα Βαλκάνια μέχρι την Κεντρική Ασία.
​Το μοιραίο λάθος: Παρέσυρε την αυτοκρατορία στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας. Η μεγαλύτερη αποτυχία του ήταν η μάχη του Σαρίκαμις κατά των Ρώσων, όπου έχασε σχεδόν ολόκληρο τον στρατό του από το κρύο και την κακή στρατηγική.

Ταλαάτ Πασάς (Ο Πολιτικός Εγκέφαλος)
​Ξεκίνησε ως υπάλληλος ταχυδρομείου και εξελίχθηκε στον ισχυρότερο άνδρα της Τριανδρίας.
​Ρόλος: Υπουργός Εσωτερικών και αργότερα Μεγάλος Βεζίρης (Πρωθυπουργός).
​Η Μαύρη Σελίδα: Θεωρείται ο κύριος αρχιτέκτονας της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Ήταν αυτός που υπέγραψε το διάταγμα για τον εκτοπισμό τους το 1915, με τη λογική ότι οι χριστιανικές μειονότητες αποτελούσαν εσωτερικό εχθρό που εμπόδιζε τη δημιουργία ενός καθαρού τουρκικού κράτους.

Τζεμάλ Πασάς (Ο Διοικητής)
​Ο λιγότερο ιδεολόγος, αλλά εξίσου σκληρός.
​Ρόλος: Υπουργός Ναυτικών και κυβερνήτης της Συρίας και της Παλαιστίνης.
​Η δράση του: Έμεινε γνωστός ως «Ο Σφαγέας» (Al-Saffah) στους Άραβες, λόγω των μαζικών απαγχονισμών Αράβων εθνικιστών στη Βηρυτό και τη Δαμασκό. Προσπάθησε, αποτυχημένα, να επιτεθεί στη Διώρυγα του Σουέζ για να διώξει τους Βρετανούς.

​Η Κατάρρευση και το Τέλος
​Με την ήττα της Αυτοκρατορίας το 1918, οι τρεις τους έγιναν οι πιο μισητοί άνθρωποι, όχι μόνο για τους εχθρούς τους, αλλά και για πολλούς Τούρκους που τους θεωρούσαν υπεύθυνους για την καταστροφή της χώρας.

​Η Φυγή: Τη νύχτα της 2ας Νοεμβρίου 1918, διέφυγαν κρυφά με γερμανικό πλοίο προς το Βερολίνο.
​Η Τιμωρία (Επιχείρηση Νέμεσις):
​Ο Ταλαάτ δολοφονήθηκε στο Βερολίνο το 1921 από τον Αρμένιο Σολομών Τεχλιριάν.
​Ο Τζεμάλ δολοφονήθηκε στην Τιφλίδα το 1922 από Αρμένιους εκδικητές.
​Ο Εμβέρ σκοτώθηκε στο Τατζικιστάν το 1922, πολεμώντας τους Μπολσεβίκους στην προσπάθειά του να ιδρύσει ένα νέο τουρκικό κράτος στην Κεντρική Ασία.

Μετά την κατάρρευση της Τριανδρίας και την ταπεινωτική ήττα στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια «σκιά» του εαυτού της. Η Κωνσταντινούπολη βρισκόταν υπό συμμαχική κατοχή και ο Σουλτάνος ήταν ουσιαστικά αιχμάλωτος των Βρετανών.
​Εδώ εμφανίζεται ο Μουσταφά Κεμάλ, ένας αξιωματικός που είχε διακριθεί στην Καλλίπολη και δεν είχε ταυτιστεί με τις αποτυχίες της Τριανδρίας.

Η Αποστολή που «Γύρισε Μπούμερανγκ»
​Το 1919, ο Σουλτάνος έστειλε τον Κεμάλ στη Σαμψούντα για να καταστείλει τις τοπικές εξεγέρσεις και να αφοπλίσει τον στρατό. Αντί γι' αυτό, ο Κεμάλ χρησιμοποίησε την ιδιότητά του για να οργανώσει την Αντίσταση.
​Στις 19 Μαΐου 1919 (ημερομηνία που στην Ελλάδα τιμάται ως η Γενοκτονία των Ποντίων), ξεκινά επίσημα ο «Τουρκικός Πόλεμος της Ανεξαρτησίας».

Η Ρήξη με τον Σουλτάνο
​Ο Κεμάλ κατάλαβε ότι για να σωθεί η Τουρκία, έπρεπε να «πεθάνει» η Οθωμανική Αυτοκρατορία.
​Ίδρυσε τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση στην Άγκυρα (μακριά από τον έλεγχο των Συμμάχων).
​Ο Σουλτάνος τον κήρυξε προδότη και τον καταδίκασε σε θάνατο ερήμην. Πλέον υπήρχαν δύο κυβερνήσεις: η παλαιά στην Κωνσταντινούπολη (φιλοσυμμαχική) και η νέα στην Άγκυρα (εθνικιστική).

Η Σύγκρουση με την Ελλάδα (1919-1922)
​Η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη λειτούργησε ως το απόλυτο «καύσιμο» για τον Κεμάλ. Χρησιμοποίησε τον φόβο του διαμελισμού της χώρας (ειδικά μετά τη Συνθήκη των Σεβρών) για να ενώσει τους Τούρκους κάτω από τη σημαία του εθνικισμού.

Η Ταχύτατη Κατάργηση του Παλαιού Κόσμου
​Ο Κεμάλ δεν έχασε χρόνο. Μέσα σε λίγα χρόνια έκανε αυτό που οι Νεότουρκοι ονειρεύονταν αλλά δεν τόλμησαν:
​1922: Κατάργηση του Σουλτανάτου. Ο τελευταίος Σουλτάνος, Μεχμέτ ΣΤ', φεύγει με βρετανικό πλοίο.
​1923: Υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης και ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας.
​1924: Κατάργηση του Χαλιφάτου. Αυτό ήταν το πιο τολμηρό βήμα, καθώς έκοψε τους δεσμούς του κράτους με το Ισλάμ ως πολιτική εξουσία.

Η Μεγάλη Διαφορά: Κεμάλ vs Τριανδρία
​Ενώ η Τριανδρία ήθελε μια «Αυτοκρατορία των Τούρκων» (αχανή εδάφη στην Ασία), ο Κεμάλ ήταν ρεαλιστής. Είπε: "Δεν θέλουμε την Αραβία, δεν θέλουμε τα Βαλκάνια. Θέλουμε μια καθαρή, τουρκική Μικρά Ασία".
​Οι μεταρρυθμίσεις του που άλλαξαν τα πάντα:
​Αντικατάσταση του αραβικού αλφαβήτου με το λατινικό.
​Κατάργηση του φεσιού και επιβολή δυτικού ντυσίματος.
​Δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες (πολύ νωρίτερα από πολλές ευρωπαϊκές χώρες).
​Πλήρης εκκοσμίκευση (Secularism).

Ο Κεμάλ πήρε την εθνικιστική ιδέα των Νεοτούρκων, την απογύμνωσε από τις αυτοκρατορικές αυταπάτες και την εφάρμοσε με απόλυτη σκληρότητα, δημιουργώντας την Τουρκία που γνωρίζουμε σήμερα.

Η ζωή των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Εβραίων στο νέο «κοσμικό» κράτος

Η Εξαίρεση της Κωνσταντινούπολης. 
​Ενώ η Ανταλλαγή των Πληθυσμών ξερίζωσε εκατομμύρια ανθρώπους, οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου εξαιρέθηκαν.
​Η υπόσχεση: Το νέο τουρκικό κράτος δεσμεύτηκε διεθνώς να προστατεύει τα δικαιώματά τους (εκπαίδευση, θρησκεία, περιουσία).
​Η πραγματικότητα: Ο Κεμάλ ήθελε ένα κράτος «εθνικά ομοιογενές». Οι μειονότητες θεωρούνταν «ξένα σώματα» που έλεγχαν μεγάλο μέρος της οικονομίας, κάτι που το νέο καθεστώς δεν μπορούσε να ανεχτεί.

Η Εκστρατεία «Πολίτη, Μίλα Τουρκικά!» (Vatandaş Türkçe Konuş!)
​Στη δεκαετία του '20 και του '30, το κράτος εξαπέλυσε μια τεράστια ψυχολογική και νομική πίεση.
​Απαγορευόταν η χρήση των ελληνικών ή των αρμενικών σε δημόσιους χώρους, στα δικαστήρια και στα σχολεία.
​Όποιος μιλούσε ελληνικά στον δρόμο, κινδύνευε με πρόστιμο ή προπηλακισμό. Ήταν ο τρόπος του κεμαλικού κράτους να «σπάσει» τον πολιτισμικό δεσμό των μειονοτήτων με τη γλώσσα τους.

Ο Οικονομικός «Στραγγαλισμός»
​Ο Κεμάλ εφάρμοσε τον Κρατισμό. Στόχος ήταν να δημιουργηθεί μια «τουρκική μπουρζουαζία».
​Αποκλεισμοί: Πολλά επαγγέλματα (από δικηγόροι μέχρι... πλανόδιοι πωλητές) απαγορεύτηκαν στους μη μουσουλμάνους. Χιλιάδες Έλληνες έχασαν τη δουλειά τους μέσα σε μια νύχτα.
​Βαρλίκ Βεργκισί (Varlık Vergisi - 1942): Αν και έγινε μετά τον θάνατο του Κεμάλ, ήταν το αποκορύφωμα της ίδιας νοοτροπίας. Ένας εξοντωτικός φόρος περιουσίας που επιβλήθηκε σχεδόν αποκλειστικά σε χριστιανούς και Εβραίους. Όσοι δεν μπορούσαν να πληρώσουν, στέλνονταν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στο Άσκαλε.

Το Πατριαρχείο σε Πολιορκία
​Από «κράτος εν κράτει» που ήταν επί Οθωμανών, το Πατριαρχείο υποβαθμίστηκε σε ένα απλό θρησκευτικό ίδρυμα για τους λίγους εναπομείναντες Ρωμιούς.
​Ο Κεμάλ προσπάθησε ακόμη και να ιδρύσει ένα «Τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο» (υπό τον Παπα-Ευθύμ) για να διασπάσει τους Έλληνες, αλλά η προσπάθεια απέτυχε καθώς δεν βρήκε υποστηρικτές.

​Η πίεση που ξεκίνησε από τους Νεότουρκους και τελειοποιήθηκε από το κεμαλικό κράτος οδήγησε νομοτελειακά στα Σεπτεμβριανά του 1955 (το μεγάλο πογκρόμ κατά των Ελλήνων) και στις απελάσεις του 1964.

Η στάση της Τουρκίας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ένα αριστούργημα διπλωματικής ισορροπίας, την οποία οι ιστορικοί ονομάζουν συχνά «ενεργό ουδετερότητα».
​Ο διάδοχος του Ατατούρκ, Ισμέτ Ινονού, έχοντας ζήσει τη φρίκη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας, είχε έναν και μοναδικό στόχο: να κρατήσει την Τουρκία έξω από τη σύγκρουση, με κάθε κόστος.

Η «Επιτήδεια Ουδετερότητα»
​Η Τουρκία υπέγραφε σύμφωνα φιλίας και με τους δύο στρατοπέδους, παίζοντας διπλό παιχνίδι:
​Με τους Συμμάχους: Το 1939 υπέγραψε σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας με τη Βρετανία και τη Γαλλία.
​Με τον Άξονα: Το 1941, μόλις τέσσερις ημέρες πριν τη γερμανική εισβολή στην ΕΣΣΔ, υπέγραψε σύμφωνο φιλίας και μη επίθεσης με τη Ναζιστική Γερμανία.

Οικονομικό Παιχνίδι (Το Χρώμιο)
​Η Τουρκία ήταν ο κύριος προμηθευτής χρωμίου για τη Γερμανία, ένα μέταλλο απαραίτητο για την κατασκευή ποιοτικού ατσαλιού για τανκς και αεροπλάνα. Ταυτόχρονα, δεχόταν δάνεια και στρατιωτικό εξοπλισμό από τους Βρετανούς για να μην... «παρασυρθεί» προς τον Χίτλερ.

Η Πίεση των Συμμάχων
​Στη Διάσκεψη του Καΐρου (1943), ο Τσώρτσιλ και ο Ρούσβελτ πίεσαν αφόρητα τον Ινονού να μπει στον πόλεμο. Ο Ινονού συμφώνησε «θεωρητικά», αλλά έθετε συνεχώς όρους για τεράστιες ποσότητες στρατιωτικού υλικού που ήξερε ότι οι Σύμμαχοι δεν μπορούσαν να στείλουν άμεσα. Έτσι, κέρδιζε χρόνο.

Η Συμβολική Κήρυξη Πολέμου (Φεβρουάριος 1945)
​Όταν ήταν πλέον σαφές ότι η Γερμανία είχε χάσει, η Τουρκία έκανε την κίνηση ματ:
​Τον Φεβρουάριο του 1945, κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία και την Ιαπωνία.
​Ο λόγος; Ήταν καθαρά τυπικός. Η συμμετοχή στον πόλεμο ήταν προϋπόθεση για να γίνει μια χώρα ιδρυτικό μέλος του ΟΗΕ και να καθίσει στο τραπέζι των νικητών, προστατευμένη από τις βλέψεις της Σοβιετικής Ένωσης.

​Το Εσωτερικό Μέτωπο: Ο Φόρος Περιουσίας (Varlık Vergisi)
​Ενώ εξωτερικά η Τουρκία ήταν ουδέτερη, εσωτερικά η κυβέρνηση χρησιμοποίησε την πολεμική συγκυρία για να ολοκληρώσει το έργο των Νεοτούρκων και του Κεμάλ: τον οικονομικό αφανισμό των μειονοτήτων.
​Το 1942 επιβλήθηκε ο Varlık Vergisi.
​Οι Μουσουλμάνοι πλήρωναν περίπου το 5% της περιουσίας τους, ενώ οι Έλληνες, οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι καλούνταν να πληρώσουν έως και το 150-200% της περιουσίας τους. 
​Ήταν η χαριστική βολή για την οικονομική κυριαρχία των Ρωμιών στην Κωνσταντινούπολη.

Η διορία και οι κατασχέσεις
​Οι φορολογούμενοι έπρεπε να πληρώσουν το ποσό σε μετρητά μέσα σε 15 ημέρες.
​Δεν υπήρχε δικαίωμα έφεσης ή προσφυγής στη δικαιοσύνη.
​Οι άνθρωποι αναγκάζονταν να πουλήσουν τα σπίτια τους, τα έπιπλά τους, ακόμα και τα ρούχα τους σε εξευτελιστικές τιμές για να μαζέψουν τα χρήματα.
​Τα ακίνητα αυτά αγοράζονταν συνήθως από Μουσουλμάνους, με αποτέλεσμα τη βίαιη μεταφορά πλούτου από τις μειονότητες στο τουρκικό κράτος και τη νέα τουρκική αστική τάξη.

Το Στρατόπεδο του Άσκαλε (Aşkale)
​Όσοι δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν το ποσό, αντιμετώπισαν μια πρωτοφανή τιμωρία για «δημοκρατικό» κράτος.
​Στάλθηκαν στο Άσκαλε, μια ορεινή περιοχή κοντά στο Ερζερούμ με πολικό ψύχος.
​Εκεί, ηλικιωμένοι έμποροι και επιστήμονες αναγκάζονταν να σπάνε πέτρες και να καθαρίζουν χιόνια από τους δρόμους για να «ξεχρεώσουν» το κράτος.
​Πολλοί πέθαναν εκεί από τις κακουχίες και το κρύο.

​Η επίσημη δικαιολογία ήταν η αντιμετώπιση του πληθωρισμού λόγω του πολέμου. Η πραγματική αιτία, όμως, όπως παραδέχτηκε αργότερα ο τότε Πρωθυπουργός Σουκρού Σαράτσογλου, ήταν:
​"Να εξαλείψουμε τους ξένους που κυριαρχούν στην αγορά μας και να παραδώσουμε την τουρκική αγορά στους Τούρκους."
​Ήταν, δηλαδή, η ολοκλήρωση του οράματος των Νεοτούρκων για μια «Εθνική Οικονομία» (Milli İktisat), απαλλαγμένη από το ελληνικό και αρμενικό στοιχείο.

Τα Σεπτεμβριανά του 1955 δεν ήταν ένα τυχαίο ξέσπασμα του όχλου. Ήταν μια καλά οργανωμένη επιχείρηση του παρακράτους (το λεγόμενο "Γραφείο Ειδικού Πολέμου"), που πάτησε πάνω στην οικονομική εξασθένηση που είχε προκαλέσει ο φόρος Varlık Vergisi, για να δώσει το οριστικό πλήγμα.

Η Αφορμή: Η Προβοκάτσια στη Θεσσαλονίκη
​Στις 6 Σεπτεμβρίου 1955, κυκλοφόρησε στην Κωνσταντινούπολη μια έκτακτη έκδοση της εφημερίδας İstanbul Ekspres με τον τίτλο: «Βόμβα στο σπίτι του Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη».
​Η αλήθεια: Η βόμβα είχε τοποθετηθεί από έναν Τούρκο φοιτητή (κλητήρα του προξενείου), μετά από εντολή των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών.
​Ο στόχος: Να φανατιστεί ο κόσμος, χρησιμοποιώντας το Κυπριακό ζήτημα που τότε βρισκόταν σε έξαρση.

Η Νύχτα των Κρυστάλλων της Πόλης
​Μέσα σε λίγες ώρες, φορτηγά μετέφεραν χιλιάδες άτομα από τα προάστια και την Ανατολία στο κέντρο της Πόλης (Πέρα, Ταταύλα, Νεοχώρι). Ο όχλος ήταν οργανωμένος σε ομάδες με λοστούς, μπιτόνια βενζίνης και καταλόγους με διευθύνσεις Ελλήνων.
​Η λεηλασία: Πάνω από 4.000 ελληνικά καταστήματα λεηλατήθηκαν. Οι δρόμοι του Πέρα γέμισαν από τόπια υφάσματα, έπιπλα και σπασμένες βιτρίνες.
​Η ιεροσυλία: Επιτέθηκαν σε 73 εκκλησίες. Έκαψαν εικόνες, βεβήλωσαν τάφους (συμπεριλαμβανομένων των Πατριαρχών) και κατέστρεψαν μοναστήρια.
​Η βία: Σκοτώθηκαν τουλάχιστον 15 άτομα (μεταξύ των οποίων και ιερείς), ενώ σημειώθηκαν εκατοντάδες βιασμοί και ξυλοδαρμοί.

Η Στάση της Αστυνομίας
​Η αστυνομία και ο στρατός έλαβαν εντολή να μην παρεμβαίνουν. Παρακολουθούσαν αμέτοχοι τις καταστροφές, λέγοντας στους Έλληνες: «Σήμερα είμαστε όχλος, αύριο θα είμαστε αστυνομία». Η τάξη αποκαταστάθηκε μόνο όταν η καταστροφή είχε ολοκληρωθεί.

Οι Συνέπειες: Ο Ξεριζωμός
​Αν και η Τουρκία προσπάθησε αργότερα να το παρουσιάσει ως "αυθόρμητη διαμαρτυρία", το μήνυμα ελήφθη: Οι Έλληνες δεν ήταν πλέον επιθυμητοί.
​Οι περιουσίες που είχαν απομείνει μετά τον φόρο του 1942, τώρα έγιναν συντρίμμια.
​Ξεκίνησε το μεγάλο κύμα φυγής προς την Ελλάδα. Ο Ελληνισμός της Πόλης από 100.000 άτομα το 1955, συρρικνώθηκε δραματικά, φτάνοντας σήμερα να αριθμεί μόλις 2.000–3.000 άτομα.

Στις αρχές της δεκαετίας του '50, Ελλάδα και Τουρκία μπήκαν μαζί στο ΝΑΤΟ. Η Ουάσιγκτον πίεζε για «ενότητα στη νοτιοανατολική πτέρυγα».
​Η αντίδραση στα Σεπτεμβριανά: Η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου (και στη συνέχεια του Κωνσταντίνου Καραμανλή) βρέθηκε σε τραγικό δίλημμα.
​Διπλωματική αποτυχία: Η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε έντονα στον ΟΗΕ και στο ΝΑΤΟ, αλλά οι Σύμμαχοι (ιδιαίτερα οι ΗΠΑ και η Βρετανία) τήρησαν στάση «ίσων αποστάσεων», ζητώντας και από τις δύο πλευρές να τα βρουν, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα ήταν το θύμα.
​Εσωτερική πίεση: Ο ελληνικός λαός απαιτούσε σκληρή απάντηση, αλλά η κυβέρνηση φοβόταν ότι ένας πόλεμος θα οδηγούσε στην απώλεια και της Κύπρου και του Πατριαρχείου.

Οι Απελάσεις του 1964: Το «Τελικό Χτύπημα»
​Όταν η Τουρκία κατήγγειλε μονομερώς τη Σύμβαση Εγκατάστασης το 1964 και άρχισε να απελαύνει μαζικά τους Έλληνες υπηκόους (δίνοντάς τους μόνο 20 δολάρια και μια βαλίτσα):
​Η Ελλάδα: Δέχτηκε τους χιλιάδες πρόσφυγες της Πόλης, αλλά η διπλωματική της ισχύς ήταν περιορισμένη λόγω της κρίσης στην Κύπρο.
​Η στρατηγική: Η Αθήνα επέλεξε να μην προχωρήσει σε αντίποινα κατά των Μουσουλμάνων της Θράκης, θέλοντας να δείξει ότι σέβεται τη Συνθήκη της Λωζάνης, σε αντίθεση με την Άγκυρα.

Η Καταγγελία της Σύμβασης (16 Μαρτίου 1964)
​Η τουρκική κυβέρνηση του Ισμέτ Ινονού ανακοίνωσε μονομερώς την καταγγελία της «Ελληνοτουρκικής Σύμβασης Εγκαταστάσεως, Εμπορίου και Ναυτιλίας του 1930».
​Αυτή η σύμβαση (που είχαν υπογράψει ο Βενιζέλος και ο Κεμάλ) επέτρεπε στους Έλληνες υπηκόους (τους λεγόμενους Εταμπλί) να ζουν και να εργάζονται στην Τουρκία.
​Με την ακύρωσή της, η Τουρκία δήλωσε ότι οι Έλληνες αυτοί ήταν πλέον «ανεπιθύμητοι αλλοδαποί» και έπρεπε να εγκαταλείψουν τη χώρα.

Η Δικαιολογία: «Εθνική Ασφάλεια»
​Η επίσημη διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει το μέτρο ήταν ότι οι Έλληνες της Πόλης ασκούσαν «επιβλαβείς δραστηριότητες κατά της τουρκικής ασφάλειας» και ότι η παρουσία τους αποτελούσε κίνδυνο για τη δημόσια τάξη, λόγω της έντασης στην Κύπρο (Ματωμένα Χριστούγεννα του '63) 

Η Ταπεινωτική Διατύπωση της Απέλασης
​Στους Έλληνες που καλούνταν στο αστυνομικό τμήμα της 4ης Διεύθυνσης (στο γνωστό «Σανσάρ Χαν»), δινόταν να υπογράψουν μια δήλωση που έλεγε:
​«Φεύγω οικειοθελώς από την Τουρκία και παραδέχομαι ότι έκανα παράνομες ενέργειες κατά του τουρκικού κράτους».
​Αν δεν υπέγραφαν, τους απειλούσαν με φυλάκιση ή χειρότερες κακουχίες.

Οι Όροι της Αναχώρησης: «20 Δολάρια και 20 Κιλά»
​Η διατύπωση των περιορισμών για την αναχώρηση ήταν το ίδιο σκληρή. Επιτρεπόταν στους απελαθέντες να πάρουν μαζί τους:
​Μόνο 20 δολάρια (ή 200 τουρκικές λίρες τότε).
​Μόνο 20 κιλά προσωπικών ειδών (μία βαλίτσα).
​Όλα τα υπόλοιπα περιουσιακά τους στοιχεία, σπίτια, επιχειρήσεις και τραπεζικοί λογαριασμοί δεσμεύτηκαν από το τουρκικό κράτος (με τα «μυστικά διατάγματα» του 1964) και δεν τους αποδόθηκαν ποτέ.

​Το Αποτέλεσμα
​Ήταν ένας «λευκός θάνατος». Μέσα σε λίγους μήνες, περίπου 12.000 Έλληνες υπήκοοι απελάθηκαν, αλλά εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν μέλη οικογενειών, τους ακολούθησαν άλλοι 30.000–40.000 Έλληνες με τουρκική υπηκοότητα.
​Ήταν η ολοκλήρωση της επιχείρησης που άνοιξαν οι Νεότουρκοι το 1908: η Μικρά Ασία και η Κωνσταντινούπολη «καθάρισαν» οριστικά από το ελληνικό στοιχείο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου