Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Πριν το ΟΧΙ του Μεταξά. Η Διακυβέρνηση του και το τελεσίγραφο

Το Κράτος είναι ένας ζωντανός οργανισμός και ο λαός τα κύτταρά του. Για τον Μεταξά, η ταξική πάλη (απεργίες, συγκρούσεις εργατών-εργοδοτών) ήταν μια «ασθένεια» που εξασθενούσε το έθνος ενόψει του πολέμου.
​Η προτεραιότητα του κράτους ήταν η εθνική ομοιογένεια. Για να την πετύχει, χρησιμοποίησε το «κοινωνικό έργο» ως ένα εργαλείο πειθαρχίας.

​«Θέλω τον εργάτην ευχαριστημένον. Όχι από φιλανθρωπίαν, αλλά από καθήκον εθνικόν. Αν ο εργάτης πεινά, η Ελλάς είναι αδύνατος. Πρέπει να αισθανθεί ότι ο ανώτατος άρχων είναι ο προστάτης του και όχι ο εκμεταλλευτής του.»

​Η προτεραιότητα ήταν η «βιολογική αντοχή» του λαού. Το ΙΚΑ ιδρύθηκε για να σταματήσει η εξαθλίωση που γεννούσε εξεγέρσεις.

​Μαρτυρία εργάτριας σε κλωστοϋφαντουργείο (Αρχείο Π. Παπαστράτου):
​«Πριν τον Μεταξά, αν αρρώσταινες, πέθαινες στην ψάθα. Θυμάμαι που ήρθαν και μας μοίρασαν τα πρώτα βιβλιάρια. Ήταν σαν φυλαχτό. Ο κόσμος έλεγε: "Τώρα έχουμε γιατρό". Βέβαια, για να πάρεις το βιβλιάριο, έπρεπε να είσαι "φρόνιμος". Αν σε είχαν σημειωμένο για απεργίες, γιατρό δεν έβλεπες.»

​Ο νόμος είχε ψηφιστεί το 1932 (κυβέρνηση Βενιζέλου) και το 1934 (κυβέρνηση Τσαλδάρη), αλλά έμενε στα χαρτιά λόγω αντιδράσεων των εργοδοτών.
​Τι έκανε ο Μεταξάς: Με τη δύναμη του δικτάτορα, επέβαλε τη λειτουργία του την 1η Δεκεμβρίου 1937.
​Το αποτέλεσμα: Για πρώτη φορά, ο Έλληνας εργάτης είχε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την προοπτική μιας σύνταξης. Αυτό δημιούργησε ένα ισχυρό αίσθημα ασφάλειας σε μια εποχή που η αρρώστια σήμαινε αυτόματα πείνα.

Για τον εργάτη που μέχρι τότε εξαρτιόταν από τη φιλανθρωπία ή την καλή θέληση του αφεντικού, το ΙΚΑ ήταν μια επανάσταση στην καθημερινότητα.

​Μαρτυρία ανώνυμου λιμενεργάτη (από το αρχείο προφορικής ιστορίας):
​«Πριν το ΙΚΑ, αν έσπαγες το πόδι σου στο λιμάνι, ήσουν τελειωμένος. Ο εργοδότης σου έδινε ένα μεροκάματο "για τον κόπο σου" και σε άφηνε στον δρόμο. Όταν άνοιξαν τα πρώτα ιατρεία του ΙΚΑ, πήγαμε και δεν το πιστεύαμε. Είδαμε γιατρό χωρίς να δώσουμε δραχμή από την τσέπη μας. Για εμάς, αυτό ήταν το μεγαλύτερο "εύγε" που δώσαμε στον Μεταξά. Μας έκανε να νιώθουμε άνθρωποι και όχι εργαλεία.»

Το ΙΚΑ χρησιμοποιήθηκε ως μέσο για να εντοπίζονται οι «ύποπτοι». Ο Μανιαδάκης (Υπουργός Ασφαλείας) είχε άμεση πρόσβαση στα αρχεία.

​Μαρτυρία συνδικαλιστή (καταγεγραμμένη από τον Σπύρο Λιναρδάτο):
​«Το ΙΚΑ ήταν η παγίδα. Για να βγάλεις βιβλιάριο και να κολλήσεις ένσημα, έπρεπε να είσαι "νομιμόφρων". Οι υπάλληλοι του ΙΚΑ συχνά ήταν χαφιέδες της Ασφάλειας. Αν το όνομά σου ήταν στη μαύρη λίστα για κομμουνιστική δράση, το βιβλιάριο καθυστερούσε, χανόταν ή σε καλούσαν στο τμήμα "για μια διευκρίνιση" πριν σου το δώσουν. Έτσι, ο Μεταξάς ήλεγχε ποιος δουλεύει και ποιος τρώει.»

​Ο Μεταξάς ήθελε το ΙΚΑ να λειτουργεί με τη ακρίβεια που είχε ο στρατός.
​Μαρτυρία υπαλλήλου του ΙΚΑ (από τα απομνημονεύματα στελέχους του Υπουργείου Εργασίας):
​«Ο Μεταξάς ερχόταν ο ίδιος στα γραφεία ξαφνικά. Ήθελε τα πάντα στην εντέλεια. Έλεγε: "Το ΙΚΑ είναι το οχυρό της κοινωνικής ειρήνης. Αν αποτύχει αυτό, θα κερδίσουν οι κομμουνιστές". Υπήρχε ένας τρόμος μην γίνει λάθος στις εισφορές. Οι βιομήχανοι που δεν κολλούσαν ένσημα πήγαιναν αυτόφωρο. Αυτό δεν είχε ξαναγίνει στην Ελλάδα· το Κράτος να κυνηγάει το Αφεντικό για χάρη του Εργάτη.»

Μαρτυρία εργάτριας από τα κλωστοϋφαντουργία της Νέας Ιωνίας:
​«Μας μάζεψαν στην αυλή του εργοστασίου. Ήρθαν επίσημοι, φορούσαν στολές. Μας είπαν ότι αυτά τα βιβλιάρια είναι δώρο του Πατέρα Μεταξά. Έπρεπε να χειροκροτούμε ώρα πολλή. Μας έδωσαν το χαρτί και μας είπαν: "Τώρα είστε στρατιώτες της δουλειάς". Ήταν μια χαρά ανακατεμένη με φόβο. Ήξερες ότι αν έχανες τη δουλειά σου, έχανες και τον γιατρό σου, άρα έπρεπε να σκύβεις το κεφάλι διπλά.»

Αν και ο Μεταξάς αυτοπροβαλλόταν ως ο «Πρώτος Εργάτης», στην πραγματικότητα λειτούργησε ως ο εγγυητής των συμφερόντων της αστικής τάξης, παρόλο που συχνά την «πίεζε» για να πετύχει τους δικούς του στόχους.
Ι
Η αστική τάξη το 1936 ήταν τρομοκρατημένη. Μετά την αιματοβαμμένη απεργία της Θεσσαλονίκης (Μάιος '36) και το Σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα, οι αστοί φοβούνταν μια γενική κομμουνιστική εξέγερση. Ο Μεταξάς τους πρόσφερε τάξη. Με το που ανέλαβε, απαγόρευσε τις απεργίες και διέλυσε τα συνδικάτα. Οι βιομήχανοι «ησύχασαν» από τις κινητοποιήσεις.
​Το αντάλλαγμα: Σε αντάλλαγμα για την ηρεμία στα εργοστάσια, η αστική τάξη δέχτηκε τη δικτατορία ως ένα «αναγκαίο κακό» που προστάτευε την ιδιοκτησία τους. 

Βέβαια, οι αστοί άρχισαν να δυσανασχετούν. Ο Μεταξάς δεν ήταν οπαδός της ελεύθερης αγοράς. Ήθελε ένα κράτος που να ελέγχει τα πάντα.

​Υποχρεωτικές εισφορές: Επέβαλε στους εργοδότες να πληρώνουν για το ΙΚΑ και να τηρούν τις συλλογικές συμβάσεις. Πολλοί βιομήχανοι αντέδρασαν, αλλά ο Μεταξάς τους ξεκαθάρισε: «Προτιμάτε να δώσετε ένα μικρό μέρος των κερδών σας για ασφάλιση ή να τα χάσετε όλα σε μια επανάσταση;»

​Πολεμική Βιομηχανία: Ανάγκασε τις επιχειρήσεις να στραφούν στην παραγωγή για τις ανάγκες του στρατού (εξοπλισμοί, στολές, οχυρωματικά έργα).

Η ελληνική αστική τάξη (ειδικά οι εφοπλιστές και οι τραπεζίτες) ήταν παραδοσιακά συνδεδεμένη με το Λονδίνο.
​Ο Μεταξάς, παρόλο που θαύμαζε τη γερμανική πειθαρχία, δεν μπορούσε να έρθει σε ρήξη με τους Άγγλους γιατί θα έχανε τη στήριξη των Ελλήνων κεφαλαιούχων.
​Έτσι, η οικονομία της 4ης Αυγούστου παρέμεινε προσδεδεμένη στη βρετανική λίρα. Οι αστοί ένιωθαν ασφαλείς όσο ο Μεταξάς διατηρούσε τη συμμαχία με τη Βρετανία, την οποία εγγυόταν ο Βασιλιάς Γεώργιος.

​Ο Μεταξάς συχνά σημείωνε την ενόχλησή του για την απληστία της αστικής τάξης. Δεν τους έβλεπε ως συνεργάτες, αλλά ως εργαλεία που έπρεπε να πειθαρχήσουν.

​Ημερολόγιο, 15 Ιουνίου 1937:
«Οι κεφαλαιούχοι μας... δεν εννοούν να καταλάβουν ότι η εποχή της ασυδοσίας παρήλθε. Γκρινιάζουν διά τας εισφοράς του ΙΚΑ. Νομίζουν ότι το Κράτος είναι υπηρέτης των. Δεν καταλαβαίνουν ότι αν δεν ήμουν εγώ, θα τους είχαν πάρει τα κεφάλια οι κομμουνισταί. Τους πιέζω και θα τους πιέσω κι άλλο. Η Ελλάς δεν είναι το χρηματιστήριόν τους.»

Αλλού λέει :
«Πόσον εγωισταί είναι οι πλούσιοι! Μόνον το κέρδος. Καμία θυσία διά το κοινωνικόν σύνολον. Τους αναγκάζω να δώσουν, αλλά το κάνουν με σφιγμένα δόντια. Δεν πειράζει. Θα δώσουν διότι αλλιώς δεν υπάρχει θέσις γι' αυτούς στην Ελλάδα της 4ης Αυγούστου.»

Μαρτυρία βιομηχάνου από την κλωστοϋφαντουργία (Αρχείο Σ. Λιναρδάτου):
​«Ο Μεταξάς μας έδωσε την ησυχία μας. Οι εργάτες έπαψαν να φωνάζουν, οι απεργίες σταμάτησαν την επομένη κιόλας της 4ης Αυγούστου. Αλλά το τίμημα ήταν βαρύ. Κάθε λίγο ερχόταν ο έλεγχος. "Πληρώσατε τα ένσημα;", "Δώσατε την αύξηση;", "Πόσα θα δώσετε για την ΕΟΝ;". Δεν ήμασταν πια αφεντικά στα σπίτια μας. Ήμασταν υπό την επιτήρηση του Μανιαδάκη. Αλλά μεταξύ της επανάστασης και του Μεταξά, προτιμήσαμε τον Μεταξά.»

Μαρτυρία στελέχους της Εθνικής Τράπεζας (από ιστορική μελέτη για την οικονομία του Μεσοπολέμου):
​«Ο Αρχηγός [Μεταξάς] δεν ζητούσε, διέταζε. Όταν χρειαζόταν κεφάλαια για τα οχυρά ή για την αεροπορία, οι τραπεζίτες καλούνταν στο γραφείο του. Δεν υπήρχε περιθώριο άρνησης. Η αστική τάξη χρηματοδότησε την πολεμική προετοιμασία, όχι πάντα από πατριωτισμό, αλλά γιατί ο Μεταξάς τους είχε καταστήσει σαφές ότι η επιβίωση του καθεστώτος ήταν και δική τους επιβίωση.»

Μαρτυρία από την κοσμική Αθήνα της εποχής:
​«Στα σαλόνια της Αθήνας, ο Μεταξάς δεν ήταν ποτέ πραγματικά αγαπητός. Τον θεωρούσαν "λίγο", έναν απόστρατο που τους χαλούσε τη βολή. Αλλά στις δεξιώσεις, όλοι έτρεχαν να προσφέρουν χρήματα για την ΕΟΝ ή για τα συσσίτια. Ήταν ένας φόρος υποταγής. Φοβούνταν το ρετσινόλαδο όσο και οι εργάτες, αν και για διαφορετικούς λόγους.»

Εθνική Οργάνωση Νεολαίας.

​Ιδρύθηκε από τον Ιωάννη Μεταξά στις 7 Νοεμβρίου 1936, μόλις τρεις μήνες μετά την επιβολή της δικτατορίας, και αποτέλεσε το «αγαπημένο παιδί» του καθεστώτος. Ο Μεταξάς πίστευε ότι η πολιτική του επιτυχία θα κρινόταν από το αν θα κατάφερνε να κερδίσει τις ψυχές των νέων, γι' αυτό και αυτοανακηρύχθηκε «Πρώτος Φαλαγγίτης».

​Αν το ΙΚΑ φρόντιζε τη «βιολογική αντοχή» (το σώμα), η ΕΟΝ φρόντιζε την «ιδεολογική πειθαρχία» (το πνεύμα). Ο Μεταξάς ήθελε να βγάλει τα παιδιά από την επιρροή της οικογένειας και των κομμάτων και να τα βάλει κάτω από την επιρροή του Κράτους.

Ο όρκος της ΕΟΝ δεν άφηνε περιθώριο για άλλη πίστη, ούτε καν στην οικογένεια.
​Απόσπασμα από τον όρκο του Σκαπανέως:
«Ορκίζομαι... να υπακούω τυφλώς εις τας διαταγάς του Αρχηγού... να θέτω το συμφέρον της Πατρίδος υπεράνω παντός άλλου...».

Η δημιουργία του «Νέου Ανθρώπου». 
Ο Μεταξάς πίστευε ότι η δημοκρατία είχε «μαλακώσει» τους Έλληνες. Η ΕΟΝ θα τους έκανε σκληρούς, πειθαρχημένους και αφοσιωμένους στον «Αρχηγό».

​Η μέθοδος: Στολές, παρελάσεις, ασκήσεις, αλλά και προνόμια (εκδρομές, αθλητισμός, συσσίτια). Όπως και με το ΙΚΑ, χρησιμοποιούσε το «καρότο» (παροχές) για να επιβάλει το «μαστίγιο» (πειθαρχία).
​Η μαζικότητα: Μέχρι το 1940, η ΕΟΝ είχε πάνω από 1.000.000 μέλη. Η συμμετοχή ήταν «εθελοντική» στα χαρτιά, αλλά υποχρεωτική στην πράξη (αν το παιδί σου δεν ήταν στην ΕΟΝ, ο πατέρας μπορούσε να έχει προβλήματα στη δουλειά του ή στο ΙΚΑ).

​«Θυμάμαι τον πατέρα μου, που ήταν παλιός βενιζελικός, να με κοιτάζει με μισό μάτι όταν φόρεσα τη στολή της ΕΟΝ. Αλλά δεν μπορούσε να πει τίποτα. Στο σχολείο μας έλεγαν ότι ο Μεταξάς είναι ο πατέρας όλων μας. Μας έδιναν γάλα, μας πήγαιναν εκδρομές που οι γονείς μας δεν μπορούσαν να ονειρευτούν. Μετά την άσκηση, μας διάβαζαν λόγους για τον Τρίτο Ελληνικό Πολιτισμό. Νιώθαμε σημαντικοί, νιώθαμε στρατιώτες πριν καν πιάσουμε όπλο.»
(Μαρτυρία από το βιβλίο της Ελένης Μαχαίρα, «Η Νεολαία της 4ης Αυγούστου»)

Η χρήση της Ε.Ο.Ν. ως οργάνου επιτήρησης μέσα στην ίδια την οικογένεια είναι μια από τις πιο σκοτεινές πτυχές του καθεστώτος. Ο Μεταξάς, αντιγράφοντας τα πρότυπα της Χιτλερικής Νεολαίας και των Ιταλών Balilla, προσπάθησε να σπάσει τον παραδοσιακό δεσμό γονέα-παιδιού και να τον αντικαταστήσει με τον δεσμό Αρχηγού-Στρατιώτη.

Πολλά παιδιά δεν καταλάβαιναν ότι κατέδιδαν τους γονείς τους. Οι βαθμοφόροι της ΕΟΝ έκαναν ερωτήσεις που έμοιαζαν με παιχνίδι ή ενδιαφέρον.
​Μαρτυρία από το βιβλίο της Ελένης Μαχαίρα, «Η Νεολαία της 4ης Αυγούστου»:
​«Στις συγκεντρώσεις, οι ομαδάρχες μάς ρωτούσαν: "Τι λένε οι γονείς σας στο τραπέζι; Είναι ευχαριστημένοι με τον Αρχηγό; Μήπως ακούτε το βράδυ στο ραδιόφωνο σταθμούς που μιλάνε ξένα;". Εμείς, περήφανοι που μας έδιναν σημασία οι μεγάλοι, τα λέγαμε όλα. Μετά, έβλεπες την Ασφάλεια να χτυπά την πόρτα του γείτονα ή του θείου. Πολλοί γονείς άρχισαν να φοβούνται να μιλήσουν μπροστά στα παιδιά τους. Το σπίτι έγινε ένας τόπος που ψιθυρίζαμε.»

Σε σπίτια με δημοκρατικές ή αριστερές καταβολές, η ένταξη του παιδιού στην ΕΟΝ προκαλούσε τραγωδίες.

​Μαρτυρία από το αρχείο προφορικής ιστορίας (Αθήνα, 1939):
​«Ο πατέρας μου ήταν παλιός δημοκράτης. Όταν με είδε με τη στολή, την μπλε φούστα και το σήμα με τον διπλό πέλεκυ, έγινε θηρίο. "Να το βγάλεις αυτό το έκτρωμα", μου φώναξε. Εγώ έκλαιγα. Του είπα: "Αν δεν το φοράω, θα με διώξουν από το σχολείο και θα σε απολύσουν κι εσένα". Με κοίταξε με μια θλίψη που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Κατάλαβε ότι ο Μεταξάς είχε μπει ανάμεσά μας. Από εκείνη τη μέρα, ο πατέρας μου δεν ξαναμίλησε για πολιτικά μέσα στο σπίτι. Φοβόταν μην του ξεφύγει κάτι και το μεταφέρω στους βαθμοφόρους μου.»

​Η ΕΟΝ είχε τον έλεγχο της βαθμολογίας και της διαγωγής. Η «νομιμοφροσύνη» του παιδιού ήταν η ασπίδα της οικογένειας.
​Μαρτυρία δασκάλου της εποχής:
​«Έπρεπε να προσέχουμε τι λέμε στην τάξη. Υπήρχαν παιδιά που ήταν "φαλαγγίτες" και είχαν εντολή να αναφέρουν αν ο δάσκαλος παρέκκλινε από τις αρχές του Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού. Αλλά το χειρότερο ήταν οι εκθέσεις. Βάζαμε θέματα για τον "Εθνικό Πατέρα" Μεταξά και διαβάζαμε ανάμεσα στις γραμμές τι πίστευαν οι γονείς τους. Αν ένα παιδί έγραφε κάτι "ύποπτο", ξέραμε ότι η οικογένειά του θα είχε σύντομα επισκέψεις από τον Μανιαδάκη.»

Το περιοδικό «Η Νεολαία» ήταν το βασικό έντυπο προπαγάνδας της Ε.Ο.Ν. και κυκλοφορούσε εβδομαδιαία. Δεν ήταν απλώς ένα περιοδικό με παιχνίδια· ήταν ένα εγχειρίδιο «πλύσης εγκεφάλου» με πολύ προσεγμένη αισθητική, που στόχευε στο συναίσθημα των παιδιών.

Στο περιοδικό, ο Μεταξάς δεν παρουσιαζόταν ως ένας σκληρός δικτάτορας, αλλά ως ο στοργικός «Μπάρμπα-Γιάννης» ή ο «Παππούς» όλων των παιδιών.

​Μαρτυρία από έναν τότε αναγνώστη (από έρευνα του Παντελή Βούλγαρη):
​«Κάθε εβδομάδα το περιοδικό είχε στην πρώτη σελίδα τον Μεταξά. Άλλοτε να χαϊδεύει το κεφάλι ενός παιδιού, άλλοτε να φοράει το δίκοχο της ΕΟΝ. Μας έγραφε γράμματα: "Παιδιά μου, εσείς είστε η ελπίδα μου". Σε έκανε να νιώθεις ότι αυτός ο άνθρωπος ξενυχτάει για να είσαι εσύ καλά. Αν ο πατέρας σου στο σπίτι σε μάλωνε, ο "Παππούς" στο περιοδικό σε επιβράβευε.»

Απόσπασμα από άρθρο του περιοδικού (1938):
​«Πριν την 4η Αυγούστου, η Ελλάς ήταν ένα σώμα άρρωστο. Οι πολιτικοί ήταν τα μικρόβια που την έτρωγαν. Ήρθε ο Αρχηγός και καθάρισε τον τόπο. Εσείς, οι Φαλαγγίτες, είστε οι φύλακες. Πρέπει να προσέχετε όσους μιλούν για ελευθερίες και κόμματα. Αυτοί θέλουν να μας γυρίσουν στο σκοτάδι.»

Μαρτυρία φαλαγγίτισσας από τη Θεσσαλονίκη:
​«Υπήρχε μια στήλη που έλεγε "Τι έπραξες σήμερα για την Πατρίδα;". Μας έλεγε να κρατάμε ημερολόγιο. Αν είδες κάποιον να πετάει σκουπίδια, αν άκουσες κάποιον να βρίζει την κυβέρνηση, αν βοήθησες έναν ηλικιωμένο. Όλα μπαίναν στο ίδιο καλάθι. Η καλή πράξη ταυτιζόταν με την υπακοή στο καθεστώς. Αν δεν έκανες "εθνική δουλειά", ένιωθες ένοχος.»

​Το περιοδικό ήταν γεμάτο με εικόνες από την αρχαία Σπάρτη και το Βυζάντιο, συνδέοντάς τες άμεσα με τη στολή της ΕΟΝ.
​Μαρτυρία εκπαιδευτικού της εποχής:
​«Το περιοδικό "Η Νεολαία" έκανε το παιδί να πιστεύει ότι είναι ο συνεχιστής του Λεωνίδα και του Παλαιολόγου. Τους έλεγαν: "Εσείς θα φέρετε τη νέα δόξα". Αυτή η κολακεία ήταν ακατανίκητη για ένα παιδί 12-13 χρονών. Του έδινε έναν σκοπό, μια ταυτότητα. Γι' αυτό, όταν ξέσπασε ο πόλεμος το '40, αυτοί οι νέοι έτρεξαν στο μέτωπο με έναν φανατισμό που είχε καλλιεργηθεί συστηματικά μέσα από αυτές τις σελίδες.» 

Ο Μεταξάς ήθελε οι νέοι να συνηθίζουν από νωρίς στην ιδέα της «πυραμίδας»: όλοι υπακούουν σε κάποιον ανώτερο, και όλοι καταλήγουν στον έναν, τον Αρχηγό.

​Χωριζόταν σε δύο βασικές ηλικιακές κατηγορίες, οι οποίες είχαν διαφορετικά ονόματα για αγόρια και κορίτσια:
​1. Η Πρώτη Βαθμίδα: Τα παιδιά (8 - 14 ετών)
​Ήταν η εισαγωγική φάση, όπου η έμφαση δινόταν στο παιχνίδι, την άσκηση και την πρώτη επαφή με την εθνική προπαγάνδα.
​Σκαπανείς: Τα αγόρια.
​Σκαπάνισσες: Τα κορίτσια.

(Το όνομα «Σκαπανέας» παρέπεμπε σε αυτόν που ανοίγει τον δρόμο, που σκάβει για να χτίσει τον «Τρίτο Ελληνικό Πολιτισμό».) 

Η Δεύτερη Βαθμίδα: Οι έφηβοι και οι νέοι (14 - 25 ετών)

​Εδώ η εκπαίδευση γινόταν καθαρά παραστρατιωτική. Περιλάμβανε παρελάσεις, χρήση συμβολικών όπλων (ξύλινων τυφεκίων), έντονη κατήχηση και προετοιμασία για τη στρατιωτική θητεία.
​Φαλαγγίτες: Τα αγόρια.
​Φαλαγγίτισσες: Τα κορίτσια.

(Η «Φάλαγγα» ήταν ο βασικός σχηματισμός του αρχαιοελληνικού στρατού (Μακεδονική Φάλαγγα), υπογραμμίζοντας την ισχύ μέσα από την ενότητα και την πειθαρχία.) 

Η οργάνωση δεν σταματούσε στις ηλικίες. Κάθε ομάδα είχε τους δικούς της ηγήτορες, ακριβώς όπως ένας στρατός:

​Η Ομάδα: Η μικρότερη μονάδα (περίπου 10-15 παιδιά) με επικεφαλής τον Ομαδάρχη.
​Η Διμοιρία: Αποτελούνταν από 3-4 ομάδες με επικεφαλής τον Διμοιρίτη.
​Ο Λόχος: Αποτελούνταν από 3 διμοιρίες με επικεφαλής τον Λοχαγό.
​Το Τάγμα / Η Φάλαγγα: Μεγαλύτεροι σχηματισμοί που κάλυπταν ολόκληρες περιοχές ή πόλεις.

​Στην κορυφή όλων βρισκόταν ο Γενικός Επιθεωρητής και, φυσικά, ο Ιωάννης Μεταξάς ως ο «Πρώτος Φαλαγγίτης».

Μαρτυρία από παλιό μέλος της ΕΟΝ στην Πλάκα:
​«Όταν γινόσουν 14 και από Σκαπανέας γινόσουν Φαλαγγίτης, ένιωθες ότι μεγάλωσες απότομα. Σου έδιναν περισσότερες ευθύνες. Ο Ομαδάρχης μας ήταν μόλις δύο χρόνια μεγαλύτερος, αλλά τον τρέμαμε σαν στρατηγό. Αν η στολή σου δεν ήταν σιδερωμένη ή αν δεν χαιρετούσες σωστά, σε τιμωρούσε μπροστά σε όλους. Μας μάθαιναν ότι η ιεραρχία είναι ιερή. Δεν αμφισβητούσες ποτέ τον ανώτερο, γιατί έτσι αμφισβητούσες τον ίδιο τον Μεταξά.»


Υπήρξαν παιδιά που δεν μπήκαν στην ΕΟΝ

​«Ο πατέρας μου μου είπε: "Αν φορέσεις αυτή τη στολή, δεν θα ξαναμπείς στο σπίτι. Προτιμώ να σε λένε αλήτη παρά φαλαγγίτη". Έτσι, ήμουν ο μοναδικός στο χωριό χωρίς στολή. Οι άλλοι με φώναζαν "μπολσεβίκο" και "άπατρι". Ένιωθα απέραντη μοναξιά, αλλά όταν έβλεπα τον πατέρα μου να με κοιτάζει με καμάρι, ένιωθα ότι κρατούσαμε μια Θερμοπύλη μέσα στο ίδιο μας το σπίτι.»

Ο Στρατός και η πολεμική προετοιμασία

Είναι το κομμάτι όπου ο Μεταξάς ένιωθε πιο σίγουρος από κάθε άλλο, καθώς ήταν ο ίδιος ένας κορυφαίος επιτελικός στρατιωτικός (ο «μικρός Μόλτκε», όπως τον αποκαλούσαν στη Γερμανία όπου σπούδασε)

Η «Γραμμή Μεταξά»
​Ήταν το μεγαλύτερο τεχνικό έργο της εποχής. Μια σειρά από 21 αυτόνομα οχυρά στα βόρεια σύνορα (από το Μπέλες μέχρι τη Ροδόπη).

​Η λογική: Ο Μεταξάς ήξερε ότι αν η Βουλγαρία (σύμμαχος του Άξονα) μας επιτεθεί, ο στρατός έπρεπε να έχει ένα αμυντικό τείχος.
​Η τεχνολογία: Τα οχυρά είχαν ηλεκτρικό ρεύμα, αερισμό, χειρουργεία, τηλέφωνα και δίκτυα στοών χιλιομέτρων κάτω από τη γη.

Η «Μυστική» Επιστράτευση

​Αντί να κάνει μια γενική επιστράτευση που θα προκαλούσε τους Ιταλούς, ο Μεταξάς έκανε κάτι ιδιοφυές: «Ατομικές προσκλήσεις». Έστελνε χαρτιά σε εφέδρους «για εκπαίδευση» λίγους-λίγους. Έτσι, όταν το πρωί της 28ης Οκτωβρίου κηρύχθηκε ο πόλεμος, ο ελληνικός στρατός ήταν ήδη κατά 50% έτοιμος και στις θέσεις του, χωρίς να το έχουν πάρει χαμπάρι οι Ιταλοί.

Ο Εξοπλιστικός «Πυρετός» και οι Ελλείψεις

​Εδώ είναι που η αστική τάξη έπαιξε ρόλο.
​Το «Ταμείο Εθνικής Αμύνης»: Ο Μεταξάς επέβαλε ειδικούς φόρους και ζήτησε «εθελοντικές» εισφορές από βιομήχανους για να αγοράσει αεροπλάνα (τα Potez και τα Bloch) και πυροβόλα από τη Γερμανία και τη Γαλλία. Αυτά που θα πολεμούσαν το Μουσολίνι.

Μαρτυρία αξιωματικού του Μηχανικού (από το Αρχείο Στρατού):
​«Ο Αρχηγός ερχόταν στα οχυρά σχεδόν κάθε μήνα. Έμπαινε μέσα στις στοές, έλεγχε το μπετόν, ρωτούσε για το φαγητό των φαντάρων. Μας έλεγε: "Εδώ θα κριθεί η τιμή της Ελλάδος". Όταν είδαμε το Ρούπελ τελειωμένο, νιώσαμε ότι για πρώτη φορά η Ελλάδα δεν ήταν ξέφραγο αμπέλι. Είχαμε πια μια σπιθαμή γης που δεν θα μπορούσε να την πατήσει κανείς χωρίς να ματώσει.»

Παρά τον θαυμασμό του για τη γερμανική πειθαρχία, ο Μεταξάς πίστευε ακράδαντα ότι όποιος ελέγχει τη θάλασσα, κερδίζει τον πόλεμο. Θεωρούσε ότι η Γερμανία και η Ιταλία θα είχαν αρχικές επιτυχίες, αλλά τελικά θα ηττούνταν από τη βρετανική ισχύ.

Μαρτυρία (Από τη συνομιλία του με τον πρεσβευτή της Αγγλίας, Πάλερετ):
​«Η Ελλάς είναι χώρα ναυτική. Η τύχη μας είναι δεμένη με τη θάλασσα. Αν πάμε με τον Άξονα, ο βρετανικός στόλος θα μας πνίξει σε μια εβδομάδα. Η Γερμανία μπορεί να κυριαρχήσει στην Ευρώπη, αλλά η Αγγλία θα κυριαρχήσει στον κόσμο. Και εμείς είμαστε στον κόσμο.»

​Ο Μεταξάς ήθελε να καθυστερήσει την εμπλοκή της Ελλάδας όσο το δυνατόν περισσότερο, όχι από φόβο, αλλά για να κερδίσει χρόνο για εξοπλισμούς. Έπνιγε την οργή του στις προκλήσεις των Ιταλών (όπως ο τορπιλισμός της «Έλλης») για να μη δώσει αφορμή.

Μαρτυρία (Από το Ημερολόγιό του, 15 Αυγούστου 1940 - Μετά τον τορπιλισμό της Έλλης):
​«Υπέφερα φρικτά σήμερον. Η "Έλλη" εβυθίσθη από ιταλικόν υποβρύχιον μέσα εις το λιμάνι της Τήνου, την ημέραν της Μεγαλόχαρης. Κρατώ την ψυχραιμίαν μου. Δεν θέλω να συρθώ εις τον πόλεμον πριν είμαι έτοιμος. Αλλά η ώρα πλησιάζει. Ο Θεός ας βοηθήσει την Ελλάδα.»

​Ως στρατιωτικός, ήξερε ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να νικήσει μόνη της μια αυτοκρατορία όπως η Ιταλία σε βάθος χρόνου, αλλά πίστευε ότι μπορούσε να την καταπονήσει. Η στρατηγική του ήταν: «Άμυνα μέχρις εσχάτων στα βουνά, για να αναγκαστούν οι Σύμμαχοι να στείλουν βοήθεια».

Η μυστική ομιλία του στους ιδιοκτήτες των εφημερίδων, 30 Οκτωβρίου 1940:
Σε αυτή την ομιλία, ο Μεταξάς εξήγησε γιατί είπε το ΟΧΙ, παρόλο που ήξερε ότι η Ελλάδα θα καταληφθεί:
​«Δεν είπα το ΟΧΙ για να κάνω ηρωισμό. Το είπα γιατί δεν υπήρχε άλλη οδός. Αν δεχόμασταν το τελεσίγραφο, η Ελλάδα θα κομματιζόταν: οι Ιταλοί θα έπαιρναν την Ήπειρο, οι Βούλγαροι τη Θράκη. Θα γινόμασταν δούλοι χωρίς τιμή. Τώρα, θα πολεμήσουμε. Θα υποφέρετε, θα πεινάσετε, ίσως καταληφθούμε. Αλλά στο τέλος του πολέμου, η Ελλάς θα βγει από την πλευρά των νικητών και θα είναι μεγαλύτερη.»

Το τελεσίγραφο 

Η σκηνή της παράδοσης του τελεσίγραφου τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 είναι μια από τις πιο δραματικές στιγμές της παγκόσμιας διπλωματίας, γιατί έχουμε τις καταγραφές και από τις δύο πλευρές: του Ιωάννη Μεταξά (στο ημερολόγιό του) και του Εμανουέλε Γκράτσι (του Ιταλού πρέσβη, στο βιβλίο του «Η αρχή του τέλους»).

Ώρα 03:00 π.μ. Ο Γκράτσι φτάνει στην οικία του Μεταξά στην Κηφισιά. Ο Μεταξάς βγαίνει να τον υποδεχτεί με τη ρόμπα του. Ο Γκράτσι του παραδίδει ένα έγγραφο με το οποίο η Ιταλία ζητούσε να καταλάβει «στρατηγικά σημεία» της Ελλάδας, χωρίς να διευκρινίζει ποια, αλλιώς θα κήρυττε πόλεμο στις 06:00 π.μ.

​Ο Γκράτσι περιγράφει με σεβασμό τη στιγμή, παρόλο που ήταν ο εχθρός:
​«Μόλις ο Μεταξάς διάβασε το έγγραφο, με κοίταξε κατάματα και μου είπε με φωνή συγκινημένη αλλά σταθερή: "Alors, c'est la guerre" (Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμος).
Του απάντησα ότι αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί. Μου αποκρίθηκε ότι το περιεχόμενο του τελεσίγραφου δεν άφηνε κανένα περιθώριο επιλογής. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τον μεγαλύτερο σεβασμό για εκείνον τον γέροντα, που προτιμούσε τη θυσία από την ατίμωση.»

Στο ημερολόγιό του, ο Μεταξάς καταγράφει τη στιγμή με απόλυτη λιτότητα, δείχνοντας το βάρος της ευθύνης:

​28 Οκτωβρίου, Δευτέρα:
«Νύχτα στις 3 με επισκέπτεται ο Γκράτσι. Μου δίδει τελεσίγραφον Μουσολίνι. Αξιοί την κατάληψιν στρατηγικών σημείων κλπ. Άρνησις δική μου.
Ο πόλεμος κηρύσσεται.
Ο Θεός σώζοι την Ελλάδα.»

Οι πολιτικοί του αντίπαλοι (βενιζελικοί) ζήτησαν να καταταγούν.
​Οι κομμουνιστές (μέσω της επιστολής του Νίκου Ζαχαριάδη από τη φυλακή) κάλεσαν τον λαό να πολεμήσει κάτω από τις διαταγές του Μεταξά.
​Η αστική τάξη πρόσφερε τα πάντα για τον αγώνα.

Η «Μυστική» Συμφωνία για τον Στόλο

Πριν καν ξεσπάσει ο πόλεμος στην Ελλάδα, ο Βασιλιάς και ο Μεταξάς είχαν δώσει άτυπες αλλά σαφείς διαβεβαιώσεις στο Λονδίνο.

​Η διαταγή: Υπήρχε μυστική εντολή προς το Ελληνικό Ναυτικό ότι, σε περίπτωση ιταλικής επίθεσης ή κατάρρευσης του μετώπου, ο ελληνικός στόλος έπρεπε να πλεύσει αμέσως προς την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου για να ενωθεί με τον βρετανικό στόλο.
​Ο σκοπός: Να μην πέσουν τα ελληνικά πλοία στα χέρια του Άξονα. Αυτό δείχνει ότι η απόφαση για το ποια πλευρά θα διαλέξει η Ελλάδα είχε ληφθεί πολύ πριν το 1940.

Το «Διπλό Ταμπλό» του Μεταξά

​Ενώ ο Βασιλιάς ήταν 100% ταυτισμένος με τους Άγγλους, ο Μεταξάς έκανε έναν επικίνδυνο ελιγμό:
​Οικονομικά: Διατηρούσε στενές εμπορικές σχέσεις με τη Γερμανία (αγοράζαμε όπλα και πουλούσαμε καπνά).
​Πολιτικά: Διαβεβαίωνε τους Άγγλους ότι η Ελλάδα θα πολεμήσει στο πλευρό τους αν χρειαστεί.

​Το παρασκήνιο: Οι Άγγλοι τον εμπιστεύονταν μόνο επειδή τον ήλεγχε ο Βασιλιάς. Υπήρχαν μάλιστα αναφορές των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών που έλεγαν: «Δεν εμπιστευόμαστε τον Μεταξά λόγω του παρελθόντος του, αλλά εμπιστευόμαστε τον Γεώργιο που τον κρατάει στο χέρι».

Μαρτυρία του Παναγιώτη Κανελλόπουλου (πολιτικού της εποχής):
​«Ο Βασιλιάς Γεώργιος δεν έβλεπε την Ελλάδα παρά μόνο ως προέκταση της βρετανικής στρατηγικής. Όταν ο Μεταξάς δίσταζε ή προσπαθούσε να κρατήσει μια ισορροπία με τη Γερμανία, ο Βασιλιάς ήταν εκεί για να του υπενθυμίζει ότι ο δρόμος της Ελλάδας είναι ένας: η σύγκρουση με την Ιταλία και η συμμαχία με την Αγγλία. Το "Όχι" του Μεταξά ήταν η μόνη επιλογή που του είχε αφήσει ο Βασιλιάς και οι Άγγλοι.»

​Η Βρετανία ήθελε την Ελλάδα ως "ασπίδα" για τη διώρυγα του Σουέζ. ​Ο Τσώρτσιλ είχε δηλώσει ξεκάθαρα ότι δεν θα επέτρεπε στον Μουσολίνι να μετατρέψει τη Μεσόγειο σε «ιταλική λίμνη».

Ο Μεταξάς παραδέχτηκε κυνικά στη μυστική ομιλία του προς τους αρχισυντάκτες των εφημερίδων στις 30 Οκτωβρίου 1940:
​«Θα μου πήτε: Μα η Αγγλία δεν είναι αρκετά ισχυρή για να μας προστατεύση; [...] Η Αγγλία θα μας βοηθήση, γιατί το συμφέρον της το επιβάλλει. Αλλά αν εμείς δεν αντισταθούμε, η Αγγλία θα μας θεωρήση εχθρούς της. Θα μας κάψη τας πόλεις μας και θα μας καταστρέψη τον στόλον μας. Θα βρεθούμε μεταξύ δύο πυρών και η Ελλάς θα σβήση από τον χάρτη.»

Το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου συνέβη κάτι που κοινωνιολογικά μοιάζει με θαύμα: ένας λαός που μέχρι το προηγούμενο βράδυ ήταν χωρισμένος σε «μεταξικούς», «δημοκρατικούς», «κομμουνιστές», «πλούσιους» και «φτωχούς», έγινε ξαφνικά ένα σώμα.

​«Αυτή η μέρα δεν περιγράφεται. Ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους με μια διάθεση σχεδόν εορταστική. Άγνωστοι αγκαλιάζονταν. Τα τραμ ήταν γεμάτα παιδιά που τραγουδούσαν. Δεν ήταν ο φόβος του θανάτου, ήταν η περηφάνια. Ο Μεταξάς έδωσε το σύνθημα, αλλά ο λαός έδωσε την ψυχή. Εκείνη τη μέρα, η δικτατορία τελείωσε μέσα στις καρδιές μας, γιατί γίναμε όλοι ίσοι μπροστά στο καθήκον.»

​«Ένας νεαρός που είχε "ποτιστεί" ρετσινόλαδο από τον χωροφύλακα του χωριού του λίγους μήνες πριν, βρέθηκε στο ίδιο χαράκωμα με τον ίδιο χωροφύλακα στην Πίνδο. Ο χωροφύλακας τον κοίταξε αμήχανα. Ο νεαρός του είπε: "Ξέχνα το λάδι, τώρα έχουμε μπροστά μας τους Ιταλούς". Πολεμήσανε πλάι-πλάι.»

Ο λαός συγχώρεσε (προσωρινά) τις ταπεινώσεις που υπέστη από τη δικτατορία, για να σώσει τη χώρα. Η θητεία του  Κωνσταντίνου Μαναδιακη του «αρχιτέκτονα» του αστυνομικού κράτους είναι καταγεγραμμενη.

​Οι Άγγλοι γνώριζαν τα πάντα για τα βασανιστήρια και το ρετσινόλαδο. Οι αναφορές των πρεσβευτών τους ήταν λεπτομερείς. Όμως για το Λονδίνο, το μόνο που μετρούσε ήταν ότι ο Μεταξάς ήταν αντικομμουνιστής και πιστός στον Βασιλιά Γεώργιο. Όσο η Ελλάδα παρέμενε στη βρετανική σφαίρα επιρροής και δεν πήγαινε με τον Άξονα, τα βασανιστήρια θεωρούνταν «εσωτερικό ζήτημα». Η Αγγλία προτιμούσε μια σταθερή δικτατορία παρά μια ασταθή δημοκρατία που ίσως επέτρεπε την άνοδο της αριστεράς.

Ο Μανιαδάκης είχε στενές σχέσεις με την Interpol και τις αστυνομίες άλλων χωρών.
​Αντάλλασσε πληροφορίες για κομμουνιστές με τη γερμανική Gestapo και την ιταλική OVRA. ​Οι ξένες υπηρεσίες μάλιστα θαύμαζαν την αποτελεσματικότητά του στην εξάρθρωση του ΚΚΕ. Αντί να τον καταδώσουν, τον έβλεπαν ως έναν «ικανό τεχνοκράτη της ασφάλειας».

Όταν ένας εξόριστος δημοκρατικός προσπάθησε να μιλήσει σε Άγγλο αξιωματικό το 1940 για τα βασανιστήρια του Μανιαδάκη, ο Άγγλος του απάντησε:
​«Αγαπητέ μου, αυτή τη στιγμή ο Μεταξάς είναι ο μόνος που ρίχνει σφαίρες στους Ιταλούς. Αν θέλετε να παραπονεθείτε για το ρετσινόλαδο, ελάτε να μας τα πείτε μετά τη νίκη».

Τα παιδιά που μεγάλωσαν με την κατήχηση της 4ης Αυγούστου, χωρίστηκαν στα δύο. Άλλα εντάχθηκαν στις γραμμές του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ αναζητώντας την πραγματική ελευθερία και άλλα παρέμειναν πιστά στο συντηρητικό/βασιλικό καθεστώς, προμηνύοντας τη σύγκρουση του Εμφυλίου.

​«Ο Μεταξάς μας έμαθε να φοράμε στολή και να περπατάμε συντονισμένα. Μας έμαθε ότι είμαστε ο στρατός του μέλλοντος. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, το δίλημμα ήταν απλό: Θα μείνουμε "στρατιώτες" ενός πεθαμένου δικτάτορα ή θα γίνουμε στρατιώτες του λαού μας; Πολλοί από εμάς απλώς αλλάξαμε το σήμα στο δίκοχο. Από τον πέλεκυ του Μεταξά, βάλαμε το αστέρι. Η πειθαρχία όμως ήταν η ίδια.»

Ο Μεταξάς δεν πρόλαβε να δει το τέλος του Έπους. Πέθανε τον Ιανουάριο του 1941, ενώ ο ελληνικός στρατός ήταν ακόμα νικηφόρος στην Αλβανία.

Ο διάδοχός του, Αλέξανδρος Κορυζής, δεν είχε ούτε το στρατιωτικό κύρος ούτε την πολιτική πυγμή του Μεταξά. Η αυτοκτονία του Κορυζή, λίγο μετά τη γερμανική εισβολή, σφράγισε το τέλος του κράτους της 4ης Αυγούστου. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου