Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Κατοχή και Αντίσταση: Από τον λιμό στον διχασμό

Η άνοιξη του 1941 έφερε τη συντριβή. Η γερμανική εισβολή (Επιχείρηση Μαρίτα) τον Απρίλιο δεν νίκησε μόνο τον στρατό· διέλυσε το κράτος.

Όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου, το σκηνικό άλλαξε δραματικά:

​Η Φυγή: Ο Βασιλιάς Γεώργιος και η κυβέρνηση έφυγαν για την Κρήτη και μετά την Αίγυπτο, αφήνοντας πίσω τους μια αίσθηση εγκατάλειψης.

​Η Ταπείνωση: Οι νικητές της Αλβανίας επέστρεφαν από το μέτωπο με τα πόδια, ρακένδυτοι και πεινασμένοι, για να βρουν τις πόλεις τους υπό κατοχή.

​Η Τριπλή Κατοχή: Η Ελλάδα μοιράστηκε στα τρία (Γερμανοί, Ιταλοί, Βούλγαροι). Ο εχθρός που νίκηθηκε στα βουνά (οι Ιταλοί), επέστρεψε ως κατακτητής στις πόλεις, προκαλώντας μια αφόρητη αίσθηση αδικίας.

Εκεί καταρρέουν όλες οι ταυτότητες.​

Ο Μεταξικός, ο Βενιζελικός και ο Κομμουνιστής είναι πια τρεις σκιές που ψάχνουν στα σκουπίδια της Αθήνας. Όποιος δώσει ένα πιάτο φαΐ στον λαό, αυτός θα κερδίσει και την ψυχή του. Το ΕΑΜ το κατάλαβε πρώτο με την «Εθνική Αλληλεγγύη».

Πριν αρχίσει το αντάρτικο, ήρθε ο Μεγάλος Λιμός. Ο χειμώνας του 1941-42 ισοπέδωσε τις κοινωνικές τάξεις.

​«Στις ουρές για το συσσίτιο δεν υπήρχαν πια Μεταξικοί ή Βενιζελικοί. Υπήρχαν μόνο σκελετοί. Εκεί, μέσα στη λάσπη και τον θάνατο, γεννήθηκε η ανάγκη για κάτι νέο.»

​Σε αυτό το κενό, ο κόσμος έπρεπε να διαλέξει:

​Επιβίωση μέσω της υποταγής: (Οι δωσίλογοι και οι συνεργάτες).

​Αδράνεια και αναμονή: (Όσοι περίμεναν τους Άγγλους να έρθουν).

​Αντίσταση με κάθε κόστος: Εδώ είναι που το ΕΑΜ κάνει την εμφάνισή του τον Σεπτέμβριο του '41, δίνοντας ένα νόημα στην πείνα και την οργή.

Τα αστικά κέντρα 

Στην Αθήνα, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη, η Κατοχή σήμαινε απώλεια ελέγχου. Το κράτος της 4ης Αυγούστου εξαφανίστηκε και στη θέση του ήρθε η απόλυτη εξαθλίωση.

​Ο Λιμός: Οι πόλεις δεν είχαν δική τους παραγωγή. Όταν οι Γερμανοί επίταξαν τα πάντα και οι Ιταλοί έκλεισαν τους δρόμους, η Αθήνα έμεινε χωρίς σιτάρι. Ο θάνατος έγινε καθημερινότητα στα πεζοδρόμια.

​Η Κοινωνική Διάλυση: Οι αστοί που είχαν πιάνα και κοσμήματα τα αντάλλαζαν με ένα τενεκέ λάδι. Εδώ γεννήθηκε το μίσος για τον μαυραγορίτη.

​Η Αντίσταση: Ξεκίνησε «πνευματικά». Φοιτητές, υπάλληλοι και εργάτες οργάνωναν συσσίτια. Το ΕΑΜ ίδρυσε την Εθνική Αλληλεγγύη.

​«Η πρώτη πράξη αντίστασης στην Αθήνα δεν ήταν το όπλο, ήταν το καζάνι με το πλιγούρι.»


Ο Μεταξάς πριν το 1940, είχε οργανώσει το κράτος έτσι ώστε να υπάρχει αυτάρκεια. Είχε γεμίσει τεράστιες αποθήκες (κυρίως στον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη) με εφόδια που θα επέτρεπαν στην Ελλάδα να αντέξει τουλάχιστον ένα χρόνο πολέμου και αποκλεισμού.  (Σιτηρά: Είχε εισαγάγει χιλιάδες τόνους σιτάρι από την Αυστραλία και τον Καναδά, ​Καύσιμα: Στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου για τις κινήσεις του στρατού, ​Πρώτες ύλες: Ζάχαρη, ρύζι και όσπρια για τα λαϊκά συσσίτια που σχεδίαζε σε περίπτωση ανάγκης. Όμως, οι Γερμανοί δεν ήρθαν ως απλοί κατακτητές, αλλά ως «σκούπα». Με το που μπήκαν, σφράγισαν τις κρατικές αποθήκες. Φόρτωσαν το σιτάρι και τα λάδια σε τρένα με προορισμό τη Γερμανία για να ταΐσουν τη δική τους πολεμική μηχανή. Στο χάος των λίγων ημερών ανάμεσα στη φυγή της κυβέρνησης και την είσοδο των Γερμανών, κάποιοι «γνωρίζοντες» (παράγοντες του κρατικού μηχανισμού ή άνθρωποι της αγοράς) άνοιξαν τις αποθήκες και έκρυψαν τεράστιες ποσότητες. Αυτό ήταν το πρώτο κεφάλαιο της Μαύρης Αγοράς.

Μαρτυρία φοιτήτριας στην οδό Σόλωνος:

«Είδαμε μια γυναίκα να ανταλλάσσει το πιάνο της για ένα τενεκέ λάδι. Οι μαυραγορίτες ήρθαν με το καμιόνι, το φόρτωσαν και της άφησαν το λάδι στο κεφαλόσκαλο. Εκείνη κάθισε στα σκαλιά και άρχισε να κλαίει, όχι για το πιάνο, αλλά γιατί ήξερε ότι το λάδι αυτό θα τελείωνε σε ένα μήνα και μετά δεν θα είχε τίποτα άλλο να πουλήσει. Ο πολιτισμός μας είχε γίνει βρώσιμος»

Οι Γερμανοί ανάγκασαν την ελληνική κατοχική κυβέρνηση να πληρώνει τα έξοδα της κατοχής τους. Έτσι, ό,τι είχε απομείνει στις αποθήκες από το έργο του Μεταξά, «φαγώθηκε» νομιμοφανώς από τον στρατό κατοχής. 

Μαρτυρία υπαλλήλου του Υπουργείου Επισιτισμού: 

«Βλέπαμε τα καμιόνια να φεύγουν για τον Πειραιά γεμάτα με το σιτάρι που είχαμε φυλάξει για το χειμώνα. Οι Γερμανοί γελούσαν. Μας έλεγαν: "Η Ελλάδα θα πεινάσει γιατί η Γερμανία πρέπει να νικήσει". Τότε καταλάβαμε ότι η πρόνοια του Μεταξά έγινε το φαγητό του εχθρού μας.»

Ο χειμώνας του '41-'42 θέρισε τον πληθυσμό. Τα κάρα του Δήμου μάζευαν κάθε πρωί δεκάδες σκελετωμένα πτώματα από τους δρόμους 

Μαρτυρία υπαλλήλου του Δήμου Αθηναίων (Χειμώνας '41):

«Κάθε πρωί βγαίναμε με το κάρο. Μαζεύαμε τους ανθρώπους από τα πεζοδρόμια όπως μαζεύαμε παλιά τα σκουπίδια. Θυμάμαι έναν κύριο, φορούσε ακόμα το κουστούμι του, το καπέλο του στην άκρη. Είχε πεθάνει καθιστός. Οι περαστικοί δεν κοίταζαν πια. Αν κοίταζες, πέθαινες κι εσύ λίγο. Το μόνο που μας ένοιαζε ήταν αν ο νεκρός είχε παπούτσια. Αν είχε, του τα έπαιρναν πριν προλάβουμε να τον φορτώσουμε. Τα παπούτσια ήταν μια εβδομάδα ζωή στην αγορά.»

Ο Πειραιάς, ως το κύριο λιμάνι, βομβαρδίστηκε άγρια (και από τους Γερμανούς και αργότερα από τους Συμμάχους), με αποτέλεσμα να διαλυθούν οι υποδομές εκφόρτωσης.

Μαρτυρία πρώην μέλους της ΕΟΝ (Πειραιάς, 1942):

«Μας είχαν μάθει να υπακούμε στον Αρχηγό. Όταν ο Αρχηγός πέθανε και οι Γερμανοί πάτησαν το λιμάνι, νιώσαμε ορφανοί. Οι ομαδάρχες μας εξαφανίστηκαν. Ένας από αυτούς έγινε διερμηνέας των Γερμανών. Εγώ πήγα στο ΕΑΜ. Γιατί; Γιατί εκεί βρήκα πάλι μια ομάδα, μια στολή (έστω και με κουρέλια) και έναν σκοπό. Η πειθαρχία που μας έμαθε ο Μεταξάς μας βοήθησε να γίνουμε καλοί αντάρτες. Ξέραμε να κρυβόμαστε, να μεταφέρουμε μηνύματα, να μην μιλάμε στην ανάκριση.»

Οι αποθήκες της Θεσσαλονίκης ήταν οι μεγαλύτερες των Βαλκανίων (το έργο του Μεταξά για τον εφοδιασμό του μετώπου). Οι Γερμανοί τις άδειασαν σε χρόνο ρεκόρ. Η πόλη έχασε ένα τεράστιο κομμάτι του παραγωγικού και οικονομικού της ιστού. Η λεηλασία των εβραϊκών περιουσιών δημιούργησε μια νέα τάξη «νεόπλουτων» συνεργατών που πλούτισαν πάνω στον θάνατο των συμπολιτών τους.

Στην Πάτρα: Οι Ιταλοί (που είχαν τον έλεγχο εκεί) ήταν συχνά λιγότερο οργανωμένοι από τους Γερμανούς, αλλά η πείνα χτύπησε εξίσου σκληρά γιατί κόπηκε η επικοινωνία με την ενδοχώρα.

​Στον Βόλο επειδή η πόλη βρισκόταν κοντά στον εύφορο κάμπο της Θεσσαλίας, υπήρχε μια ελπίδα τροφής. Όμως, οι κατακτητές έστησαν μπλόκα στους δρόμους, εμποδίζοντας τη μεταφορά τροφίμων από τα χωριά στην πόλη, για να ελέγχουν τον πληθυσμό μέσω της πείνας.

Στις πόλεις όπως η Δράμα, η Καβάλα και οι Σέρρες, ο εφιάλτης ήταν διαφορετικός. Εκεί κατέλαβαν την περιοχή οι Βούλγαροι.​ Δεν υπήρχε μόνο πείνα, αλλά και συστηματική προσπάθεια αλλοίωσης του πληθυσμού. Απαγορεύτηκαν τα ελληνικά, έκλεισαν τα σχολεία και οι κάτοικοι πιέζονταν να δηλώσουν Βούλγαροι για να πάρουν δελτίο τροφίμων.​ Εκεί η Αντίσταση ξέσπασε πολύ νωρίς και πολύ βίαια (Εξέγερση της Δράμας, Σεπτέμβριος '41), με τρομερά αντίποινα

​Σε όλα τα αστικά κέντρα παρατηρήθηκε το ίδιο φαινόμενο: Η φυγή προς την επαρχία. Οι δρόμοι γέμισαν ανθρώπους που κουβαλούσαν στα χέρια τους χαλιά, ραπτομηχανές και χρυσαφικά για να τα ανταλλάξουν στα χωριά με μια οκά λάδι ή λίγο καλαμπόκι.

Ο Μεταξάς είχε φτιάξει ένα κράτος «αστικοκεντρικό», όπου όλα ελέγχονταν από την Αθήνα. Η Κατοχή το αντιέστρεψε αυτό: Η πόλη έγινε ο τόπος του θανάτου και το χωριό έγινε η ελπίδα της ζωής. Αυτή η ανατροπή είναι που έδωσε τη δύναμη στα βουνά.

Η επαρχία 

Στα χωριά η Κατοχή γράφτηκε με εντελώς διαφορετικό μελάνι. Αν οι πόλεις ήταν το σκηνικό του αργού θανάτου, τα χωριά έγιναν το πεδίο της δύναμης, της επιβίωσης αλλά και της απόλυτης αγριότητας. Για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία, ο αγρότης έγινε ο «κυρίαρχος» πάνω στον αστό. 

Η άνιση και αναγκαστική ανταλλαγή  δημιούργησε ένα βαθύ κοινωνικό ρήγμα. Οι αστοί ένιωθαν ότι οι χωρικοί τους «έγδυναν», ενώ πολλοί χωρικοί ένιωθαν ότι επιτέλους έπαιρναν πίσω το αίμα τους για τα χρόνια που η πόλη τους υποτιμούσε. 

Μαρτυρία από χωριό της Βοιωτίας (Η ανταλλαγή):

«Ερχόντουσαν οι Αθηναίοι με τα πόδια, σκιές ανθρώπων. Κρατούσαν χαλιά, μεταξωτά σεντόνια, μέχρι και ασημικά της γιαγιάς τους. Τα δίναμε για μια οκά καλαμποκάλευρο. Ο πατέρας μου έλεγε: "Πάρτα, τουλάχιστον εμείς έχουμε να φάμε". Αλλά εγώ έβλεπα τα μάτια τους. Μας κοίταζαν σαν να είμαστε εμείς οι κατακτητές. Εκείνη την εποχή το χωριό μίσησε την πόλη και η πόλη ένιωσε προδομένη από το χωριό.»

​Στα βουνά (Ευρυτανία, Πίνδος, Ταΰγετος), οι κατακτητές δεν μπορούσαν να έχουν μόνιμη παρουσία. Σε πολλά ορεινά χωριά, οι Γερμανοί ή οι Ιταλοί εμφανίζονταν μόνο για επιδρομές. Τις υπόλοιπες μέρες, το χωριό διοικούνταν από τις αντιστασιακές οργανώσεις. Χωρίς το χωριό, δεν θα υπήρχε αντάρτικο. Οι χωρικοί έδιναν το «δέκατο» (ένα μέρος της σοδειάς τους) για να ταΐσουν τους αντάρτες.

Μαρτυρία από την Ήπειρο:

«Στην αρχή δίναμε το ψωμί μας στους αντάρτες με χαρά. Ήταν τα δικά μας παιδιά. Μετά ήρθαν οι Ιταλοί και μας πήραν τα ζώα. Μετά ήρθαν οι Γερμανοί και μας έκαψαν τα αχύρια. Στο τέλος, δεν ξέραμε ποιον να φοβόμαστε πιο πολύ: τον εχθρό που ερχόταν από τον δρόμο ή τον αδερφό μας που κατέβαινε από το βουνό ζητώντας φαΐ.»

Μαρτυρία από την Κρήτη (Η αρχή των αντιποίνων):

«Όταν έπεσαν οι αλεξιπτωτιστές, βγήκαμε με τα τσεκούρια και τις τσουγκράνες. Μετά, όταν ήρθαν οι εκτελέσεις, το χωριό βουβάθηκε. Οι Γερμανοί μας έβαζαν στη σειρά. Ρώταγαν "Πού είναι οι αντάρτες;". Δεν μίλαγε κανείς. Αλλά το βράδυ, στις κουβέντες μας, άρχισε η γκρίνια. "Γιατί χτύπησαν το γερμανικό αυτοκίνητο έξω από το δικό μας χωριό και όχι έξω από το διπλανό;". Έτσι άρχισε να μπαίνει το σαράκι του διχασμού ανάμεσα στα χωριά.»

Η μήτρα του Εμφυλίου

Όταν το ΕΑΜ άρχισε να χτυπάει τους μαυραγορίτες, οι μαυραγορίτες ζήτησαν όπλα από τους Γερμανούς για να σωθούν (έτσι γεννήθηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας).

Όταν οι Άγγλοι είδαν το ΕΑΜ να ελέγχει όλη την επαρχία, άρχισαν να ενισχύουν μόνο τις δεξιές οργανώσεις

«Στην πολυκατοικία μας στην Πατησίων, ήμασταν πέντε οικογένειες. Στο ισόγειο ο μαυραγορίτης, είχε πάντα μυρωδιά από τσιγαρισμένο κρεμμύδι που μας τρέλαινε. Στον πρώτο ο δάσκαλος, που πέθανε από πείνα με το βιβλίο στο χέρι. Στον δεύτερο ο γιος του έφυγε κρυφά για το βουνό. Στον τρίτο ένας απόστρατος που άκουγε όλη μέρα BBC στο κρυφό ραδιόφωνο και μας έλεγε "υπομονή, έρχονται οι Εγγλέζοι". Και στην ταράτσα η πλύστρα, που είχε χάσει δύο παιδιά και δεν πίστευε σε κανέναν. Ήμασταν στην ίδια διεύθυνση, αλλά ζούσαμε σε άλλους πλανήτες.»

Οι Μαυραγορίτες & οι Συνεργάτες

Συνδέθηκαν με τους Γερμανούς για προστασία. Ήξεραν ότι αν φύγουν οι κατακτητές, ο λαός θα τους λιντσάρει.

Δεν είναι μόνο οι πολιτικοί δωσίλογοι (οι πρωθυπουργοί Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλος, Ράλλης), αλλά μια νέα τάξη πραγμάτων. Πρώην έμποροι, υπάλληλοι που είχαν πρόσβαση στις αποθήκες, αλλά και τυχοδιώκτες. Αντάλλαζαν ένα τενεκέ λάδι με ένα διώροφο στην Κυψέλη. Ήταν αυτοί που έπιναν σαμπάνια στα «γκραν οτέλ» της Αθήνας, ενώ δίπλα το κάρο μάζευε σκελετούς.

Μαρτυρία κατοίκου της Πελοποννήσου (1944):

«Ήταν το πιο φρικτό θέαμα. Έβλεπες Έλληνες με τη στολή του τσολιά, αλλά με γερμανικά όπλα. Πολλοί μπήκαν στα Τάγματα επειδή το ΕΑΜ τους είχε σκοτώσει κάποιον συγγενή ή επειδή φοβόντουσαν ότι θα τους πάρουν τα χωράφια. Οι Γερμανοί τους χρησιμοποιούσαν για να κάνουν τη "βρώμικη δουλειά": μπλόκα, έρευνες, συλλήψεις. Όταν γινόταν μάχη ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τα Τάγματα, ήταν αδερφός εναντίον αδερφού. Το μίσος ήταν πιο βαθύ κι από αυτό που νιώθαμε για τον κατακτητή.»

Οι Εαμίτες (Η «Νέα Ελλάδα»)

Το ΕΑΜ ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1941 σε ένα σπιτάκι στην περιοχή της Λυκαβηττού. Το ΚΚΕ και τρία μικρά σοσιαλιστικά κόμματα αποφάσισαν να οργανώσουν τη βάση. Μέχρι το 1943, το ΕΑΜ ήλεγχε σχεδόν όλη την ηπειρωτική επαρχία 

​Το ΕΑΜ (και ο στρατός του, ο ΕΛΑΣ) δεν ήταν μόνο μια οργάνωση· ήταν ένα κράτος εν κράτει. Εργάτες, αγρότες, φοιτητές (η γενιά της ΕΟΝ που άλλαξε στρατόπεδο) και πολλοί απογοητευμένοι βενιζελικοί αξιωματικοί. Υποσχέθηκαν στον κόσμο ότι δεν θα επιστρέψει η Ελλάδα στην δικτατορία του Μεταξά ούτε στη φτώχεια. Έδωσαν στον πεινασμένο όπλο και αξιοπρέπεια. Είχαν τη βάση τους στα βουνά («Ελεύθερη Ελλάδα»), όπου έφτιαξαν σχολεία, δικαστήρια και τοπική αυτοδιοίκηση.

Για τον Εαμίτη, η Αντίσταση ήταν η ευκαιρία να χτιστεί ένας νέος κόσμος

Μαρτυρία αντάρτη του ΕΛΑΣ (Θεσσαλία, 1943):

«Όταν μπαίναμε στα χωριά, ο κόσμος μας έβλεπε σαν σωτήρες. Στήναμε τη "Λαϊκή Αυτοδιοίκηση". Ο αγρότης ένιωθε για πρώτη φορά ότι η γνώμη του μετράει. Αλλά υπήρχε και η άλλη πλευρά. Αν κάποιος αρνιόταν να δώσει τρόφιμα ή αν τον υποψιαζόμασταν για "αντιδραστικό", η ΟΠΛΑ (η οργάνωση περιφρούρησης του ΕΑΜ) ήταν αμείλικτη. Η δικαιοσύνη του βουνού ήταν γρήγορη και συχνά αιματηρή. Λέγαμε: "Ή μαζί μας ή με τους προδότες". Δεν υπήρχε μέση οδός.»

Οι Αγγλόφιλοι και οι «Περιμένοντες» (Το παλιό καθεστώς)

​Εδώ βρίσκουμε την αστική τάξη και τους αξιωματικούς που έμειναν πιστοί στον Βασιλιά και το Λονδίνο. Πολιτικοί του παλιού κόσμου, ανώτεροι αξιωματικοί και η κυβέρνηση του Καΐρου. Συχνά τους αποκαλούσαν «αγγλοπρόδρομους». Η στρατηγική τους ήταν: «Μην κάνετε πολλή αντίσταση και προκαλείτε αντίποινα, περιμένετε να νικήσουν οι Σύμμαχοι και να έρθουν να μας ελευθερώσουν». Φοβούνταν το ΕΑΜ περισσότερο από τους Γερμανούς. Έβλεπαν ότι οι κομμουνιστές θα έπαιρναν την εξουσία και έψαχναν τρόπο να τους σταματήσουν (εδώ αρχίζει να γεννιέται ο ΕΔΕΣ του Ζέρβα ως αντίβαρο).

Μαρτυρία Άγγλου συνδέσμου (Captain Chris Woodhouse):

«Η δουλειά μας ήταν σχιζοφρενική. Από τη μια δίναμε όπλα στον ΕΛΑΣ για να ανατινάξει τη γέφυρα του Γοργοποτάμου, κι από την άλλη αναφέραμε στο Λονδίνο ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι κομμουνιστές που πρέπει να εξοντωθούν. Μοιράζαμε χρυσές λίρες για να αγοράσουμε πίστη. Ο Ζέρβας (ΕΔΕΣ) ήταν ο άνθρωπός μας, γιατί ήταν ο μόνος που μπορούσε να σταματήσει την κυριαρχία του ΕΑΜ. Στα βουνά της Ελλάδας δεν πολεμούσαμε μόνο τον Χίτλερ· προετοιμάζαμε τη δική μας σφαίρα επιρροής για μετά τον πόλεμο.»

Στην Αθήνα, η παλιά αστική τάξη έβλεπε το ΕΑΜ ως τον «όχλο» που θα τους έκλεβε τις περιουσίες. Η ελπίδα τους ήταν η Μεγάλη Βρετανία.

​Μαρτυρία Αθηναίου αστού (Κολωνάκι, 1944):

«Κλεινόμασταν στα σπίτια μας και ακούγαμε το BBC σαν να ήταν το Ευαγγέλιο. Το ΕΑΜ είχε γεμίσει τους τοίχους με συνθήματα, μας τρόμαζαν. Λέγαμε: "Ας έρθουν οι Εγγλέζοι να μπει μια τάξη". Δεν μας ένοιαζε αν θα επέστρεφε ο Βασιλιάς, μας ένοιαζε να μην επικρατήσουν οι μπολσεβίκοι. Για εμάς, οι Άγγλοι δεν ήταν ξένοι κατακτητές, ήταν οι εγγυητές του πολιτισμού μας. Προτιμούσαμε τη βρετανική κηδεμονία από τη λαϊκή δικαιοσύνη του Άρη.»

Το «Βουβό» Πλήθος (Η γκρίζα ζώνη)

Είναι το μεγαλύτερο κομμάτι του λαού. Άνθρωποι που δεν ήταν ούτε ήρωες ούτε προδότες. Άνθρωποι που προσπαθούσαν να μην τους προσέξουν οι Γερμανοί, να μη δώσουν στόχο στους αντάρτες, να βρουν απλώς ένα πιάτο φαΐ.

«Δεν ήμασταν όλοι ήρωες. Οι περισσότεροι ήμασταν απλώς φοβισμένοι. Θυμάμαι στο χωριό, όταν ακούγαμε πέταλα αλόγων, τρέχαμε να κρυφτούμε. Αν ήταν οι Γερμανοί, φοβόμασταν τη φωτιά. Αν ήταν οι αντάρτες, φοβόμασταν μην μας πάρουν το τελευταίο κατσίκι. Ζούσαμε με το κεφάλι σκυφτό. Η ιστορία γραφόταν από τους παθιασμένους, αλλά εμείς οι υπόλοιποι ήμασταν το χαρτί πάνω στο οποίο γραφόταν—και το χαρτί πάντα σκίζεται.»

Πρωταγωνιστές 

Βασιλιάς Γεώργιος Β

​«Πρέπει να φύγουμε για να παραμείνουμε το σύμβολο της συνέχειας του Κράτους.»

Ο μεγάλος απών υπήρξε ο βασιλιάς. Όταν οι Γερμανοί έσπασαν το μέτωπο, ο Γεώργιος έφυγε. Πρώτα στην Κρήτη, μετά στην Αίγυπτο και τελικά στο Λονδίνο. Για τον πεινασμένο Αθηναίο ή τον αντάρτη του βουνού, ο Βασιλιάς δεν ήταν πια ο αρχηγός του κράτους, αλλά ένας φυγάς. Για το ΕΑΜ, η επιστροφή του Βασιλιά σήμαινε επιστροφή στον φασισμό και τη δικτατορία.​ Για τους Άγγλους, ο Βασιλιάς ήταν το μοναδικό «χαρτί» που είχαν για να ελέγξουν την Ελλάδα μετά τον πόλεμο.

Στην Αίγυπτο, ο Βασιλιάς περιτριγυριζόταν από παλιούς πολιτικούς και αξιωματικούς. Ζούσαν σε έναν δικό τους κόσμο, μακριά από την πραγματικότητα της πείνας και της Αντίστασης. Οι στρατιώτες στη Μέση Ανατολή (που είχαν διαφύγει για να πολεμήσουν) εξεγέρθηκαν το 1944 ζητώντας να αναγνωριστεί το ΕΑΜ και να μην επιστρέψει ο Βασιλιάς χωρίς δημοψήφισμα. Ο Γεώργιος και οι Άγγλοι κατέστειλαν την εξέγερση με σκληρότητα, κλείνοντας χιλιάδες Έλληνες φαντάρους σε στρατόπεδα στην έρημο (τα γνωστά «Σύρματα»).

Μαρτυρία αξιωματικού από το Κάιρο (1943):

«Στο ξενοδοχείο Σέπερντ του Καΐρου, οι υπουργοί και ο Βασιλιάς συζητούσαν για το ποιος θα πάρει ποιο υπουργείο όταν γυρίσουμε. Έξω, η έρημος έκαιγε. Εμείς ξέραμε ότι στην Ελλάδα το ΕΑΜ είχε φτιάξει δικό του κράτος. Όταν τους το λέγαμε, μας κοίταζαν σαν προδότες. Ο Βασιλιάς ήταν ένας ξένος ανάμεσα σε Έλληνες. Δεν καταλάβαινε ότι η Ελλάδα που άφησε το '41 δεν υπήρχε πια. Είχε γεννηθεί μια άλλη Ελλάδα, που δεν τον ήθελε.»

​Οι Άγγλοι έλεγαν: «Δεν θα φύγουν οι Γερμανοί αν δεν υποσχεθείτε ότι θα γυρίσει ο Βασιλιάς».​ Το ΕΑΜ έλεγε: «Θα πολεμάμε μέχρι να σιγουρευτούμε ότι ο Βασιλιάς ΔΕΝ θα γυρίσει».

Λέγεται ότι σε μια στιγμή ειλικρίνειας στο Λονδίνο, όταν τον πίεζαν να κάνει παραχωρήσεις στους δημοκρατικούς, είπε:

​«Η μόνη μου πατρίδα είναι η Αγγλία. Εκεί νιώθω ασφαλής.»

Όταν οι εκπρόσωποι των αντιστασιακών οργανώσεων (ΕΑΜ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ) πήγαν στο Κάιρο για να ζητήσουν από τον Βασιλιά να μην επιστρέψει αν δεν γίνει πρώτα δημοψήφισμα, εκείνος τους αντιμετώπισε με απόλυτη περιφρόνηση.

​Η Μαρτυρία ενός Στρατιώτη στη Μέση Ανατολή:

​«Τον είδαμε μια φορά στο στρατόπεδο. Περνούσε με το αυτοκίνητο, κοιτούσε μπροστά, ούτε ένα νεύμα, ούτε ένα χαμόγελο. Εμείς περιμέναμε μια κουβέντα, κάτι για την πατρίδα που άχνιζε. Τίποτα. Τότε ένας σύντροφός μου ψιθύρισε: "Αυτός δεν είναι δικός μας. Αυτός περιμένει να μας νικήσουν οι Άγγλοι για να μας ξαναβάλει στην αλυσίδα".»

Η σιωπή του Γεωργίου και η επιμονή του να επιστρέψει ως «νικητής» χωρίς όρους, έδωσε στο ΕΑΜ το τέλειο επιχείρημα: «Ο Βασιλιάς φέρνει πίσω τη δικτατορία».

​Έτσι, ο κόσμος που σιχαινόταν τον φασισμό, οδηγήθηκε στο άλλο άκρο. Ο Βασιλιάς, με τη σιωπή και την ακαμψία του, έγινε ο καλύτερος «στρατολόγος» της Αριστεράς.

Άρης Βελουχιωτης 

«Όταν έμπαινε η φάλαγγα της Βέρμαχτ, η γη έτρεμε από τις ερπύστριες και τα βαριά τους άρβυλα. Ήταν σιωπηλοί, ξανθοί, σαν ρομπότ. Δεν μας κοίταζαν καν. Αλλά όταν ακουγόταν μια τουφεκιά από το δάσος, άλλαζαν. Γίνονταν θηρία. Έκαιγαν το σπίτι χωρίς να ρωτήσουν αν μέσα ήταν η γιαγιά ή το μωρό. Για αυτούς, η ζωή μας ήταν ένα νούμερο στις αναφορές τους προς το Βερολίνο: "Εκτελέστηκαν 20 κομμουνισταί ως αντίποινα"».

Ο Θανάσης Κλάρας ήταν ένας παλιός κομμουνιστής, κυνηγημένος από τον Μανιαδάκη (τον άνθρωπο του Μεταξά), που είχε υπογράψει «δήλωση μετανοίας». Αυτή η «ρετσινιά» τον στοίχειωνε. Τον Μάιο του 1942, βγαίνει στο βουνό με μια χούφτα ανθρώπους. Διαλέγει το «Άρης» (ο θεός του πολέμου) και το «Βελουχιώτης» (από το βουνό της Ευρυτανίας). Έβγαζε λόγους που μιλούσαν για την πατρίδα, τη θρησκεία (την οποία το ΚΚΕ επίσημα απέρριπτε) και το δίκιο του αγρότη. 

​«Αδέλφια, Έλληνες και Ελληνίδες της Λαμίας και της περιοχής!

​[...] Ποιοι είναι αυτοί που μας κατηγορούν ότι θέλουμε να καταργήσουμε τα σύνορα και να διαλύσουμε την οικογένεια;

​Για την Πατρίδα:

Εμείς, που λέτε, είμαστε οι πιο γνήσιοι πατριώτες. Γιατί; Γιατί εμείς αγαπάμε την πατρίδα μας όχι με τα λόγια, αλλά με το αίμα μας. Την πατρίδα μας την αγαπάμε εμείς, γιατί την ποτίσαμε με τον ιδρώτα μας και τη δουλειά μας.

​Ποιοι την προδώσανε; Αυτοί που τώρα μας κατηγορούν! Αυτοί που όταν ήρθαν οι Γερμανοί, έφυγαν με τις λίρες στο εξωτερικό ή κλείστηκαν στα σπίτια τους και έγιναν φίλοι με τον κατακτητή. Εμείς μείναμε εδώ! Εμείς πεινάσαμε, εμείς κυνηγηθήκαμε, εμείς φτιάξαμε το στρατό που έδιωξε τον ξένο!

​Για τη Θρησκεία:

Μας λένε άθεους. Αλλά ποιος σεβάστηκε τη θρησκεία; Εμείς που προστατέψαμε τον παπά του χωριού και την εκκλησιά από τους φασίστες, ή αυτοί που χρησιμοποιούσαν το Σταυρό για να ευλογούν τα όπλα των κατακτητών; Ο Χριστός ήταν ο πρώτος επαναστάτης, ο πρώτος που μίλησε για την ισότητα και την αγάπη. Εμείς αυτόν τον Χριστό ακολουθούμε, τον Χριστό των φτωχών.

​Για το μέλλον:

Δεν βγήκαμε στο κλαρί για να αλλάξουμε απλώς έναν αφέντη με έναν άλλον. Βγήκαμε για να γίνει ο λαός νοικοκύρης στον τόπο του. Να μην αποφασίζουν για μας στο Λονδίνο ή στο Κάιρο, αλλά να αποφασίζουμε εμείς εδώ, στις πλατείες και στα χωριά μας.

​[...] Αν χρειαστεί, θα ξαναρχίσουμε. Γιατί εμείς δεν φοβόμαστε το θάνατο. Τον νικήσαμε τον θάνατο εκεί ψηλά στα βουνά, όταν παλεύαμε με το κρύο και την πείνα. Η Ελλάδα θα γίνει λεύτερη, πραγματικά λεύτερη, ή εμείς δεν θα υπάρχουμε!»

Ήταν αμείλικτος. Αν ένας αντάρτης έκλεβε μια κότα από χωρικό, ο Άρης τον εκτελούσε μπροστά σε όλους. Έτσι κέρδισε την εμπιστοσύνη του «βουβού πλήθους» της επαρχίας 

Τον Νοέμβριο του 1942, ο Άρης (ΕΛΑΣ) συνεργάζεται με τον Ζέρβα (ΕΔΕΣ) και τους Άγγλους σαμποτέρ. Ανατινάζουν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου.​ Είναι η μοναδική στιγμή που η Αντίσταση είναι ενωμένη.​ Ο Άρης αποδεικνύεται στρατιωτική ιδιοφυΐα. Οι Άγγλοι εντυπωσιάζονται, αλλά ταυτόχρονα αρχίζουν να τον φοβούνται. Καταλαβαίνουν ότι αυτός ο άνθρωπος δεν ελέγχεται από κανέναν.

Μαρτυρία αντάρτη (Ρούμελη, 1943):

«Όταν ο Άρης έμπαινε στο χωριό πάνω στο άλογο, οι γέροι σταύρωναν τα χέρια τους. Τον έβλεπαν σαν τον Άγιο Γεώργιο. Μας έλεγε: "Είμαστε οι σφαγμένοι που σηκώθηκαν". Μετά τον λόγο, έστηνε χορό. Αλλά αν μάθαινε ότι κάποιος είχε δώσει πληροφορίες στους Γερμανούς, το μάτι του γινόταν γυάλινο. Η απόφαση ήταν μία: "Στη φούρκα". Ο Άρης ήταν ο Θεός και ο Χάρος μαζί.»

Μαρτυρία Άγγλου συνδέσμου:

«Ήταν ένας φανατικός. Έπινε πολύ, κοιμόταν ελάχιστα και μισούσε τους Βρετανούς όσο και τους Γερμανούς. Ήξερε ότι τον χρησιμοποιούσαμε, και τον χρησιμοποιούσαμε γιατί ήταν ο μόνος που μπορούσε να κάνει τον ΕΛΑΣ πραγματικό στρατό. Αλλά ξέραμε ότι αν αυτός ο άνθρωπος έμπαινε στην Αθήνα, δεν θα έφευγε ποτέ.»

​Ο Άρης ήταν «πολύ» για όλους.

​Το ΚΚΕ τον υποψιαζόταν επειδή ήταν υπερβολικά δημοφιλής και «εθνικιστής» για τα δικά τους πρότυπα.​ Οι Άγγλοι τον ήθελαν νεκρό. Ο Βασιλιάς τον έβλεπε ως τον διάβολο.

Όταν ήρθε η ώρα των συμφωνιών και του συμβιβασμού (Λίβανος, Καζέρτα), ο Άρης ένιωσε προδομένος.

​Η φράση του που έμεινε στην ιστορία:

«Αν η Ελλάδα δεν γίνει λεύτερη από ξένους και ντόπιους αφέντες, εγώ θα ξαναβγώ στο κλαρί. Το κεφάλι μου θα το φάω εγώ, όχι οι Εγγλέζοι.»

Ο Άρης δεν έπαιρνε οποιονδήποτε. Για να γίνεις Μαυροσκούφης, έπρεπε να περάσεις από σκληρές δοκιμασίες. Νέοι, κυρίως από τη Ρούμελη, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Πολλοί ήταν αγρότες, αλλά υπήρχαν και φοιτητές. Ορκίζονταν πίστη στον Άρη προσωπικά. Ήταν η σκιά του. Όπου πήγαινε το άλογο του Άρη, οι Μαυροσκούφηδες ήταν γύρω του, πεζοί ή έφιπποι. ​Η ζωή τους ήταν σκληρή. Ο Άρης απαιτούσε από αυτούς απόλυτη πειθαρχία και ηθική. Στο πεδίο της μάχης ήταν οι πρώτοι που έπεφταν στη φωτιά. Λειτουργούσαν ως «μονάδα κρούσης». Όταν η κατάσταση ζόριζε, ο Άρης έριχνε τους Μαυροσκούφηδες και η μάχη κρινόταν.

Μαρτυρία χωρικού από το Γαρδίκι (1943):

«Μπήκαν στο χωριό πριν από τον Άρη για να ελέγξουν. Ήταν τριάντα άντρες, όλοι με μαύρα γένια, σιωπηλοί. Δεν μίλαγαν σε κανέναν. Στάθηκαν γύρω από την πλατεία σαν αγάλματα. Μόνο όταν φάνηκε ο Άρης, χαιρέτησαν. Τους φοβόμασταν πιο πολύ κι από τους Γερμανούς, γιατί αυτοί σε κοίταζαν στα μάτια και ένιωθες ότι διάβαζαν τη σκέψη σου. Ήταν οι "άγγελοι" του Άρη.»

Μαρτυρία του «Τζαβέλα» (ενός από τους πιο πιστούς Μαυροσκούφηδες):

«Για εμάς ο Άρης ήταν ο πατέρας, ο αδερφός και ο Θεός μας. Δεν μας ένοιαζε το Κόμμα, δεν μας ένοιαζε η πολιτική. Μας ένοιαζε να καθαρίσει ο τόπος από τους προδότες. Όταν μας έλεγε "παιδιά, πάμε", ξέραμε ότι μπορεί να μην γυρίσουμε. Αλλά ποιος ήθελε να ζήσει αν ο Άρης έπεφτε;»

Ο Άρης ήθελε να δείξει ότι ο ΕΛΑΣ είναι η συνέχεια των κλεφτών και των αρματολών. Ότι η ιστορία δεν σταμάτησε, αλλά συνεχίζεται στα ίδια βουνά.

​«Αδέλφια!

​Μας κατηγορούν ότι είμαστε "κλαρίτες" και "ληστές". Μας είπαν έτσι, γιατί βγήκαμε στα ίδια βουνά που βγήκαν οι πατεράδες μας το 1821 για να λευτερώσουν αυτόν τον τόπο.

​Όμως, ακούστε το καλά:

Όπως τότε ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης και ο Ανδρούτσος δεν καρτέραγαν τις διαταγές από τα σαλόνια των ξένων και των κοτζαμπάσηδων, έτσι κι εμείς! Δεν περιμέναμε να μας δώσουν την άδεια για να αγαπήσουμε την Ελλάδα. Την άδεια την πήραμε από την ιστορία μας, από το αίμα που χύθηκε σε αυτά εδώ τα χώματα.

​Εμείς είμαστε οι συνεχιστές των Κλεφτών και των Αρματολών! Αυτοί οι βράχοι, τα έλατα της Ρούμελης και τα λαγκάδια της Ηπείρου, ξέρουν τη λαλιά μας. Είναι η ίδια λαλιά που μίλαγαν οι πρόγονοί μας όταν ούρλιαζαν "Ελευθερία ή Θάνατος".

​Γιατί βγήκαμε στο κλαρί;

Βγήκαμε γιατί το 1821 δεν τελείωσε ποτέ! Τότε, ο λαός έδιωξε τον Τούρκο, αλλά οι "κοτζαμπάσηδες" και οι ξένοι του φόρεσαν καινούργια χαλκά. Εμείς σήμερα ερχόμαστε να ολοκληρώσουμε εκείνο το έργο.

​Δεν πολεμάμε μόνο για να φύγει ο Γερμανός. Πολεμάμε για να μην ξαναέρθει κανένας αφέντης πάνω από το κεφάλι του Έλληνα αγρότη και του εργάτη. Πολεμάμε για να είναι ο λαός ο μοναδικός κυρίαρχος, όπως το ονειρεύτηκαν εκείνοι που πρωτοσήκωσαν το μπαϊράκι στην Αγία Λαύρα.

​Η ιστορία μας δεν σταμάτησε στα βιβλία. Η ιστορία μας γράφεται τώρα, με το δικό μας ντουφέκι, στα ίδια μονοπάτια που πάτησαν οι Σουλιώτες. Και να το ξέρετε: Όσο υπάρχει σε αυτόν τον τόπο αδικία, ο ΕΛΑΣ θα είναι το φάντασμα των Κλεφτών που θα επιστρέφει για να τους χαλάει τα σχέδια!»

Ναπολέων Ζέρβας

Ο ιδρυτής του ΕΔΕΣ (Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος) είναι η φιγούρα που ισορρόπησε ανάμεσα στην Αντίσταση, την αγγλική πολιτική και τον φόβο για την κομμουνιστική κυριαρχία. Ήταν ένας έμπειρος στρατιωτικός, λάτρης της καλής ζωής, με έντονη προσωπικότητα και μεγάλη ικανότητα στις δημόσιες σχέσεις. Ξεκίνησε ως φανατικός Βενιζελικός και δημοκρατικός (γι' αυτό και το όνομα της οργάνωσης). Όμως, η πορεία του πολέμου τον έσπρωξε προς τα δεξιά και τη συμμαχία με τον Βασιλιά, υπό την καθοδήγηση των Άγγλων.

Ο ΕΔΕΣ είχε τη βάση του κυρίως στην Ήπειρο. Δεν είχε τη μαζικότητα του ΕΑΜ σε όλη την Ελλάδα, αλλά είχε πολύ καλή στρατιωτική οργάνωση και την απόλυτη στήριξη των Βρετανών. Για τον Ζέρβα, ο εχθρός ήταν διπλός: οι Γερμανοί κατακτητές και η «κόκκινη απειλή» του ΕΛΑΣ. Ήξερε ότι μετά τον πόλεμο, όποιος είχε τα όπλα θα έπαιρνε την εξουσία.

​Ο Ζέρβας κατάλαβε νωρίς ότι το μέλλον της Ελλάδας θα κρινόταν από τους Συμμάχους.​ Έγινε ο αγαπημένος των Άγγλων συνδέσμων (όπως ο Woodhouse). Οι Άγγλοι τον τροφοδοτούσαν με χρυσές λίρες και οπλισμό, όχι μόνο για να χτυπάει τους Γερμανούς, αλλά για να αποτελεί το αντίβαρο στον Άρη.

Η ιστορική στιγμή που οι δύο αρχηγοί αγκαλιάστηκαν στην ανατίναξη της γέφυρας 

«Ήταν παράξενο να τους βλέπεις μαζί. Ο Ζέρβας γελαστός, με την πίπα του, ο Άρης σκοτεινός και βουβός. Ο Ζέρβας έλεγε αστεία στους Άγγλους, ο Άρης τους κοίταζε σαν εχθρούς. Εκείνη τη νύχτα η Ελλάδα ήταν μία. Την επόμενη μέρα, άρχισαν πάλι να υπολογίζουν πόσες σφαίρες θα κρατήσουν ο ένας για τον άλλον.»

Μαρτυρία αντάρτη του ΕΔΕΣ (Ήπειρος, 1943):

«Ο "Αρχηγός" (έτσι τον λέγαμε τον Ζέρβα) ήταν ανοιχτή καρδιά. Ερχόταν κοντά μας, μας χτυπούσε την πλάτη, μας έδινε τσιγάρα. Μας έλεγε: "Παιδιά, πολεμάμε για τη δημοκρατία, αλλά προσέξτε, μην μας φάνε οι κομμουνιστές". Στα χωριά της Ηπείρου τον λάτρευαν γιατί τους προστάτευε και από τους Γερμανούς αλλά και από τις επιτάξεις του ΕΛΑΣ. Ο Ζέρβας μας έκανε να νιώθουμε ότι είμαστε ο "τακτικός" στρατός, όχι οι επαναστάτες των σπηλαίων.»

​Μαρτυρία Άγγλου Πράκτορα:

«Ο Ναπολέων ήταν ο πιο εύκολος άνθρωπος να δουλέψεις μαζί του. Καταλάβαινε τη σημασία της βρετανικής αυτοκρατορίας. Βέβαια, ήξερε να ζητάει λίρες με την ίδια ευκολία που σχεδίαζε μια ενέδρα. Χωρίς τον Ζέρβα, οι Άγγλοι θα είχαν χάσει το παιχνίδι στην Ελλάδα από το 1943.»

​Η ιστορική έρευνα (με πρωταγωνιστή τον ιστορικό Χάγκεν Φλάισερ) έφερε στο φως γερμανικά αρχεία που δείχνουν ότι υπήρξε μια περίοδος «περίεργης» ηρεμίας. οι Γερμανοί θα άφηναν ήσυχο τον Ζέρβα στην περιοχή του και ο Ζέρβας δεν θα χτυπούσε τις γερμανικές φάλαγγες που αποχωρούσαν ή μετακινούνταν. Ό κίνδυνος του ΕΛΑΣ ήταν πλέον μεγαλύτερος. Πίστευε ότι αν φθαρεί σε μάχες με τους Γερμανούς, ο Άρης θα τον εξόντωνε και θα κυριαρχούσε σε όλη την Ελλάδα. Ήθελε να κρατήσει τον στρατό του ανέπαφο για την «επόμενη μέρα».

Η Μαρτυρία των Αρχείων της Βέρμαχτ

«Ο Ζέρβας μάς διεμήνυσε ότι δεν προτίθεται να επιτεθεί σε γερμανικές μονάδες, υπό τον όρο να μην υποστεί επίθεση ο ίδιος. Η κύρια προσοχή του είναι στραμμένη στον κομμουνιστικό κίνδυνο.»

Οι υποστηρικτές του Ζέρβα και ο ίδιος αργότερα αρνήθηκαν ότι υπήρξε «προδοσία». Υποστήριξαν ότι ήταν  τακτικοί ελιγμοί για να σωθούν τα χωριά της Ηπείρου από το κάψιμο.​ Οι Άγγλοι σύνδεσμοι γνώριζαν (ή και ενθάρρυναν) αυτές τις επαφές για να μην διαλυθεί ο ΕΔΕΣ, που ήταν το μοναδικό τους στήριγμα απέναντι στο ΕΑΜ.

Μαρτυρία κατοίκου της Άρτας (1944):

«Ήταν το πιο παράξενο πράγμα που είδα ποτέ. Από τη μια μεριά του δρόμου ήταν οι Γερμανοί που φόρτωναν τα πράγματά τους για να φύγουν. Από την άλλη ήταν οι Ζερβικοί, οπλισμένοι, και δεν έριχναν ούτε σφαίρα. Και λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω, στο δάσος, γινόταν χαλασμός Κυρίου: οι Ζερβικοί με τους Ελασίτες σκοτώνονταν για το ποιος θα μπει πρώτος στην πόλη. Οι Γερμανοί έφευγαν γελώντας.»

Ο «Διαιτητής» της Απελευθέρωσης Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός 

Λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί, οι Άγγλοι και οι Έλληνες πολιτικοί κατάλαβαν ότι αν επέστρεφε ο Βασιλιάς αμέσως, θα γινόταν σφαγή. Ο Δαμασκηνός επιλέχθηκε ως Αντιβασιλέας. Ήταν η «μέση λύση» για να μην πάρει την εξουσία ούτε το ΕΑΜ ούτε ο Βασιλιάς χωρίς εκλογές.

Όταν το επίσημο κράτος εξαφανίστηκε βγήκε μπροστά—όχι μόνο πνευματικά, αλλά βιολογικά. Ήταν ο εμπνευστής του ΕΟΧΑ (Εθνικός Οργανισμός Χριστιανικής Αλληλεγγύης). Ενώ το ΕΑΜ οργάνωνε τη δική του αλληλεγγύη, ο Δαμασκηνός έστησε ένα δίκτυο που τάιζε χιλιάδες ανθρώπους στην Αθήνα, κρατώντας τους μακριά από τον απόλυτο έλεγχο των πολιτικών οργανώσεων.

Είναι ο μόνος ιεράρχης στην κατεχόμενη Ευρώπη που υπέγραψε επίσημο έγγραφο διαμαρτυρίας προς τους Γερμανούς για τον εκτοπισμό των Εβραίων. 

«Αυτοί οι άνθρωποι είναι Έλληνες και δεν θα τους δώσουμε».

Όταν ο Στρατηγός των SS τον απείλησε με εκτέλεση, ο Δαμασκηνός απάντησε με την ιστορική φράση:

​«Οι ιεράρχες της Ελλάδος δεν εκτελούνται, στρατηγέ. Τουφεκίζονται. Παρακαλώ να σεβαστείτε την παράδοσή μας».

Έδωσε εντολή στους παπάδες να εκδίδουν ψεύτικα πιστοποιητικά βάπτισης σε κυνηγημενους και σε Εβραίους για να τους σώσουν από το τρένο προς το Άουσβιτς. Έτσι σώθηκαν χιλιάδες ζωές.

Για τον Άρη και το ΕΑΜ, ο Δαμασκηνός ήταν ένας επικίνδυνος αντίπαλος, γιατί «έκλεβε» την επιρροή τους από τον απλό λαό που δεν ήθελε να γίνει κομμουνιστής.

Μαρτυρία Αθηναίου (1943):

«Όταν όλα είχαν καταρρεύσει, η φιγούρα του Δαμασκηνού στην αρχιεπισκοπή ήταν το μόνο σημείο αναφοράς. Ξέραμε ότι αν κάποιος μπορούσε να σταματήσει μια εκτέλεση ή να βρει ένα φορτηγό σιτάρι, αυτός ήταν ο Δεσπότης. Ήταν η Ελλάδα που αρνιόταν να πεθάνει, χωρίς να κρατάει τουφέκι».

Η αποχώρηση 

​Οι Γερμανοί στρατιώτες στην Αθήνα το φθινόπωρο του '44 ήξεραν ότι ο πόλεμος είχε χαθεί. Δεν πολεμούσαν πια για τη νίκη, αλλά για την επιβίωση.

Μαρτυρία Γερμανού στρατιώτη (Αθήνα, Σεπτέμβριος 1944):

«Κοιτάζαμε τους χάρτες και βλέπαμε τις κόκκινες γραμμές των Ρώσων να πλησιάζουν το Βερολίνο. Εμείς τι κάναμε εδώ; Φυλάγαμε μια Ακρόπολη ενώ τα σπίτια μας στη Γερμανία βομβαρδίζονταν; Η εντολή για υποχώρηση ήταν ανακούφιση. Θέλαμε να φύγουμε πριν κλείσει η "πόρτα" στη Γιουγκοσλαβία. Φεύγαμε βιαστικά, καίγοντας αρχεία και ανατινάζοντας λιμάνια, για να μην αφήσουμε τίποτα στους επόμενους.»

Ο στρατηγικός κλοιός γύρω από τις γερμανικές δυνάμεις στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 1944 θύμιζε μια γιγάντια μέγγενη που έκλεινε από τον Βορρά: η ταχεία προέλαση του Κόκκινου Στρατού προς τη Γιουγκοσλαβία και η ξαφνική προσχώρηση της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στους Συμμάχους απείλησαν να αποκόψουν τη μοναδική δίοδο διαφυγής μέσω των Βαλκανίων, μετατρέποντας την ελληνική χερσόνησο σε μια θανάσιμη παγίδα. Με τους Συμμάχους να ελέγχουν πλέον απόλυτα τη Μεσόγειο και τον αέρα, ο Χίτλερ ένιωθε την ανάσα των Ρώσων να πλησιάζει τις ζωτικές αρτηρίες εφοδιασμού του, αναγκάζοντας τη Βέρμαχτ σε μια απεγνωσμένη «κούρσα προς τον Βορρά» για να προλάβει να βγει από την πόρτα των Βαλκανίων πριν αυτή σφραγιστεί οριστικά, αφήνοντας πίσω της μια χώρα ερείπιο και έναν λαό στα πρόθυρα του εμφυλίου.

​Οι Γερμανοί έφευγαν με μια στρατηγική: «Καμένη γη».

​Ανατίναξαν τη διώρυγα της Κορίνθου.​Κατέστρεψαν το σιδηροδρομικό δίκτυο. Άφησαν πίσω τους τα όπλα τους (συχνά επίτηδες) στα Τάγματα Ασφαλείας, ξέροντας ότι αυτό θα προκαλούσε σύγκρουση ανάμεσα στους Έλληνες.

Έτσι, η ήττα των Γερμανών στην Ευρώπη έγινε η δική μας αφετηρία για το χάος. Οι Γερμανοί έχασαν τον πόλεμο παγκοσμίως, αλλά φεύγοντας από την Ελλάδα, άφησαν το φυτίλι αναμμένο.

Όταν ο τελευταίος Γερμανός στρατιώτης κατέβασε τη σβάστικα από την Ακρόπολη στις 9:45 το πρωί, η Αθήνα «εξερράγη» από χαρά. 

12 Οκτωβρίου 1944

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου