Όταν ο Παπάγος πέθανε υπήρχαν δύο πανίσχυροι υπαρχηγοί, ο Στέφανος Στεφανόπουλος και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Όλοι περίμεναν ότι ένας από τους δύο θα έπαιρνε το «δαχτυλίδι».
Το κόμμα χωρίστηκε σε στρατόπεδα. Οι «Στεφανοπουλικοί» και οι «Κανελλόπουλικοί» άρχισαν έναν υπόγειο Πόλεμο. Ενώ η κυβέρνηση είχε παραλύσει για μήνες λόγω της ασθένειας του Παπάγου, η Φρειδερίκη είδε την ευκαιρία να ξαναπάρει τα ηνία. Αντί να ακολουθήσει τη νόμιμη οδό (να διορίσει έναν από τους αντιπροέδρους της κυβέρνησης, έκανε μια κίνηση που σόκαρε το πολιτικό σύστημα.
Πρότεινε στον Βασιλιά Παύλο έναν σχετικά άσημο Σερραίο υπουργό, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Η Φρειδερίκη πίστευε ότι ο Καραμανλής, επειδή ήταν νέος και του χρωστούσε την άνοδό του, θα ήταν πιο «εύκολος» στον χειρισμό από τους παλιούς πολιτικούς.
Σύντομα θα καταλάβαινε ότι ο Καραμανλής είχε τη δική του ισχυρή προσωπικότητα, οδηγώντας σε νέες, ακόμα πιο άγριες συγκρούσεις στο μέλλον.
Μαρτυρία από τους Διαδρόμους των Ανακτόρων
«Η Βασίλισσα δεν μπορούσε να χωνέψει ότι ο Παπάγος δεν της υποκλινόταν πια. Έλεγε συχνά: "Εμείς τον φτιάξαμε, εμείς θα τον χαλάσουμε". Όταν ο Στρατάρχης αρρώστησε βαριά, στο Παλάτι δεν υπήρχε θλίψη, αλλά μια ανυπόμονη προσμονή για το "μετά". Η επιλογή του Καραμανλή έγινε μέσα σε ένα βράδυ, με την ελπίδα ότι το Στέμμα θα ξαναγινόταν ο απόλυτος ρυθμιστής. Η Φρειδερίκη ήθελε έναν πρωθυπουργό που να της οφείλει την καριέρα του.»
(Ενώ ο Τύπος της εποχής την παρουσίαζε ως την «Μητέρα του Έθνους» που επισκεπτόταν τις «Παιδοπόλεις», ένα μεγάλο μέρος του λαού (ειδικά οι αριστεροί και οι κεντρώοι) την έβλεπε ως το πρόσωπο της καταπίεσης και της ξένης παρέμβασης.)
Κωνσταντίνος Καραμανλής
Γεννημένος στην Πρώτη Σερρών (τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία), ο Καραμανλής δεν ήταν γόνος μεγάλης πολιτικής οικογένειας της Αθήνας.
Έγινε ευρύτερα γνωστός ως Υπουργός Δημοσίων Έργων στην κυβέρνηση Παπάγου. Ήταν ο άνθρωπος που «ασφάλτωσε» την Ελλάδα. Έφτιαξε δρόμους, πλατείες και υποδομές με μια ταχύτητα που η χώρα δεν είχε ξαναδεί. Αυτό του έδωσε τη φήμη του αποτελεσματικού τεχνοκράτη.
Η εντολή στον Καραμανλή λειτούργησε ως δυναμίτης:
Η Εξέγερση των Παλιών: Οι παλαιοί πολιτικοί του Συναγερμού ένιωσαν προδομένοι. Θεώρησαν τον Καραμανλή «αουτσάιντερ» και «ευνοούμενο της Αυλής».
Το Σχίσμα: Ο Συναγερμός δεν άντεξε το σοκ. Ο Καραμανλής κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κυβερνήσει με ένα κόμμα που τον έβλεπε με μισό μάτι.
Η Χαριστική Βολή: Αντί να προσπαθήσει να τους ταπεινώσει μέσα στον Συναγερμό, ο Καραμανλής έκανε την κίνηση ματ: Διέλυσε τον Συναγερμό στην πράξη, παίρνοντας μαζί του τη «μαγιά» των νέων στελεχών και των Αμερικανών, και ίδρυσε την ΕΡΕ (Ιανουάριος 1956).
Μαρτυρία της εποχής:
«Στα γραφεία του Συναγερμού έπεφταν κορμιά. Οι παλιοί πολιτικοί φώναζαν για "ιεραρχία" και "τάξη". Όταν όμως ο Καραμανλής πήρε το χρίσμα από τον Βασιλιά, οι περισσότεροι βουλευτές, σαν τα ποντίκια που φεύγουν από το πλοίο, άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος του. Ήξεραν ότι ο Καραμανλής είχε μαζί του το Παλάτι και τα δολάρια των Αμερικανών. Ο Συναγερμός πέθανε την ίδια μέρα με τον Παπάγο· αυτό που έμεινε ήταν μόνο η σφραγίδα»
Η ίδρυση της ΕΡΕ (Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσις) τον Ιανουάριο του 1956 δεν ήταν απλώς η αλλαγή ενός ονόματος. Ήταν η κίνηση με την οποία ο Καραμανλής «ξεφόρτωσε» την παλιά φρουρά του Παπάγου και δημιούργησε ένα κόμμα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του. Άφησε εκτός τους «βαρόνους» (Στεφανόπουλο κ.α.) που τον αμφισβητούσαν. Πλαισιώθηκε από νέους τεχνοκράτες και πολιτικούς που δεν είχαν τη στρατιωτική νοοτροπία του Παπάγου, αλλά την ορμή της ανοικοδόμησης.
Οι Εκλογές του 1956: Το "Τριφασικό" Σύστημα
Οι πρώτες εκλογές του Καραμανλή (19 Φεβρουαρίου 1956) έμειναν στην ιστορία για το πιο περίπλοκο και "πονηρό" εκλογικό σύστημα που εφευρέθηκε ποτέ: το Τριφασικό.
Η Παγίδα: Το σύστημα ήταν σχεδιασμένο έτσι ώστε να ευνοεί το πρώτο κόμμα στις περιοχές που ήταν ισχυρό (επαρχία) και να στερεί έδρες από την αντιπολίτευση στις πόλεις.
Το Παράδοξο: Η αντιπολίτευση (που είχε ενωθεί στη "Δημοκρατική Ένωση" – ένα μέτωπο από το Κέντρο μέχρι την Αριστερά) πήρε περισσότερες ψήφους από τον Καραμανλή (48,15% έναντι 47,38%).
Το Αποτέλεσμα: Λόγω του συστήματος, ο Καραμανλής πήρε την πλειοψηφία με 165 έδρες, ενώ η αντιπολίτευση, παρόλο που πρώτευσε σε ψήφους, έμεινε στις 135.
Η "Σιδηρά Οκταετία"
Με αυτή τη νίκη, ο Καραμανλής εδραιώθηκε. Οι Αμερικανοί πείστηκαν ότι ο "νέος" ήταν εξίσου εγγυητής της τάξης με τον Παπάγο, αλλά πολύ πιο σύγχρονος.
Μαρτυρία πολιτευτή της εποχής:
«Όταν ανακοινώθηκε το Τριφασικό, καταλάβαμε ότι ο Καραμανλής δεν ήρθε για να παίξει, αλλά για να μείνει. Ήταν ένα σύστημα-λαβύρινθος. Ο κόσμος ψήφισε την αντιπολίτευση για να φύγει η αστυνομοκρατία, αλλά το βράδυ οι κάλπες έβγαλαν πάλι κυβέρνηση Καραμανλή. Οι παλιοί του Συναγερμού έτριβαν τα μάτια τους· ο "Σερραίος" τους είχε νικήσει στο δικό τους γήπεδο με τις ευλογίες του Παλατιού.»
Ενώ στο παρασκήνιο γίνονταν αυτά τα μαγειρέματα, ο κόσμος άρχισε να βλέπει τα πρώτα μεγάλα έργα. Ο Καραμανλής κατάλαβε ότι για να ξεχάσει ο λαός το "μαγείρεμα" των εκλογών και τους φακέλους της Ασφάλειας, έπρεπε να του δώσει δουλειά και τσιμέντο.
Η Αθήνα άρχισε να γεμίζει σκαλωσιές.
Η επαρχία άρχισε να αποκτά δρόμους.
Το κράτος της Δεξιάς φορούσε πλέον "πολιτικά" κουστούμια, αφήνοντας τις στολές του Στρατάρχη στη ναφθαλίνη.
Οι Πυλώνες του "Οικονομικού Θαύματος":
Η "Τσιμεντοποίηση" και η Αντιπαροχή
Επειδή το κράτος δεν είχε λεφτά να χτίσει σπίτια για τους χιλιάδες επαρχιώτες που έρχονταν στην Αθήνα (εσωτερική μετανάστευση), εφηύρε την Αντιπαροχή.
Ο ιδιοκτήτης έδινε το οικόπεδο/μονοκατοικία του στον εργολάβο.
Ο εργολάβος έχτιζε πολυκατοικία.
Ο ιδιοκτήτης έπαιρνε 2-3 διαμερίσματα και ο εργολάβος πουλούσε τα υπόλοιπα.
Αποτέλεσμα: Η Αθήνα γέμισε πολυκατοικίες, η ανεργία εξαφανίστηκε γιατί "δούλευαν τα φτυάρια", αλλά χάθηκε η παλιά αρχιτεκτονική ομορφιά της πόλης.
«Ο πατέρας μου είχε ένα παλιό σπίτι με αυλή στην Κυψέλη. Το 1958 ήρθε ένας εργολάβος και του υποσχέθηκε "παλάτια". Γκρέμισαν το σπίτι που γεννηθήκαμε μέσα σε μια βδομάδα. Στη θέση του σηκώθηκε μια πενταώροφη πολυκατοικία. Πήραμε δύο διαμερίσματα στον τρίτο. Είχαμε για πρώτη φορά μπάνιο μέσα στο σπίτι και ασανσέρ. Νιώθαμε πλούσιοι, παρόλο που χάσαμε τον ήλιο και τη γειτονιά μας.»
Οι Μεγάλοι Ξένοι Επενδυτές
Ο Καραμανλής έδωσε τεράστια προνόμια σε μεγάλους ομίλους για να φέρουν δολάρια στην Ελλάδα.
Ο Ωνάσης πήρε την Ολυμπιακή Αεροπορία.
Ο Νιάρχος έφτιαξε τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά.
Ήρθαν κολοσσοί όπως η Pechiney (Η γαλλική εταιρεία που εκμεταλλεύτηκε τον ελληνικό βωξίτη για την παραγωγή αλουμινίου) και η Esso Pappas. Ο Πάππας, σε συνεργασία με τον αμερικανικό κολοσσό Esso (τη σημερινή ExxonMobil), έφερε στην Ελλάδα ένα τεράστιο πακέτο επενδύσεων που περιλάμβανε:
Διυλιστήριο πετρελαίου στη Θεσσαλονίκη.
Εργοστάσιο αμμωνίας (για λιπάσματα).
Εργοστάσιο χημικών και πλαστικών.
Εργοστάσιο χάλυβα.
Ο Πάππας δεν ήταν απλώς ένας επενδυτής. Ήταν ένας άνθρωπος με τεράστια επιρροή στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα των ΗΠΑ και προσωπικός φίλος προέδρων όπως ο Αϊζενχάουερ και ο Νίξον.
Ο ρόλος του: Λειτούργησε ως ο «άτυπος πρέσβης» του Καραμανλή στην Ουάσιγκτον. Η εταιρεία απέκτησε σχεδόν αποκλειστικό έλεγχο στην αγορά καυσίμων και λιπασμάτων. Φοροαπαλλαγές: Τεράστιες διευκολύνσεις που σήμαιναν ότι το κράτος έχανε εκατομμύρια, ελπίζοντας ότι θα κέρδιζε από τις θέσεις εργασίας.
«Όταν χτίστηκε το συγκρότημα στη Θεσσαλονίκη, οι φλόγες από τα διυλιστήρια φαίνονταν από χιλιόμετρα. Για εμάς ήταν το σύμβολο ότι η Ελλάδα γίνεται "Αμερική". Ο Πάππας κυκλοφορούσε σαν βασιλιάς. Αλλά στα καφενεία ψιθυρίζαμε: "Αυτός δεν φέρνει μόνο πετρέλαιο, φέρνει και εντολές από την Ουάσιγκτον". Η Esso Pappas ήταν η απόδειξη ότι η οικονομία μας ήταν δεμένη χειροπόδαρα με τα αμερικανικά συμφέροντα.»
Ο Τουρισμός (Το "Προϊόν")
Τότε γεννήθηκε η ιδέα της Ελλάδας ως παγκόσμιο θέρετρο. Ιδρύθηκαν τα ξενοδοχεία «Ξενία» σε μαγευτικές τοποθεσίες, σχεδιασμένα από σπουδαίους αρχιτέκτονες (όπως ο Άρης Κωνσταντινίδης), για να προσελκύσουν πλούσιους ξένους περιηγητές.
Το Ναυτιλιακό Θαύμα
Οι Έλληνες εφοπλιστές κυριάρχησαν στις θάλασσες. Τα εμβάσματα που έστελναν πίσω στην πατρίδα οι ναυτικοί και οι εφοπλιστές ήταν η "αιμοδοσία" της ελληνικής οικονομίας.
Το Τίμημα
Παρά την άνοδο του βιοτικού επιπέδου, το "θαύμα" είχε μια πικρή γεύση για πολλούς:
Μετανάστευση: Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες (ειδικά από την επαρχία) έφευγαν με τις ξύλινες βαλίτσες για τα εργοστάσια της Γερμανίας, της Αυστραλίας και του Βελγίου, γιατί η ανάπτυξη δεν έφτανε σε όλους. Η ελληνική οικονομία επιβίωσε χάρη στα εμβάσματα αυτών των ανθρώπων. Οι "γκασταρμπάιτερ" έστελναν το συνάλλαγμα που χρειαζόταν η χώρα για να αγοράζει ξένα προϊόντα.
Ανισότητα: Τα κέρδη συγκεντρώνονταν σε λίγες οικογένειες (τους "εθνικούς προμηθευτές"), ενώ ο εργάτης δούλευε κάτω από σκληρές συνθήκες χωρίς συνδικαλιστικά δικαιώματα (λόγω του φόβου της Ασφάλειας).
Μαρτυρία οικοδόμου της εποχής:
«Τότε, αν είχες γερά μπράτσα, δουλειά έβρισκες την ίδια μέρα. Η Αθήνα γκρεμιζόταν και χτιζόταν από την αρχή. Το πρωί ήμασταν στη σκαλωσιά και το βράδυ στο καφενείο με το μεροκάματο στην τσέπη. Αλλά αν τολμούσες να ζητήσεις καλύτερο ένσημο ή να πεις μια κουβέντα παραπάνω για τα αφεντικά, την άλλη μέρα σε περίμενε ο αστυνόμος στη γωνία. Το τσιμέντο έπνιξε τη φτώχεια, αλλά έπνιξε και την ελευθερία μας».
Η Απεξάρτηση από την "Δωρεάν" Βοήθεια
Στις αρχές της δεκαετίας του '50, η Ελλάδα ζούσε με το Σχέδιο Μάρσαλ (δωρεάν βοήθεια). Όμως, οι Αμερικανοί άρχισαν να περιορίζουν τα δωρεάν δολάρια και να τα μετατρέπουν σε δάνεια.
Η κυβέρνηση Καραμανλή έπρεπε να αποδείξει ότι η Ελλάδα είναι "φερέγγυος πελάτης".
Το 1954-55 έγινε η ρύθμιση του προπολεμικού χρέους. Η Ελλάδα άρχισε να πληρώνει παλιά δάνεια (ακόμα και του 19ου αιώνα) για να μπορέσει να ξαναβγεί στις διεθνείς αγορές.
Τα "Αναπτυξιακά" Δάνεια
Για να γίνουν τα μεγάλα έργα (ΔΕΗ, δρόμοι, λιμάνια), η Ελλάδα δανείστηκε τεράστια ποσά από:
Την Παγκόσμια Τράπεζα: Για τα υδροηλεκτρικά φράγματα και τον εξηλεκτρισμό.
Τις ΗΠΑ (DLF): Για την ίδρυση βιομηχανιών, όπως το εργοστάσιο αζωτούχων λιπασμάτων στην Πτολεμαΐδα.
Τη Δυτική Γερμανία: Η οποία άρχισε να δανείζει την Ελλάδα με αντάλλαγμα την αγορά γερμανικών μηχανημάτων και αυτοκινήτων.
Ο Εσωτερικός Δανεισμός (Λαϊκά Ομολογιακά Δάνεια)
Επειδή τα ξένα δάνεια δεν έφταναν, ο Καραμανλής στράφηκε στις αποταμιεύσεις των Ελλήνων.
Το κράτος εξέδιδε Λαϊκά Λαχειοφόρα Δάνεια.
Ο απλός κόσμος αγόραζε ομόλογα, δανείζοντας το κράτος, με την ελπίδα ότι θα κέρδιζε στην κλήρωση ή θα έπαιρνε έναν καλό τόκο.
Αυτό βοήθησε στη συγκέντρωση κεφαλαίων για να χτιστούν οι υποδομές χωρίς να εκτοξευθεί ο πληθωρισμός.
Η Μαρτυρία για το "Χρέος":
«Θυμάμαι τον πατέρα μου να έρχεται στο σπίτι με ένα χαρτί που έγραφε "Ομολογιακό Δάνειο". Μας έλεγε: "Με αυτά τα λεφτά θα φτιάξουν το δρόμο που πάει στο χωριό και θα φέρουν ρεύμα". Ήταν μια εποχή που ο κόσμος εμπιστευόταν το κράτος γιατί έβλεπε τα έργα να γίνονται. Βέβαια, κανείς δεν ρωτούσε πόσα χρωστάμε έξω. Ξέραμε μόνο ότι η Ελλάδα "μεγάλωνε"».
Με τη ρύθμιση των παλαιών χρεών το 1962, η Ελλάδα απέκτησε ξανά το όνομα του «καλού πληρωτή». Αυτό σήμαινε ότι μπορούσε να δανείζεται με χαμηλά επιτόκια.
Το χρέος μεγάλωνε, αλλά ταυτόχρονα μεγάλωνε και το ΑΕΠ (ο πλούτος της χώρας). Έτσι, η Ελλάδα μπορούσε να εξυπηρετεί τα δάνεια χωρίς να πνίγεται, γιατί η οικονομία «έτρεχε» πιο γρήγορα από τους τόκους.
Η Παγίδα των Δανείων
Τα δάνεια αυτά είχαν έναν όρο: Να αγοράζουμε από τους δανειστές.
Αν δανειζόμασταν από τους Γερμανούς, έπρεπε να πάρουμε γερμανικές γεννήτριες για τη ΔΕΗ. Αν δανειζόμασταν από τους Αμερικανούς, έπρεπε να πάρουμε αμερικανικά τρακτέρ. Έτσι, η οικονομία αναπτυσσόταν, αλλά ταυτόχρονα γινόταν απόλυτα εξαρτημένη από το εξωτερικό και η Ελλάδα έγινε καταναλωτής αντί για παραγωγός. Επιπλέον, κάθε δολάριο που ερχόταν από την Ουάσιγκτον έδινε το δικαίωμα στον πρέσβη των ΗΠΑ να έχει λόγο για το ποιος θα είναι υπουργός ή πώς θα λειτουργεί η ΚΥΠ.
«Ακούγαμε για τα εκατομμύρια που δανειζόταν ο Καραμανλής από την Παγκόσμια Τράπεζα και φοβόμασταν. Αλλά όταν βλέπαμε το ρεύμα να έρχεται στο χωριό και τα παιδιά μας να βρίσκουν δουλειά στα εργοστάσια που χτίζονταν, λέγαμε "χαλάλι". Νιώθαμε ότι το χρέος ήταν το τίμημα για να γίνουμε Ευρώπη. Βέβαια, δεν φανταζόμασταν τότε ότι η εξάρτηση από το ξένο χρήμα θα γινόταν κάποτε η μοίρα της χώρας.»
Θεσμική Βία
Η Μακρόνησος είχε κλείσει (ως στρατόπεδο αναμόρφωσης) μετά τις διεθνείς αντιδράσεις, αλλά ο Άη Στράτης παρέμενε ο κύριος τόπος εκτοπισμού.Ποιοι πήγαιναν εκεί: Δεν χρειαζόταν να έχεις κάνει κάποιο έγκλημα. Έφτανε μια «διοικητική απόφαση» της Ασφάλειας. Αν ένας αριστερός συνδικαλιστής ή ένας φοιτητής θεωρούνταν «επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη», τον έστελναν στον Άη Στράτη χωρίς δίκη.
Οι συνθήκες: Οι εξόριστοι ζούσαν σε σκηνές ή ερειπωμένα σπίτια, κάτω από την αυστηρή επιτήρηση της Χωροφυλακής. Εκεί βρέθηκαν σπουδαίοι άνθρωποι των γραμμάτων, όπως ο Γιάννης Ρίτσος και ο Μάνος Κατράκης.
Το Πιστοποιητικό Κοινωνικών Φρονημάτων: Ο «Κοινωνικός Θάνατος»
Αυτό ήταν ίσως το πιο σκληρό μέτρο επί Καραμανλή.
Αν ήσουν αριστερός ή αν ο πατέρας σου είχε πάει στο βουνό στον Εμφύλιο, η Ασφάλεια σου αρνούνταν το πιστοποιητικό.
Χωρίς αυτό το χαρτί: Δεν μπορούσες να διοριστείς στο Δημόσιο, να βγάλεις δίπλωμα οδήγησης, να πάρεις διαβατήριο, ή ακόμα και να γραφτείς σε κάποιες σχολές. Ήταν μια μορφή βίας που σε έπνιγε οικονομικά, αναγκάζοντάς σε ή να υπογράψεις «δήλωση μετάνοιας» ή να φύγεις μετανάστης στο εξωτερικό.
Ο Νόμος 375: Η κατηγορία περί «Κατασκοπείας»
Επί Καραμανλή χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον ο μεταξικός νόμος 375. Οποιαδήποτε δραστηριότητα της Αριστεράς (ακόμα και η διακίνηση μιας εφημερίδας) μπορούσε να βαφτιστεί «κατασκοπεία υπέρ ξένης δυνάμεως» (εννοώντας τη Σοβιετική Ένωση). Αυτό σήμαινε ότι οι πολίτες δικάζονταν από Στρατοδικεία και όχι από πολιτικά δικαστήρια, με ποινές που έφταναν μέχρι τα ισόβια ή και τον θάνατο.
Η Μαρτυρία του «φακελωμένου»:
«Επί Καραμανλή η Αθήνα έλαμπε από τα φώτα και τις ασφάλτους, αλλά αν έμπαινες στο τμήμα της γειτονιάς σου, η μυρωδιά ήταν ίδια με του '49. Ο χωροφύλακας σου έλεγε: "Θέλεις άδεια για το ταξί; Φέρε μας ονόματα αυτών που μαζεύονται στο σπίτι σου". Ο Άη Στράτης δεν ήταν απλώς ένα νησί, ήταν ένας φόβος που καθόταν στο τραπέζι κάθε αριστερής οικογένειας. Ξέραμε ότι ανά πάσα στιγμή, ένα φορτηγό της Αστυνομίας μπορούσε να σε πάρει από το κρεβάτι σου».
Οι Εκλογές του 1961 («Βία και Νοθεία»)
Αυτές οι εκλογές έμειναν στην ιστορία ως το μεγαλύτερο σκάνδαλο της οκταετίας Καραμανλή.
Το Σχέδιο «Περικλής»: Ήταν ένα μυστικό σχέδιο του Στρατού και της ΚΥΠ για να νοθευτεί το αποτέλεσμα.
Τι συνέβη; Χωροφύλακες πίεζαν χωρικούς να ψηφίσουν ΕΡΕ, ενώ στα εκλογικά κέντρα εμφανίζονταν ψήφοι από ανθρώπους που είχαν πεθάνει χρόνια πριν. Είναι η εποχή που βγήκε η φράση «ψήφισαν ακόμα και τα δέντρα».
Η αντίδραση: Ο Γεώργιος Παπανδρέου κήρυξε τον «Ανένδοτο Αγώνα», καταγγέλλοντας την κυβέρνηση ως παράνομη.
Η Ρήξη με το Παλάτι
Όσο ο Καραμανλής ισχυροποιούνταν εκλογικά (με τις νίκες του '56, '58 και '61), άρχισε να ενοχλείται από τις παρεμβάσεις της Φρειδερίκης. Η Βασίλισσα ήθελε να έχει λόγο:
Στις προαγωγές των αξιωματικών του Στρατού.
Στην εξωτερική πολιτική (ειδικά στο Κυπριακό).
Στα οικονομικά της Αυλής (ζητούσε συνεχώς αυξήσεις στη βασιλική χορηγία, κάτι που εξόργιζε τον λαό και έφερνε σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση).
Η θρυλική φράση του Καραμανλή «Ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;» ειπώθηκε μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη (1963), αλλά εξέφραζε όλη την αγανάκτησή του για το παρακράτος και την Αυλή που δρούσαν πίσω από την πλάτη του.
Η Παρακρατική Βία: Το «Κράτος της Καρφίτσας»
Ήταν ομάδες κρούσης, συχνά μέλη παρακρατικών οργανώσεων, που έκαναν τη βρώμικη δουλειά για λογαριασμό της Ασφάλειας.
Ο μηχανισμός: Όταν η ΕΔΑ (Αριστερά) έκανε μια συγκέντρωση, εμφανίζονταν «πολίτες» με ρόπαλα και τη διέλυαν. Η Αστυνομία απλώς κοίταζε.
Η κορύφωση (Δολοφονία Λαμπράκη): Τον Μάιο του 1963, στη Θεσσαλονίκη, ο βουλευτής Γρηγόρης Λαμπράκης χτυπήθηκε θανάσιμα από ένα τρίκυκλο που οδηγούσαν παρακρατικοί (Κοτζαμάνης, Εμμανουηλίδης).
Η Μαρτυρία του «Τρίκυκλου»:
«Εκείνο το βράδυ στη Θεσσαλονίκη, η αστυνομία είχε αποκλείσει τα πάντα, δήθεν για προστασία. Αλλά το τρίκυκλο πέρασε σα να ήταν σε παρέλαση. Όλοι ξέραμε ποιοι ήταν οι "αγανακτισμένοι". Ήταν οι ίδιοι που μας απειλούσαν στα καφενεία. Όταν έπεσε ο Λαμπράκης, καταλάβαμε ότι η κυβέρνηση δεν είχε πια τον έλεγχο. Το παρακράτος είχε γίνει πιο δυνατό από τον Πρωθυπουργό».
Ο Καραμανλής πίστευε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη βία «όσο χρειαζόταν» για να κρατήσει την τάξη. Όμως, το σύστημα που έχτισε ο Παπάγος (Στρατός-ΚΥΠ-Παλάτι) αυτονομήθηκε.
Όταν ο Καραμανλής ρώτησε το περίφημο «Ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;», παραδέχτηκε ουσιαστικά ότι το τέρας της βίας που εξέθρεψε η παράταξή του, είχε πλέον στραφεί και εναντίον του.
Η Συμφωνία Συνδέσεως (9 Ιουλίου 1961)
Η Ελλάδα έγινε η πρώτη χώρα που υπέγραψε συμφωνία σύνδεσης με την τότε ΕΟΚ (των Έξι).
Τι σήμαινε: Η Ελλάδα δεν έγινε πλήρες μέλος, αλλά μπήκε σε μια τροχιά που θα οδηγούσε εκεί μετά από 22 χρόνια.
Ο στόχος: Ο Καραμανλής ήθελε η Ελλάδα να σταματήσει να εξαρτάται αποκλειστικά από τις ΗΠΑ και να βρει ένα στήριγμα στην Ευρώπη.
Η ΕΟΚ ήταν το "όραμα" που χρησιμοποίησε ο Καραμανλής για να αντικαταστήσει την παλιά εθνικοφροσύνη. Ήθελε να μετατρέψει τον Έλληνα από "πολίτη με φάκελο στην Ασφάλεια" σε "Ευρωπαίο πολίτη".
Το Τελικό Χτύπημα (1963)
Η αφορμή για το οριστικό διαζύγιο με το Παλάτι ήταν το ταξίδι των Βασιλέων στο Λονδίνο. Ο Καραμανλής τους συμβούλευσε να μην πάνε, φοβούμενος τις διαδηλώσεις στο Λονδίνο για τους πολιτικούς κρατούμενους στην Ελλάδα (αριστερούς που ήταν ακόμα στις φυλακές από τον Εμφύλιο). Η Φρειδερίκη θεώρησε ότι ο Καραμανλής την «διατάζει» και πήγε παρά την άρνησή του. Εκεί όντως έγιναν επεισόδια και η βασίλισσα προπηλακίστηκε στον δρόμο από διαδηλωτές.
Η Παραίτηση: Ο Καραμανλής παραιτήθηκε τον Ιούνιο του 1963. Ο Καραμανλής ένιωσε ότι το Παλάτι τον ακυρώνει ως Πρωθυπουργό.
Μετά την παραίτησή του, έγιναν εκλογές τον Νοέμβριο του 1963. Ο λαός, κουρασμένος από την οκταετία και τη βία, ψήφισε τον Γεώργιο Παπανδρέου (Ένωση Κέντρου).
Ο Καραμανλής, δεν άντεξε να είναι αρχηγός της αντιπολίτευσης.
Ένιωθε προδομένος από το Παλάτι και τους Αμερικανούς που δεν τον στήριξαν όσο ήθελε.
Η "Φυγή": Τον Δεκέμβριο του '63, πήγε στο αεροδρόμιο κρυφά, χρησιμοποίησε το όνομα "Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης" στο εισιτήριο και έφυγε για το Παρίσι. Έμεινε εκεί αυτοεξόριστος για 11 χρόνια.
Μαρτυρία από το περιβάλλον της ΕΡΕ:
«Ο Πρόεδρος (ο Καραμανλής) δεν άντεχε τη Φρειδερίκη. Έλεγε ότι η γυναίκα αυτή θα καταστρέψει τη Δυναστεία. Εκείνη τον έβλεπε σαν έναν αχάριστο υπάλληλο που ξέχασε ποιος τον ανέβασε. Στο τέλος, δεν μιλιόντουσαν. Η σύγκρουση δεν ήταν για τις ιδέες, ήταν για την εξουσία. Ο Καραμανλής ήθελε μια Ευρωπαϊκή Δημοκρατία όπου ο Πρωθυπουργός αποφασίζει. Το Παλάτι ήθελε μια Βαλκανική Μοναρχία όπου ο Βασιλιάς διατάζει.»
Όταν ο Καραμανλής έφυγε, άφησε ένα τεράστιο κενό στη Δεξιά. Το Παλάτι έμεινε μόνο του να αντιμετωπίσει τον Παπανδρέου και τον ανερχόμενο γιο του, τον Ανδρέα.
Χωρίς τον ισχυρό Καραμανλή να βάζει "φρένο" στη Φρειδερίκη, τα Ανάκτορα άρχισαν να ανακατεύονται ακόμα πιο ωμά στην πολιτική.
Από το 1963 έως το 1967, η Ελλάδα μπαίνει σε ένα «σπιράλ» θανάτου, όπου το Παλάτι παίζει το τελευταίο του χαρτί και τελικά... τα χάνει όλα.
Το 1964 πεθαίνει ο Παύλος και αναλαμβάνει ο 23χρονος Κωνσταντίνος Β’. Νέος, άπειρος και απόλυτα επηρεασμένος από τη μητέρα του, τη Φρειδερίκη. Απέναντί του έχει τον «Γέρο της Δημοκρατίας», τον Γεώργιο Παπανδρέου, που έχει πάρει το ιστορικό 53% στις εκλογές. Η σύγκρουση ήταν νομοτελειακή.
Ο Κωνσταντίνος αρνείται στον Παπανδρέου να αναλάβει το Υπουργείο Άμυνας (γιατί το Παλάτι ήθελε δικό του άνθρωπο στον Στρατό).
Η Ανατροπή: Ο Βασιλιάς εξαναγκάζει τον Παπανδρέου σε παραίτηση.
Η Αποστασία: Το Παλάτι «εξαγοράζει» βουλευτές από το κόμμα του Παπανδρέου για να σχηματίσουν νέες, δικές του κυβερνήσεις. Το Παλάτι δεν ήθελε εκλογές, γιατί ήξερε ότι ο Παπανδρέου θα ξανακέρδιζε με ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό. Έτσι, άρχισαν να «πείθουν» βουλευτές της Ένωσης Κέντρου να εγκαταλείψουν τον αρχηγό τους.
Τους ονόμασαν «Αποστάτες».
Ο λαός τους φώναζε «Προδότες».
Η φήμη που κυριαρχούσε (και επιβεβαιώθηκε αργότερα) ήταν ότι χρησιμοποιήθηκαν τεράστια χρηματικά ποσά και υποσχέσεις για υπουργικούς θώκους ώστε να αλλάξουν στρατόπεδο.
Μέσα σε μια νύχτα, άνθρωποι που ήταν στενοί συνεργάτες του Παπανδρέου (όπως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ή ο Στέφανος Στεφανόπουλος) έγιναν υπουργοί ή πρωθυπουργοί σε κυβερνήσεις «μαριονέτες» του Βασιλιά.
Ο κόσμος τον Ιούλιο του 65 βγαίνει στους δρόμους, η Αθήνα καίγεται και το σύνθημα είναι ένα: «Ο βασιλιάς βασιλεύει, ο λαός κυβερνά».
Μαρτυρία από τις διαδηλώσεις του '65 (Ιουλιανα)
«Ήμασταν κάθε βράδυ στο Σύνταγμα. Φωνάζαμε "Κάτω η Φρειδερίκη". Δεν ήταν πια πολιτική διαμαρτυρία, ήταν οργή. Νιώθαμε ότι το Παλάτι μας έκλεβε την ψήφο μας. Όταν είδαμε τον Κωνσταντίνο να ορκίζει τους Αποστάτες, καταλάβαμε ότι η Μοναρχία στην Ελλάδα είχε πεθάνει στις καρδιές μας. Η Χούντα που ήρθε μετά ήταν απλώς η ταφόπλακα.»
«Δεν φοβόμασταν τα δακρυγόνα. Υπήρχε μια ηλεκτρισμένη αίσθηση ότι "τώρα ή ποτέ". Η Αθήνα μύριζε καμένο λάστιχο και μπαρούτι κάθε βράδυ. Βλέπαμε τα θωρακισμένα της αστυνομίας και τους φωνάζαμε "Είμαστε αδέρφια". Αλλά η διαταγή από τα Ανάκτορα ήταν σκληρή: "Διαλύστε τους". Εκείνο το καλοκαίρι, η γενιά μας ενηλικιώθηκε βίαια.»
Η Αθήνα γέμισε διαδηλώσεις με το σύνθημα «Δεν σε θέλει ο λαός, παρ' τη μάνα σου και μπρος» (προς τον Κωνσταντίνο και τη Φρειδερίκη).
«Δεν υπήρχε τοίχος στην Αθήνα που να μην γράφει 1-1-4. Για εμάς τους φοιτητές τότε, αυτοί οι τρεις αριθμοί ήταν η ασπίδα μας. Όταν μας χτυπούσε η αστυνομία στις πορείες, δεν φωνάζαμε ονόματα κομμάτων, φωνάζαμε "Ένα-Ένα-Τέσσερα". Ήταν ο τρόπος μας να πούμε στον Βασιλιά ότι το Σύνταγμα δεν είναι δικό του κτήμα, αλλά δική μας υπόθεση.»
Ήταν το τελευταίο άρθρο του τότε Συντάγματος (το Άρθρο 114), το οποίο όριζε ρητά:
«Η τήρησις του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων».
Μαρτυρία της εποχής:
«Διαβάζαμε στις εφημερίδες και ακούγαμε στο ραδιόφωνο ονόματα ανθρώπων που μέχρι χθες χειροκροτούσαμε στις πλατείες, να ορκίζονται υπουργοί του Βασιλιά. Ήταν σαν να μας έφτυναν στο πρόσωπο. Η λέξη "Αποστάτης" έγινε η μεγαλύτερη βρισιά της εποχής. Εκείνες τις μέρες χάθηκε κάθε σεβασμός προς τους θεσμούς.»
Μετά την παραίτηση του Παπανδρέου, το Παλάτι όριζε τη μία κυβέρνηση μετά την άλλη (Νόβας, Τσιριμώκος, Στεφανόπουλος), αλλά καμία δεν είχε πραγματική λαϊκή βάση. Ήταν κυβερνήσεις που στηρίζονταν από τους «Αποστάτες» και την ΕΡΕ, ενώ ο λαός στους δρόμους φώναζε «Εκλογές!». Ο Κωνσταντίνος όμως τις φοβόταν γιατί ήξερε ότι ο Παπανδρέου θα σάρωνε.
Εκείνη την περίοδο αναδύεται ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ο λόγος του είναι πολύ πιο σκληρός από του πατέρα του. Μιλάει για «απεξάρτηση από τις ΗΠΑ» και «έλεγχο του Στρατού». Η Δεξιά, το Παλάτι και οι Αμερικανοί παθαίνουν υστερία. Θεωρούν ότι αν γίνουν εκλογές και κερδίσουν οι Παπανδρέου, η Ελλάδα θα φύγει από το ΝΑΤΟ.
Το Παλάτι, προσπαθώντας να ελέγξει την κατάσταση, άρχισε να συζητά με στρατιωτικούς για μια «εκτροπή» (πραξικόπημα), ώστε να μην ξαναβγεί ο Παπανδρέου. Ενώ το Παλάτι ετοίμαζε το «Πραξικόπημα των Στρατηγών», τους πρόλαβαν οι «Συνταγματάρχες» (Παπαδόπουλος, Παττακός, Μακαρέζος) στις 21 Απριλίου 1967. Ο Κωνσταντίνος, φοβισμένος, υπέγραψε το διάταγμα της Χούντας, νομιμοποιώντας τους πραξικοπηματίες. Ήταν η αρχή του τέλους του. Η πολιτική αστάθεια που προκάλεσε η Αποστασία έδωσε στους στρατιωτικούς το πρόσχημα που έψαχναν: «Η χώρα κινδυνεύει από το χάος, πρέπει να επέμβουμε».
Ενώ στην Ελλάδα η πολιτική ζωή βυθιζόταν στο χάος της Αποστασίας και αργότερα στο σκοτάδι της Χούντας, ο Καραμανλής στο Παρίσι (1963-1974). στο διαμέρισμα της οδού Montaigne 22, προετοιμαζόταν για τη μεγάλη επιστροφή.
Η Μαρτυρία του Τάκη Λαμπρία (Ο «Μοναχικός Λύκος»)
Ο Τάκης Λαμπρίας, ο στενότερος συνεργάτης του, περιγράφει έναν άνθρωπο σε κατάσταση απόλυτης πειθαρχίας:
«Ο Πρόεδρος ζούσε με το ρολόι. Το πρωί διάβασμα, το μεσημέρι ένας σύντομος περίπατος στους κήπους του Τουιλερί και το απόγευμα συναντήσεις. Δεν έτρωγε ποτέ βαριά, δεν έπινε. Έμοιαζε με μοναχό που μελετούσε πώς θα διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος. Όταν τον ρωτούσαμε πότε θα γυρίσει, κοίταζε έξω από το παράθυρο και έλεγε: "Όταν η ανάγκη γίνει μεγαλύτερη από τον φόβο".»
Η εκδότρια της Καθημερινής, Ελένη Βλάχου, που τον επισκεπτόταν συχνά στην εξορία, διέκρινε τη γέννηση ενός νέου ηγέτη:
«Είδα έναν άλλο Καραμανλή στη Γαλλία. Διάβαζε Γάλλους φιλοσόφους, συζητούσε με τον Αντρέ Μαλρώ και τον Ντε Γκωλ. Κατάλαβε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι πια το "οικόπεδο" των Αμερικανών και του Παλατιού. Έπρεπε να γίνει Ευρώπη. Στο Παρίσι έμαθε να μη μιλάει πια ως αρχηγός της ΕΡΕ, αλλά ως εθνικός ηγέτης. Εκεί γεννήθηκε ο Καραμανλής που θα βάζαμε αργότερα στην ΕΟΚ.»
Ο Ευάγγελος Αβέρωφ, που μετέφερε στον Καραμανλή το κλίμα από την Αθήνα, κατέγραψε την οργή του Προέδρου για το Παλάτι:
«Στο Παρίσι τον επισκέπτονταν όλοι. Τον θυμάμαι να ακούει ώρες ολόκληρες χωρίς να βγάζει λέξη. Όταν έγινε το πραξικόπημα το '67, έκλεισε την πόρτα του για μέρες. Ήξερε ότι το Παλάτι είχε αυτοκτονήσει προκαλώντας την Αποστασία. Έλεγε συχνά: "Το λάθος του Κωνσταντίνου δεν ήταν ότι ορκίστηκε στη Χούντα, αλλά ότι νόμιζε πως μπορούσε να την ελέγξει".»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου