«Τώρα που ο Γεώργιος δεν υπάρχει, ο δρόμος της συνεννόησης έκλεισε. Ο Κωνσταντίνος θα ζητήσει τα πάντα και οι Βούλγαροι θα βρουν την αφορμή που έψαχναν. Πρέπει να κλείσουμε την ειρήνη στο Λονδίνο πριν η Μακεδονία γίνει ξανά σφαγείο. Η επόμενη μέρα δεν θέλει δάφνες, θέλει υπογραφές.»
Ο Κωνσταντίνος ήταν πλέον ο νέος Βασιλιάς και Αρχιστράτηγος, έχοντας τη φωτοστέφανο του νικητή.
«Δεν πρέπει να μεθύσουμε από τη νίκη. Η επόμενη μέρα απαιτεί να ξέρουμε πού σταματά η φιλοδοξία και πού αρχίζει η λογική. Αν ζητήσουμε τα πάντα, θα χάσουμε και αυτά που κρατάμε στα χέρια μας.»
Η Ρήξη στην Κορυφή: Δύο Κόσμοι, Μία Χώρα
Με τον Γεώργιο Α' νεκρό, η ισορροπία δυνάμεων στην Αθήνα άλλαξε βίαια. Ο Κωνσταντίνος, ως νέος Βασιλιάς πλέον, επέστρεψε από το μέτωπο περιτριγυρισμένος από ένα επιτελείο αξιωματικών που τον λάτρευαν σαν ημίθεο. Για αυτούς, ο Βενιζέλος ήταν απλώς ένας «πολιτικάντης» που προσπαθούσε να βάλει φρένο στην ορμή του στρατού.
Η επόμενη μέρα της Συνθήκης του Λονδίνου (Μάιος 1913) βρήκε την Ελλάδα σε μια παράξενη κατάσταση:
Ο Βενιζέλος υπέγραψε μια ειρήνη που ήξερε ότι ήταν προσωρινή, προκειμένου να νομιμοποιήσει τα κέρδη του Α' Βαλκανικού.
Ο Κωνσταντίνος θεωρούσε τη συνθήκη αυτή «ταπεινωτική», γιατί άφηνε τη Θεσσαλονίκη σε απόσταση αναπνοής από τις βουλγαρικές γραμμές.
Η «Μυρωδιά» του Β' Βαλκανικού Πολέμου
Η Βουλγαρία, νιώθοντας ότι η Ελλάδα και η Σερβία της «έκλεψαν» τη Μακεδονία, άρχισε να συγκεντρώνει δυνάμεις. Οι πρώην σύμμαχοι τώρα οχύρωναν τα χωριά που μόλις είχαν απελευθερώσει, ο ένας απέναντι στον άλλον.
Μαρτυρία από το μέτωπο της Νιγρίτας (Ιούνιος 1913):
«Κοιμόμασταν με το όπλο αγκαλιά. Οι Βούλγαροι απέναντι έσκαβαν χαρακώματα όλη νύχτα. Την ημέρα μας χαιρετούσαν τυπικά, αλλά το βράδυ ακούγαμε τα καρότσια να μεταφέρουν πυρομαχικά. Ο λοχαγός μας έλεγε: "Μην γελιέστε, αυτά τα βόλια για εμάς προορίζονται"».
Η Έκρηξη: Ιούνιος 1913
Όταν η Βουλγαρία επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στη Νιγρίτα και τη Γευγελή, ο Βενιζέλος κατάλαβε ότι η «λογική» που επικαλούνταν είχε ηττηθεί από τη «φιλοδοξία». Ωστόσο, η προετοιμασία του είχε αποδώσει: Ελλάδα και Σερβία είχαν ήδη υπογράψει μια μυστική αμυντική συμμαχία.
Η Μάχη του Κιλκίς-Λαχανά: Η Λύτρωση και η Φρίκη
Σε αυτή τη μάχη, ο Κωνσταντίνος θέλησε να αποδείξει ότι η «λόγχη» του ήταν ανώτερη από τη «διπλωματία». Διέταξε μετωπική επίθεση κάτω από τον καυτό ήλιο του Ιουλίου.
Από το ημερολόγιο εύζωνα:
«Δεν ήταν πόλεμος, ήταν σφαγείο. Οι Βούλγαροι είχαν τα πολυβόλα τους μέσα στα αμπέλια. Εμείς τρέχαμε πάνω τους χωρίς κάλυψη. "Για τη Θεσσαλονίκη!" φωνάζαμε, και βλέπαμε τους διπλανούς μας να πέφτουν πριν προλάβουν να βγάλουν τη λέξη. Όταν τελείωσε η μάχη, το χώμα δεν φαινόταν από τα σώματα. Νικήσαμε, αλλά κανείς δεν είχε κουράγιο να γελάσει.»
Ο Βενιζέλος στο Βουκουρέστι: Το «Τέλος» του Παιχνιδιού
Ενώ ο Κωνσταντίνος ήθελε να καταδιώξει τους Βούλγαρους μέχρι τη Σόφια, ο Βενιζέλος έθεσε ξανά το όριο: «Ως εδώ». Στο Βουκουρέστι, τον Αύγουστο του 1913, έπαιξε το τελευταίο του χαρτί.
Κατάφερε να πείσει τις Μεγάλες Δυνάμεις ότι η Ελλάδα έπρεπε να κρατήσει την Καβάλα, το λιμάνι που θα έδινε οικονομική ζωή σε όλη την Ανατολική Μακεδονία. Οι Βούλγαροι τη διεκδικούσαν μετά μανίας για να έχουν διέξοδο στο Αιγαίο, και αρχικά είχαν τη στήριξη της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας. Ο Βενιζέλος όμως, με τη στήριξη της Γερμανίας (λόγω της συγγένειας του Κωνσταντίνου με τον Κάιζερ) και της Γαλλίας, κατάφερε να την κρατήσει.
«Όταν μάθαμε ότι η Καβάλα μένει ελληνική, οι καπναποθήκες γέμισαν από κόσμο που έκλαιγε. Δεν ήταν μόνο η λευτεριά, ήταν ότι τώρα ο πλούτος της γης μας θα πήγαινε στην Αθήνα και όχι στη Σόφια. Η Ελλάδα απέκτησε "χρυσάφι" στα χέρια της». Μαρτυρία εμπόρου της εποχής.
Η Κρήτη ήταν de facto ελληνική, στη Συνθήκη του Βουκουρεστίου επικυρώθηκε διεθνώς η παραίτηση του Σουλτάνου από κάθε δικαίωμα στο νησί. Η ύψωση της ελληνικής σημαίας στο φρούριο Φιρκά την 1η Δεκεμβρίου 1913 ήταν το τελικό επιστέγασμα αυτής της απόφασης.
Η γραμμή ανέβηκε μέχρι το όρος Μπέλες και τη λίμνη Δοϊράνη, δημιουργώντας ένα φυσικό τείχος προστασίας από τη Βουλγαρία.
Η Μακεδονία ενώθηκε με την Ήπειρο, δημιουργώντας ένα ενιαίο μέτωπο που έφτανε πλέον μέχρι την Αλβανία.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις (κυρίως η Ιταλία) εμπόδισαν την ενσωμάτωση της Βορείου Ηπείρου, παρά το γεγονός ότι ο στρατός την είχε απελευθερώσει.
Ενώ ο ελληνικός στόλος με τον «Αβέρωφ» είχε επιβάλει την κυριαρχία του de facto (στην πράξη), η de jure (νομική) αναγνώριση άργησε πολύ. Τα νησιά του Αιγαίου αποτέλεσαν το πιο σύνθετο διπλωματικό θρίλερ των Βαλκανικών Πολέμων, καθώς εκεί η Ελλάδα δεν αντιμετώπιζε μόνο τους Τούρκους, αλλά και τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία πίεζαν την Ελλάδα να αποχωρήσει από τη Βόρειο Ήπειρο (που είχε απελευθερώσει ο στρατός).
Το αντάλλαγμα: Αν η Ελλάδα άφηνε τη Βόρειο Ήπειρο να γίνει μέρος του νέου Αλβανικού κράτους, τότε οι Δυνάμεις θα αναγνώριζαν την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (εκτός από την Ίμβρο και την Τένεδο που έλεγχαν τα Στενά).
«Είναι σκληρό να ζητάς από τον στρατό να εγκαταλείψει εδάφη που πότισε με αίμα στην Ήπειρο. Όμως, αν δεν το κάνουμε, θα χάσουμε τη Χίο και τη Μυτιλήνη. Η Ελλάδα χωρίς τα νησιά του Αιγαίου είναι ένα σπίτι χωρίς παράθυρα. Προτιμώ να εξασφαλίσω το Αιγαίο σήμερα και να περιμένω για τα υπόλοιπα αύριο.» Ο Βενιζέλος έκανε τον συμβιβασμό
Οι Ιταλοί είχαν καταλάβει τα Δωδεκάνησα το 1912 (κατά τον Ιταλοτουρκικό πόλεμο για τη Λιβύη) και αρνούνταν πεισματικά να τα παραδώσουν στην Ελλάδα. Έτσι, τα νησιά αυτά έμειναν υπό ιταλική κατοχή (μέχρι το 1947), δημιουργώντας μια ανοιχτή πληγή στην εθνική ολοκλήρωση.
Οι Ρώσοι ήθελαν το Άγιο Όρος να το καταστήσουν «διεθνή θρησκευτική πολιτεία» υπό την προστασία όλων των ορθοδόξων κρατών. Ο Βενιζέλος αντέδρασε έντονα και τελικά η Χερσόνησος του Άθω περιήλθε στην ελληνική κυριαρχία, διατηρώντας το αυτοδιοίκητο καθεστώς της.
Πίσω στην Ελλάδα
Ο Κωνσταντίνος πίστευε ότι η Ελλάδα δεν χρωστούσε τίποτα στη διπλωματία, αλλά τα πάντα στις λόγχες των στρατιωτών του. Μετά τη μάχη του Κιλκίς, η αυτοπεποίθησή του είχε φτάσει στο ζενίθ.
«Ο στρατός μου κέρδισε αυτά τα εδάφη με το αίμα του. Δεν θα επιτρέψω σε κανέναν διπλωμάτη να τα παζαρέψει σε ένα τραπέζι στο Λονδίνο ή στο Βουκουρέστι. Η Ελλάδα είναι πλέον ισχυρή γιατί έχει σπαθί, όχι γιατί έχει λόγια.»
Η οργή του για την Βόρεια Ήπειρο συνοψίζεται στα λόγια του προς το επιτελείο.
«Μας ζητούν να χαρίσουμε στους Αλβανούς αυτά που πήραμε από τους Τούρκους. Αν υποχωρήσουμε στην Ήπειρο, θα δείξουμε στην Ευρώπη πως είμαστε αδύναμοι. Τα νησιά είναι δικά μας έτσι κι αλλιώς, γιατί ο στόλος μας τα ελέγχει. Δεν χρειάζεται να ανταλλάξουμε τίποτα.»
Ο Κωνσταντίνος ένιωθε ότι ο Βενιζέλος προσπαθούσε να τον περιορίσει. Η φράση που αποτυπώνει το κλίμα μεταξύ τους μετά το τέλος των πολέμων ήταν:
«Ο κ. Βενιζέλος νομίζει πως η Ελλάδα είναι το γραφείο του. Ξεχνά πως ένας λαός ακολουθεί τον Βασιλιά του στη μάχη, όχι έναν δικηγόρο στις πρεσβείες.»
Ενώ ο Βενιζέλος έλεγε «Η επόμενη μέρα θέλει υπογραφές», ο Κωνσταντίνος απαντούσε:
«Η επόμενη μέρα θέλει έναν ισχυρό Στρατό που να τον φοβούνται οι γείτονες. Οι υπογραφές σβήνουν, τα σύνορα που χαράζονται με το αίμα μένουν.»
Ο Εθνικός Διχασμός προ των πυλών
Ο Εθνικός Διχασμός δεν ήρθε ξαφνικά το 1915· «κυοφορούνταν» μέσα στα χαρακώματα της Μακεδονίας και στα σαλόνια της Αθήνας ήδη από το 1913. Η Ελλάδα είχε γίνει «διπλάσια», αλλά η ηγεσία της ήταν διχασμένη στα δύο.
Η σύγκρουση δεν ήταν μόνο προσωπική (Βενιζέλος εναντίον Κωνσταντίνου), αλλά σύγκρουση δύο εντελώς διαφορετικών κοσμοθεωριών για το μέλλον του Ελληνισμού.
«Ο Βασιλιάς μας είναι ο Θεός επί της γης. Αυτός μας έδωσε τη Θεσσαλονίκη, αυτός θα μας πάει στην Πόλη».
Ο λαός, μεθυσμένος από τη νίκη, άρχισε να λατρεύει τον Κωνσταντίνο με τρόπο σχεδόν θρησκευτικό.
Ενας πολιτικός υπάλληλος στη Θεσσαλονίκη λέει :
«Πήγαμε να στήσουμε σχολεία και δικαστήρια, αλλά οι αξιωματικοί μας κοιτούσαν σαν ξένους. Μας έλεγαν: "Εμείς χύσαμε το αίμα μας, εσείς ήρθατε να μας κάνετε τους δασκάλους;".
Η πόλη είχε δύο αφεντικά, και κανένα δεν εμπιστευόταν το άλλο. Η Μακεδονία, η Ήπειρος και τα Νησιά έπρεπε να κυβερνηθούν. Ο Βενιζέλος έστειλε εκεί τους πιο ικανούς του συνεργάτες, αλλά ο στρατός (πιστός στον Κωνσταντίνο) συχνά αγνοούσε τους πολιτικούς διοικητές.
Το Μοιραίο Δίλημμα: 1914
Όταν ξέσπασε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, το ρήγμα έγινε γκρεμός.
Βενιζέλος: «Πρέπει να μπούμε τώρα στο πλευρό των Άγγλων. Αν νικήσουν, θα πάρουμε τη Μικρά Ασία. Είναι η τελευταία ευκαιρία της Μεγάλης Ιδέας».
Κωνσταντίνος: «Η Γερμανία είναι ανίκητη. Αν μπούμε στον πόλεμο, θα καταστραφούμε. Η Ελλάδα πρέπει να μείνει ήσυχη και να χωνέψει αυτά που κέρδισε».
Ο Διχασμός έχει εισχωρήσει στην κοινωνία. Εφημερίδα της εποχής αναφέρει :
«Σήμερα στον Πειραιά, αδελφός σήκωσε χέρι σε αδελφό. Ο ένας φώναζε "Ζήτω ο Βενιζέλος" και ο άλλος "Ψωμί και Ελιά και Κώτσο Βασιλιά". Η νίκη των Βαλκανικών μας έκανε μεγάλους, αλλά η αλαζονεία μας μας κάνει μικρούς.»
Μετά τις νίκες του 1912-13, το παλαιοκομματικό κατεστημένο συσπειρώθηκε γύρω από τον Κωνσταντίνο. Έβλεπαν στον Βασιλιά το μοναδικό ανάχωμα απέναντι στις ριζικές μεταρρυθμίσεις του Βενιζέλου. Φοβούνταν ότι οι «Νέες Χώρες» (Μακεδονία, Ήπειρος, Νησιά) θα έφερναν στην κάλπη νέους ψηφοφόρους, πιο προοδευτικούς, που θα τους άφηναν οριστικά στο περιθώριο της ιστορίας. Οι νέοι πληθυσμοί δεν είχαν υποχρεώσεις στους παλιούς κομματάρχες της Αθήνας.
Ένας στενός συνεργάτης του Βενιζέλου γράφει σε σημειώσεις του.
«Στο "Αθηναϊκό Κλαμπ", οι παλιοί πολιτικοί πίνουν το κονιάκ τους και βρίζουν τον Πρόεδρο. Τον λένε "ο Κρητικός που μας έμπλεξε σε περιπέτειες". Δεν τους νοιάζει που η Ελλάδα διπλασιάστηκε· τους νοιάζει που τώρα πρέπει να μοιραστούν την εξουσία με τους "Μακεδόνες" και τους "Λεβαντίνους". Ο Βασιλιάς τους ακούει και γνέφει. Το μίσος τους για τον εκσυγχρονισμό είναι μεγαλύτερο από τη χαρά τους για τη νίκη.»
Το οικονομικό κατεστημένο της Αθήνας (τραπεζίτες, μεγαλέμποροι) είδε στις Νέες Χώρες μια τεράστια ευκαιρία για επενδύσεις. Μια δυναμική, αστική τάξη ήθελε μια Ελλάδα ευρωπαϊκή, σύγχρονη και επεκτατική. Ωστόσο, υπήρχε σύγκρουση με τους τοπικούς οικονομικούς παράγοντες της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας, που είχαν συνηθίσει να λειτουργούν σε ένα πολυεθνικό, κοσμοπολίτικο περιβάλλον.
Ο Βενιζέλος ήθελε να εκσυγχρονίσει την οικονομία με ξένα δάνεια και επενδύσεις από τη Γαλλία και την Αγγλία. Το παραδοσιακό κατεστημένο όμως φοβόταν τον ξένο ανταγωνισμό και προτιμούσε μια πιο «κλειστή» και ελεγχόμενη οικονομία υπό την προστασία του Παλατιού.
Στις Νέες Χώρες υπήρχαν ισχυρές κοινότητες (όπως οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης) που διέθεταν τεράστια οικονομική ισχύ. Το αθηναϊκό κατεστημένο τους αντιμετώπιζε με καχυποψία.
«Πήγαμε στη Θεσσαλονίκη νομίζοντας πως θα βρούμε μια επαρχία. Βρήκαμε όμως μια πόλη που έκανε την Αθήνα να μοιάζει με χωριό. Οι έμποροι εκεί μιλούσαν πέντε γλώσσες και είχαν ανοιχτούς λογαριασμούς με τη Βιέννη και το Παρίσι. Αν δεν τους ελέγξουμε, η Αθήνα θα γίνει ο φτωχός συγγενής.» μαρτυρά τραπεζίτης Το 1914.
Με την ενσωμάτωση στην Ελλάδα, τα σύνορα «έκλεισαν». Οι Εβραίοι έμποροι είδαν τις δουλειές τους να περιορίζονται στα όρια του ελληνικού κράτους. Οι βενιζελικοί έμποροι από την Αθήνα και τον Πειραιά άρχισαν να ανεβαίνουν στον Βορρά. Οι ντόπιοι είδαν τον Βενιζέλο ως τον «πολιορκητικό κριό» ενός νέου οικονομικού κατεστημένου που ερχόταν να τους πάρει την αγορά.
Η Οικονομική Αιμορραγία του Πολέμου
Παρά τον θρίαμβο, το ταμείο του κράτους ήταν μείον. Οι πόλεμοι κόστισαν εκατομμύρια.
Η Ελλάδα χρειαζόταν επειγόντως δάνεια για να ενσωματώσει τις νέες περιοχές. Ο Βενιζέλος χρησιμοποίησε τη διπλωματία για να τα εξασφαλίσει από την Αντάντ, ενώ το φιλογερμανικό κατεστημένο πίεζε για δάνεια από το Βερολίνο. Αυτό το «οικονομικό παζάρι» βάθυνε το χάσμα του Διχασμού.
Ο Βενιζέλος στράφηκε στην Αντάντ. Η στρατηγική του ήταν σαφής:
«Αν δανειστούμε από τους Άγγλους και τους Γάλλους, δένουμε την τύχη μας με τη δική τους. Θα έχουν κάθε συμφέρον να δουν μια Ελλάδα ισχυρή για να πάρουν πίσω τα χρήματά τους».
Όμως η Αντάντ δεν έδινε «λευκή επιταγή». Το δάνειο συνοδευόταν από το αίτημα για είσοδο στον πόλεμο.
Από την άλλη, το φιλογερμανικό κατεστημένο γύρω από τον Βασιλιά πίεζε για δάνεια από το Βερολίνο. Ο στόχος ήταν η «χρυσή ουδετερότητα».
Μαρτυρία της εποχής: «Στα υπουργεία ψιθύριζαν πως τα γερμανικά μάρκα ήταν πιο "καθαρά" γιατί δεν ζητούσαν αίμα, μόνο την ησυχία μας. Αλλά οι βενιζελικοί φώναζαν πως το Βερολίνο μας δανείζει μόνο και μόνο για να μας κρατήσει αλυσοδεμένους στο λιμάνι, όσο ο Κάιζερ θα μοιράζει την Ευρώπη».
Νέες Χώρες και Παλαιά Ελλάδα
Η «Παλαιά Ελλάδα» (το κράτος του 1830) αντιμετώπισε την πολυπολιτισμικότητα των Νέων Χωρών με ένα μείγμα δέους, αμηχανίας και βαθιάς καχυποψίας. Για ένα κράτος που είχε χτιστεί πάνω στο δόγμα «ένας λαός, μία θρησκεία, μία γλώσσα», η συνάντηση με τη Μακεδονία του 1913 ήταν ένα πραγματικό πολιτισμικό σοκ!
Ξεκίνησε αμέσως μια τεράστια επιχείρηση αλλαγής των ονομάτων των χωριών και των πόλεων από σλαβικά ή τουρκικά σε αρχαιοπρεπή ελληνικά.
Η ύπαρξη των σλαβομακεδονικών ιδιωμάτων ή των ισπανοεβραϊκών (Ladino) στη Θεσσαλονίκη αντιμετωπίστηκε ως απειλή για την εθνική ομοιογένεια. Το κράτος επέβαλε την καθαρεύουσα παντού, συχνά με αυστηρότητα που προκαλούσε αντιδράσεις. Οι Σλαβόφωνοι αντιμετωπίστηκαν με τη μεγαλύτερη καχυποψία. Το κράτος προσπάθησε να τους ενσωματώσει βίαια, γεγονός που συχνά τους έσπρωχνε προς την άλλη πλευρά.
«Ο νομάρχης που ήρθε από την Αθήνα δεν καταλάβαινε γιατί οι έμποροι της Θεσσαλονίκης έκλειναν το Σάββατο και όχι την Κυριακή. Τους κοιτούσε σαν αξιοπερίεργα όντα. Για εκείνον, η πολυπολιτισμικότητα δεν ήταν πλούτος, ήταν αταξία που έπρεπε να μπει σε καλούπι.»
Ο Βενιζέλος, όντας ο ίδιος «εξωτερικός» (Κρητικός), ήταν πολύ πιο ανοιχτός. Κατάλαβε ότι η Ελλάδα έπρεπε να γίνει ένα φιλελεύθερο ευρωπαϊκό κράτος που θα προστάτευε τις μειονότητες για να κερδίσει τη διεθνή στήριξη.
«Αν πειράξω το Σάββατο των Θεσσαλονικέων, θα κλείσουν οι πόρτες των τραπεζών στο Λονδίνο».
Το παλαιοελλαδικό κατεστημένο όμως τον κατηγορούσε ότι «πουλάει την εθνική καθαρότητα» για τα μάτια των ξένων.
Στις εκλογές του Μαΐου του 1915 οι μειονότητες των «Νέων Χωρών» συμμάχησαν με το συντηρητικό κατεστημένο της Αθήνας εναντίον του Βενιζέλου. Η εβραϊκή κοινότητα φοβόταν ότι ο βενιζελικός εκσυγχρονισμός και ο επιθετικός ελληνικός εθνικισμός θα διέλυαν τα προνόμιά τους. Στους Μουσουλμάνους υπήρχε η ανησυχία ότι ο Βενιζέλος, ως εκφραστής της Μεγάλης Ιδέας, θα τους αντιμετώπιζε πάντα ως «εχθρούς εντός των τειχών». Επιπλέον, η Αντάντ ήταν ο εχθρός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το να ψηφίσουν Βενιζέλο σήμαινε να ψηφίσουν τον άνθρωπο που ήθελε να διαλύσει οριστικά το Χαλιφάτο και την Κωνσταντινούπολη.
Η επιβολή της ελληνικής φορολογίας και των δασμών στους εμπόρους και βιομηχανους των Νέων Χωρών θεωρήθηκε «εισβολή» στα κεκτημένα τους.
Το αποτέλεσμα ήταν οι μειονότητες να ψηφίσουν το Λαϊκό Κόμμα (τους αντιβενιζελικούς), όχι γιατί αγαπούσαν τον Βασιλιά, αλλά γιατί η «στασιμότητα» και η «ουδετερότητα» που υποσχόταν ο Κωνσταντίνος τους φαινόταν πιο ασφαλής από τις «περιπέτειες» του Βενιζέλου.
Εφημερίδα της εποχής γράφει, όταν ο Βενιζέλος έχασε τις συνοικίες των μειονοτήτων τον Μάιο του 1915:
«Είναι το θέαμα της ημέρας: Οι Μουσουλμάνοι με τα φέσια τους και οι Εβραίοι με τα καφτάνια τους, όλοι μαζί στην ουρά για να ψηφίσουν τον "Κώτσο" (τον Βασιλιά). Όχι γιατί έγιναν βασιλικοί, αλλά γιατί ο Βενιζέλος τους τρομάζει. Τον βλέπουν σαν έναν τυφώνα που θα σαρώσει τον παλιό τους κόσμο. Προτιμούν τη σιγουριά της παλιάς Αθήνας από τη δόξα της νέας Ελλάδας.»
Σε μια από τις τελευταίες τους συναντήσεις, λέγεται ότι ο Βενιζέλος είπε στον Κωνσταντίνο:
«Μεγαλειότατε, εσείς βλέπετε την Ελλάδα ως το οικόπεδό σας. Εγώ τη βλέπω ως μια ιδέα που πρέπει να απλωθεί παντού όπου υπάρχουν Έλληνες. Εσείς φοβάστε τη νίκη, γιατί η νίκη θα φέρει έναν κόσμο που δεν θα μπορείτε να ελέγξετε.»
Παρά την απώλεια των μειονοτήτων ο Βενιζέλος κερδίζει τις εκλογές τον Μάιο του 1915. Έχει προηγηθεί μια παραίτηση του επειδή ο Βενιζέλος ήθελε να στείλει στρατό να βοηθήσει τους Αγγλογάλλους. Το Επιτελείο και ο Κωνσταντίνος αρνηθηκαν (εκστρατεία Καλλίπολης). Ό Διχασμός βαθαίνει όταν ο Κωνσταντίνος καθυστερεί να του δώσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.
Το Σεπτέμβριο του 1915 η Βουλγαρία επιστρατεύεται. Ο Βενιζέλος κηρύσσει επιστράτευση και καλεί τους Συμμάχους στη Θεσσαλονίκη. Ο Κωνσταντίνος τον διώχνει παρά τη λαϊκή εντολή.
«Ο Πρόεδρος επέστρεψε από τα ανάκτορα χλωμός αλλά αποφασισμένος. Μας διηγήθηκε πως όταν επικαλέστηκε τη λαϊκή ετυμηγορία του Μαΐου, ο Βασιλιάς του απάντησε: "Έναντι των εξωτερικών ζητημάτων, θεωρώ τον εαυτό μου υπεύθυνο μόνο απέναντι στον Θεό". Εκείνη τη στιγμή, ο Βενιζέλος κατάλαβε πως η Δημοκρατία είχε ηττηθεί από τη Θειοκρατία. Υπέβαλε την παραίτησή του αμέσως».
Ξεκινά η περίοδος των «ανακτορικών» κυβερνήσεων. Χιλιάδες επίστρατοι κάθονται στα χαρακώματα της Μακεδονίας χωρίς να πολεμούν. Το κράτος ξοδεύει εκατομμύρια για τη συντήρηση ενός ανενεργού στρατού. Η Αντάντ «κόβει» τις πιστώσεις προς την Αθήνα. Αυτό προκαλεί οικονομική αιμορραγία.
Η Παράδοση του οχυρού Ρούπελ στους Γερμανοβουλγάρους από την κυβέρνηση της Αθήνας προκαλεί την οργή των Συμμάχων. Με το Κίνημα Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη ο Βενιζέλος φεύγει από την Αθήνα.
Ο Βενιζέλος, μαζί με τον Ναύαρχο Κουντουριώτη και τον Στρατηγό Δαγκλή (η περίφημη Τριανδρία), έδωσαν στο κίνημα το πολιτικό κύρος που χρειαζόταν.
Από το ημερολόγιο εθελοντή στρατιώτη:
«Όταν είδαμε τον Κουντουριώτη —τον νικητή των Βαλκανικών— δίπλα στον Βενιζέλο, ξέραμε πως δεν υπήρχε γυρισμός. Ο Βενιζέλος μας μίλησε από τον εξώστη. Η φωνή του έτρεμε από συγκίνηση αλλά και οργή. Είπε πως ο Βασιλιάς έγινε θύμα κακών συμβούλων και πως εμείς, ο στρατός της Θεσσαλονίκης, είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να σώσουμε την τιμή του Έθνους. Εκείνη τη μέρα, πολλοί βγάλαμε το στέμμα από τα πηλήκιά μας».
Η Ελλάδα έχει πλέον δύο κυβερνήσεις.
Μαρτυρία Θεσσαλονικιού εμπόρου (Σεπτέμβριος 1916):
«Η παραλία γέμισε στολές. Δεν ήταν όμως οι στολές που ξέραμε. Αυτοί οι αξιωματικοί είχαν ένα βλέμμα άγριο, αποφασισμένο. Φώναζαν πως η Μακεδονία δεν θα γίνει βουλγαρική επειδή η Αθήνα κοιμάται. Στις κολώνες είχαν κολλήσει προκηρύξεις που έγραφαν: "Προδόται, έξω από τη Μακεδονία μας!". Ο κόσμος στην αρχή φοβόταν, αλλά όταν είδε τον Βενιζέλο να αποβιβάζεται, η πόλη σείστηκε. Ένιωθες πως εδώ χτιζόταν μια άλλη Ελλάδα».
Το Κράτος της Θεσσαλονίκης έπρεπε να επιβιώσει. Χωρίς τους πόρους της Αθήνας, στηρίχθηκε αποκλειστικά στην Αντάντ.
Μαρτυρία τραπεζικού υπαλλήλου στη Θεσσαλονίκη:
«Ήταν το πιο παράξενο πράγμα που είδα ποτέ. Στο ταμείο δεχόμασταν πλέον μόνο εγγυήσεις από την Αγγλική και Γαλλική τράπεζα. Η Αθήνα μας έστελνε διαταγές να μη δίνουμε δεκάρα στους "στασιαστές", αλλά οι Σύμμαχοι ξεφόρτωναν χρυσάφι και εφόδια στο λιμάνι. Η Θεσσαλονίκη άρχισε να ευημερεί την ώρα που μάθαμε πως στην Αθήνα το ψωμί άρχισε να λείπει. Ήταν σαν να ζούσαμε σε άλλο πλανήτη».
Μια επιστολή στρατιωτικού αναφέρει :
«Είμαι εδώ, στη Θεσσαλονίκη, και ο αδελφός μου είναι στην Αθήνα με τους "Επιστράτους" του Βασιλιά. Αν διαταχθούμε να βαδίσουμε νότια, θα βρεθούμε απέναντι. Πώς φτάσαμε ως εδώ; Οι Γάλλοι μας κοιτούν σαν μισθοφόρους και οι δικοί μας στην Αθήνα μας λένε προδότες. Η καρδιά μου είναι κομμένη στα δύο, όπως και η πατρίδα μας».
Ακολουθεί Ένοπλη σύγκρουση στην Αθήνα μεταξύ φιλοβασιλικών (Επίστρατοι) και Συμμαχικών αγημάτων. Ο Βενιζέλος αναθεματίζεται στο Πεδίον του Άρεως.
Τον Δεκέμβριος του 1916 η Αντάντ επιβάλλει τον Ναυτικό Αποκλεισμό. Ο Πειραιάς κλείνει. Η πείνα θερίζει την Παλαιά Ελλάδα.
Μετά από μήνες αποκλεισμού και πείνας, οι Σύμμαχοι δίνουν τελεσίγραφο. Ο Κωνσταντίνος αποχωρεί από την Ελλάδα (χωρίς να παραιτηθεί επίσημα) και ο Βενιζέλος επιστρέφει στην Αθήνα ως ο μόνος ηγέτης, ενώνοντας το κράτος «με το ζόρι» και βάζοντας την Ελλάδα επίσημα στον πόλεμο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου