Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Υπόθεση Μπελογιάννη

Ποιος ήταν ο Μπελογιάννης

​Γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1915. Ήταν ένας άνθρωπος με βαθιά μόρφωση (είχε σπουδάσει Νομική, αν και δεν τέλειωσε λόγω διώξεων), που εντάχθηκε νωρίς στο ΚΚΕ.
​Η δράση του: Πολέμησε στην Αλβανία, πήρε μέρος στην Αντίσταση με τον ΕΛΑΣ και αργότερα στον Εμφύλιο ως πολιτικός επίτροπος του Δημοκρατικού Στρατού.

Ο Πολιτικός Επίτροπος (ή κομισάριος) ήταν ένας θεσμός που το ΚΚΕ αντέγραψε από τον Κόκκινο Στρατό της Σοβιετικής Ένωσης. Στην ουσία, ήταν τα «μάτια και τα αυτιά» του Κόμματος μέσα στις στρατιωτικές μονάδες.
​Στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ), κάθε μονάδα δεν είχε μόνο έναν στρατιωτικό διοικητή (που αποφάσιζε για τις μάχες), αλλά και έναν Πολιτικό Επίτροπο.

​Οι αρμοδιότητές του:
​Ηθικό και Ιδεολογία: Ήταν υπεύθυνος για το «φρόνημα» των μαχητών. Έκανε μαθήματα πολιτικής κατήχησης, εξηγούσε τους σκοπούς του αγώνα και προσπαθούσε να κρατήσει την πειθαρχία όχι με τον φόβο, αλλά με την ιδεολογική πειστή.
​Έλεγχος του Στρατιωτικού: Ο Επίτροπος έπρεπε να συνυπογράφει τις διαταγές του στρατιωτικού διοικητή. Αυτό γινόταν για να διασφαλιστεί ότι ο στρατός δεν θα αυτονομηθεί από την πολιτική γραμμή του ΚΚΕ.
​Σύνδεσμος με τον Λαό: Φρόντιζε για τις σχέσεις των ανταρτών με τους κατοίκους των χωριών (εφοδιασμός, προπαγάνδα, στρατολογία).

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, ήταν Πολιτικός Επίτροπος της 10ης Μεραρχίας του ΔΣΕ.

​Η «Κατασκοπεία» και οι Ασύρματοι

​Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, ο Μπελογιάννης επέστρεψε κρυφά στην Αθήνα (Ιούνιος 1950) για να αναδιοργανώσει τις παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ. Η σύλληψή του τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους θα οδηγούσε σε μια τυπική πολιτική δίκη, αν η Ασφάλεια δεν ανακάλυπτε δύο κρυμμένους ασυρμάτους στην Καλλιθέα και τη Γλυφάδα.

Οι ασύρματοι εκείνη την εποχή δεν ήταν απλώς τεχνικά εργαλεία· ήταν ο «ομφάλιος λώρος» που κρατούσε το παράνομο ΚΚΕ συνδεδεμένο με την ηγεσία του. Χωρίς αυτούς, η καθοδήγηση από το εξωτερικό θα χρειαζόταν εβδομάδες για να φτάσει στην Αθήνα μέσω συνδέσμων.

Χρησιμοποιούσαν ασυρμάτους βραχέων κυμάτων (Shortwave). Ήταν συσκευές σχετικά μικρές για την εποχή, που μπορούσαν να κρυφτούν σε διπλούς τοίχους ή κάτω από πατώματα.
​Η εκπομπή: Το σήμα έφευγε από την Αθήνα (π.χ. από την κρύπτη της Καλλιθέας) και έφτανε στο Βουκουρέστι, όπου βρισκόταν ο ραδιοφωνικός σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα» και η ηγεσία του κόμματος.
​Ο Κώδικας: Τα μηνύματα δεν στέλνονταν ποτέ σε απλά ελληνικά. Χρησιμοποιούσαν κρυπτογραφημένους κώδικες (αριθμούς ή συνδυασμούς γραμμάτων) που αντιστοιχούσαν σε προκαθορισμένες φράσεις.

​Η χρήση τους γινόταν με άκρα μυστικότητα και σε πολύ συγκεκριμένες ώρες για να αποφύγουν τα «ραδιογωνιόμετρα» της Ασφάλειας (ειδικά αυτοκίνητα που εντόπιζαν την πηγή του σήματος).
​Πολιτικές οδηγίες: Η ηγεσία έστελνε τη «γραμμή» για το πώς πρέπει να κινηθούν τα στελέχη στην Ελλάδα, τι συνθήματα να ρίξουν και πώς να οργανώσουν τις απεργίες.
​Αναφορές: Οι «παράνομοι» έστελναν ενημέρωση για το ηθικό του κόσμου, τις συλλήψεις και την πολιτική κατάσταση.
​Οικονομικά: Μέσω των ασυρμάτων κανονίζονταν οι λεπτομέρειες για τη μεταφορά χρημάτων ή πλαστών εγγράφων για τα στελέχη.

​Η Ασφάλεια, με τη βοήθεια Αμερικανών τεχνικών, είχε καταφέρει να «ακούει» τις συχνότητες. Παρόλο που δεν μπορούσαν πάντα να σπάσουν τον κώδικα, μπορούσαν να τριγωνοποιήσουν το σήμα και να βρουν από ποιο τετράγωνο εξέπεμπαν.

​Η Ασφάλεια χρησιμοποιούσε ραδιογωνιόμετρα (ειδικά εξοπλισμένα αυτοκίνητα) που σάρωναν την Αθήνα. Όταν ένας ασύρματος εξέπεμπε, τα οχήματα αυτά μπορούσαν να «κλειδώσουν» τη γειτονιά από την οποία έβγαινε το σήμα.

​14 Νοεμβρίου 1951: Η Ασφάλεια εισβάλλει σε ένα σπίτι στη Γλυφάδα (του Λαζάρου) και σε ένα στην Καλλιθέα (του Καλούμενου).
​Οι Κρύπτες: Οι ασύρματοι ήταν κρυμμένοι με απίστευτη προσοχή. Στην Καλλιθέα, η κρύπτη βρισκόταν κάτω από το πάτωμα της κουζίνας, καλυμμένη με τσιμέντο και πλακάκια.

​Η «Προδοσία»: Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι η Ασφάλεια είχε ήδη πληροφορίες από "διεισδύσεις" στον παράνομο μηχανισμό.

Παρόλο που ήταν γνωστό ότι η Ασφάλεια παρακολουθούσε τις συχνότητες, η ηγεσία, υπό τον Ζαχαριάδη, συνέχιζε να στέλνει σήματα, «καίγοντας» τους ανθρώπους που τους χειρίζονταν στην Αθήνα.

Η σύλληψη του Μπελογιάννη

Δεν ήταν μια τυχαία επιχείρηση της Αστυνομίας, αλλά το αποτέλεσμα ενός «ανθρωποκυνηγητού» που κράτησε μήνες. Ο λόγος της σύλληψης ήταν διπλός: νομικός και στρατηγικός.

​Ο Νομικός λόγος: Η «Παράνομη Είσοδος»
​Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού το 1949, ο Μπελογιάννης είχε διαφύγει στις σοσιαλιστικές χώρες. Το ΚΚΕ όμως ήταν παράνομο στην Ελλάδα (με τον νόμο 509 του 1947).
​Τον Ιούνιο του 1950, ο Μπελογιάννης επιστρέφει κρυφά στην Αθήνα με πλαστό διαβατήριο (ως Ελληνοαμερικανός με το όνομα «Ερρίκος Πανόζ»).
​Ο σκοπός του ήταν να αναδιοργανώσει το παράνομο δίκτυο του ΚΚΕ που είχε διαλυθεί μετά τον Εμφύλιο.
​Για το κράτος, αυτό σήμαινε «συνωμοσία κατά του πολιτεύματος».

Ο Στρατηγικός λόγος: Το «Χτύπημα στο Κέντρο»

​Η Ασφάλεια γνώριζε ότι το ΚΚΕ προσπαθούσε να ξαναστήσει μηχανισμό στην Αθήνα.
​Ο Μπελογιάννης ήταν «μεγάλο ψάρι». Ήταν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και ένας από τους πιο ικανούς καθοδηγητές.
​Συλλαμβάνοντας τον Μπελογιάννη, το κράτος πίστευε ότι θα «έκοβε το κεφάλι» της κομμουνιστικής αναδιοργάνωσης πριν αυτή προλάβει να ριζώσει πάλι στις πόλεις.

Η σύλληψη έγινε στις 20 Δεκεμβρίου 1950, στο σπίτι ενός στελέχους του κόμματος (του Λιακόπουλου) στην Αθήνα.
​Η Ασφάλεια είχε καταφέρει να διεισδύσει στο δίκτυο των συνδέσμων.
​Ο Μπελογιάννης δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Στην αρχή αρνήθηκε την ταυτότητά του, αλλά γρήγορα αποκαλύφθηκε ποιος ήταν.

Αν τον είχαν δικάσει μόνο για την παράνομη είσοδο και τη συμμετοχή στο ΚΚΕ (Νόμος 509), πιθανότατα θα γλίτωνε με φυλάκιση ή εξορία, όπως πολλοί άλλοι.
​Όμως, η ανακάλυψη των ασυρμάτων μετά τη σύλληψή του (ενώ ήταν ήδη φυλακισμένος) επέτρεψε στην Ασφάλεια να «φορτώσει» το κατηγορητήριο με τον νόμο περί κατασκοπείας. Έτσι, η σύλληψη για «πολιτική δράση» μετατράπηκε σε δίκη για «προδοσία της πατρίδας», που επέσυρε την ποινή του θανάτου.

​Ο Μπελογιάννης, παρά την εμπειρία του, είχε μείνει στο ίδιο σπίτι για περισσότερο καιρό από όσο επέτρεπαν οι κανόνες της συνωμοτικότητας. Η ηγεσία του κόμματος είχε καθυστερήσει να του βρει νέο καταφύγιο, με αποτέλεσμα οι διωκτικές αρχές να προλάβουν να εντοπίσουν τα ίχνη του.

​Η Έφοδος: Οι άνδρες της Ασφάλειας δεν έσπασαν την πόρτα. Χτύπησαν κανονικά. Μόλις άνοιξε, εισέβαλαν δεκάδες αστυνομικοί που είχαν περικυκλώσει το τετράγωνο.
​Η Ψυχραιμία: Ο Μπελογιάννης δεν επιχείρησε να χρησιμοποιήσει το όπλο του. Καθόταν σε ένα τραπέζι. Όταν τον ρώτησαν ποιος είναι, επέδειξε την πλαστή ταυτότητα του «Ελληνοαμερικανού Ερρίκου Πανόζ».
​Η Αποκάλυψη: Οι αστυνομικοί ήξεραν ακριβώς ποιον έψαχναν. Ένας από τους αξιωματικούς τον κοίταξε στα μάτια και του είπε: «Ξέρουμε ότι είσαι ο Μπελογιάννης». Εκείνος, με την παροιμιώδη ψυχραιμία του, δεν έχασε το χαμόγελό του, ακόμα και τη στιγμή που του περνούσαν τις χειροπέδες. Η Ασφάλεια είχε καταφέρει να «πιάσει» έναν σύνδεσμο που γνώριζε το κρησφύγετο και, υπό πίεση, το αποκάλυψε.

Τον οδήγησαν αμέσως στα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας. Εκεί, η στάση του εξέπληξε τους ανακριτές. Δεν ήταν ο «άγριος κομμουνιστής» που περίμεναν, αλλά ένας διανοούμενος που συζητούσε για ώρες, αρνούμενος όμως να δώσει έστω και ένα όνομα συντρόφου του.

 Η Πρώτη Δίκη (Οκτώβριος 1951)

​Διεξήχθη στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών.
​Η Κατηγορία: Παράβαση του Α.Ν. 509/1947. Ο νόμος αυτός τιμωρούσε τη συμμετοχή στο ΚΚΕ και την προσπάθεια βίαιης ανατροπής του πολιτεύματος.
​Το Κλίμα: Ήταν μια καθαρά πολιτική δίκη. Ο Μπελογιάννης απολογήθηκε με θάρρος, υπερασπιζόμενος τη δράση του ΚΚΕ στην Κατοχή.
​Η Απόφαση: Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο (μαζί με άλλους 11).
​Η Ανατροπή: Η κυβέρνηση Πλαστήρα, που είχε μόλις εκλεγεί με σύνθημα τη συμφιλίωση, δήλωσε ότι οι θανατικές ποινές δεν θα εκτελούνταν. Ο Μπελογιάννης έμοιαζε να γλιτώνει.

Η Δεύτερη Δίκη (Φεβρουάριος 1952)

​Αυτή είναι η δίκη που έμεινε στην ιστορία ως «Η Δίκη των Ασυρμάτων». Εδώ το σκηνικό αλλάζει δραματικά.
​Η Κατηγορία: Μετά την ανακάλυψη των ασυρμάτων, η κατηγορία άλλαξε σε παράβαση του Α.Ν. 375/1936 περί Κατασκοπείας.
​Η Σκοπιμότητα: Ο νόμος περί κατασκοπείας ήταν ποινικός, όχι πολιτικός. Αυτό σήμαινε ότι ο Πλαστήρας δεν μπορούσε εύκολα να δώσει χάρη, καθώς ο Μπελογιάννης παρουσιαζόταν πλέον όχι ως πολιτικός αντίπαλος, αλλά ως «προδότης» που έδινε μυστικά στους εχθρούς της χώρας.
​Το Κόκκινο Γαρύφαλλο: Σε αυτή τη δίκη ο Μπελογιάννης κρατούσε καθημερινά ένα γαρύφαλλο. Η εικόνα του χαμογελαστού ηγέτη μπροστά στους στρατοδίκες έκανε τον γύρο του κόσμου.

Στη δεύτερη δίκη, ο Μπελογιάννης εκφώνησε μια απολογία-μανιφέστο. Είπε τη φράση που έμεινε στην ιστορία:
​«Αν έκανα κατασκοπεία, θα την έκανα για τη χώρα μου και όχι για ξένους. Εμείς αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατηγόρους μας. Το δείξαμε όταν κινδύνευε η ελευθερία της».

Παρά τη διεθνή κινητοποίηση (ο Πικάσο τον ζωγραφίζει, ο Αϊνστάιν και ο Σαρτρ στέλνουν τηλεγραφήματα), το δικαστήριο τον καταδικάζει ομόφωνα σε θάνατο την 1η Μαρτίου 1952.
​Το Συμβούλιο Χαρίτων, υπό την ασφυκτική πίεση του Παλατιού, των Αμερικανών και του «βαθέος κράτους», απέρριψε την αίτηση χάριτος. Η απόφαση εκτελέστηκε με μια πρωτοφανή βιασύνη:
​Ημέρα: Κυριακή (παγκόσμια πρωτοτυπία, καθώς οι Κυριακές ήταν ημέρες αργίας για τις εκτελέσεις).
​Ώρα: 04:10 τα ξημερώματα.
​Τόπος: Γουδή, υπό το φως των προβολέων των στρατιωτικών φορτηγών.

Ο ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών) ήταν η πιο ισχυρή, μυστική και «σκοτεινή» οργάνωση μέσα στον Ελληνικό Στρατό, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο παρασκήνιο της δίκης Μπελογιάννη και της πτώσης του Πλαστήρα.
​Αν το Σχέδιο Μάρσαλ ήταν η οικονομική βιτρίνα της Ελλάδας, ο ΙΔΕΑ ήταν το «βαθύ κράτος» που κινούσε τα νήματα στις σκιές. Ιδρύθηκε το 1944 στη Μέση Ανατολή από δεξιούς αξιωματικούς. Ο στόχος τους ήταν απλός αλλά απόλυτος:
​Να αποτρέψουν με κάθε κόστος την άνοδο της Αριστεράς στην εξουσία.
​Να ελέγχουν τον στρατό και την πολιτική ζωή, ακόμα και εις βάρος της δημοκρατίας.
​Να διασφαλίσουν ότι η Ελλάδα θα παραμείνει στο δυτικό στρατόπεδο, λειτουργώντας ως θεματοφύλακες της «εθνικοφροσύνης».

​Ο ΙΔΕΑ μισούσε τον Πλαστήρα. Τον θεωρούσε «μαλακό» και επικίνδυνο επειδή ήθελε να δώσει αμνηστία στους κομμουνιστές.
​Η Πίεση: Μέσα από το στρατιωτικό δίκτυο και τις εφημερίδες που έλεγχε, ο ΙΔΕΑ δημιούργησε ένα κλίμα τρομοκρατίας. Έλεγαν ότι αν δεν εκτελεστεί ο Μπελογιάννης, ο στρατός θα επαναστατήσει γιατί η «πατρίδα κινδυνεύει».
​Ο εκβιασμός: Ουσιαστικά εκβίασαν την κυβέρνηση Πλαστήρα και το Παλάτι. Η εκτέλεση τα ξημερώματα της Κυριακής ήταν μια νίκη του ΙΔΕΑ πάνω στην πολιτική εξουσία.

​Η υπόθεση Μπελογιάννη ήταν το «τελειωτικό χτύπημα» για τον Πλαστήρα.
​Ο Πλαστήρας δεν ήθελε την εκτέλεση. Είχε δηλώσει δημόσια: «Ο Πλαστήρας δεν είναι δήμιος».
​Όμως, η ανακάλυψη των ασυρμάτων από την Ασφάλεια (που ελεγχόταν από τον ΙΔΕΑ) τον άφησε ακάλυπτο. Οι αντίπαλοί του τον κατηγόρησαν ότι η «επιείκειά» του επιτρέπει στους κατασκόπους του ΚΚΕ να δρουν ανενόχλητοι.

Όταν το Συμβούλιο Χαρίτων απέρριψε την αίτηση του Μπελογιάννη, ο Πλαστήρας ήταν ήδη πολιτικά αιχμάλωτος.
​Η εκτέλεση έγινε τα ξημερώματα της Κυριακής χωρίς ο ίδιος να ενημερωθεί έγκαιρα για την ακριβή ώρα.
​Το παρακράτος και ο ΙΔΕΑ βιάστηκαν να «τελειώσουν» τον Μπελογιάννη για να ταπεινώσουν τον Πλαστήρα και να δείξουν ότι η δική του πολιτική συμφιλίωσης είχε αποτύχει. ​Μετά την εκτέλεση, ο Πλαστήρας κατέρρευσε ηθικά και πολιτικά.
​Η Αριστερά τον κατηγόρησε ως συνένοχο («δολοφόνο»).
​Η Δεξιά τον κατηγόρησε ως αδύναμο.
​Στις εκλογές του 1952, ο Παπάγος τον σάρωσε. Ο Πλαστήρας πέθανε λίγο αργότερα, το 1953. 

Στην υπόθεση Μπελογιάννη, οι Αμερικανοί και το Παλάτι ήταν οι δύο "σιδερένιες γροθιές" που πίεζαν την κυβέρνηση Πλαστήρα. Αν και είχαν διαφορετικά κίνητρα, και οι δύο ήθελαν τον Μπελογιάννη νεκρό για να στείλουν ένα μήνυμα ισχύος.

Για τις ΗΠΑ, η Ελλάδα το 1952 ήταν το "πειραματόζωο" του Ψυχρού Πολέμου. Ο Αμερικανός πρέσβης Τζον Πιουριφόι δεν ήταν ένας απλός διπλωμάτης, αλλά ο ουσιαστικός "κυβερνήτης" της χώρας.
​Η Γραμμή: Οι Αμερικανοί πίστευαν ότι κάθε υποχώρηση απέναντι στους κομμουνιστές ήταν ένδειξη αδυναμίας. Ήθελαν "καθαρές λύσεις".
​Η Πίεση: Ο Πιουριφόι πίεζε τον Πλαστήρα να δείξει πυγμή. Για την Ουάσιγκτον, ο Μπελογιάννης ήταν η απόδειξη ότι η Σοβιετική Ένωση είχε ενεργό δίκτυο κατασκοπείας στην Ελλάδα.
​Το Σχέδιο Μάρσαλ ως "Μοχλός": Υπήρχε ο μόνιμος (άλλοτε κρυφός και άλλοτε φανερός) εκβιασμός: «Αν δεν μπορείτε να ελέγξετε την εσωτερική ασφάλεια, γιατί να συνεχίσουμε να στέλνουμε δολάρια;

​Το Στέμμα έβλεπε τον Μπελογιάννη ως τον "αμετανόητο εχθρό". Μετά τον Εμφύλιο, το Παλάτι προσπαθούσε να εδραιώσει την κυριαρχία του πάνω στο στράτευμα και την πολιτική ζωή.
​Η Εκδίκηση: Για το Παλάτι, ο Μπελογιάννης ήταν το σύμβολο του Δημοκρατικού Στρατού που λίγα χρόνια πριν είχε απειλήσει τον θρόνο.
​Η Σύγκρουση με τον Πλαστήρα: Ο Βασιλιάς Παύλος δεν εμπιστευόταν τον Πλαστήρα λόγω του δημοκρατικού/βενιζελικού παρελθόντος του. Το Παλάτι συνεργαζόταν στενά με τον ΙΔΕΑ και πίεζε για την απόρριψη κάθε αίτησης χάριτος.
​Η "Σκληρή" Φρειδερίκη: Λέγεται ότι η Βασίλισσα Φρειδερίκη ήταν η πιο ανένδοτη φωνή μέσα στα ανάκτορα, θεωρώντας ότι οποιαδήποτε επιείκεια θα ερμηνευόταν ως συνθηκολόγηση.

Αυτό που ένωνε τον Πιουριφόι και το Παλάτι ήταν ο φόβος για τον Παπάγο.
​Στην αρχή, φοβόντουσαν ότι ο Παπάγος θα γινόταν "δικτάτορας" και θα παραμέριζε τον Βασιλιά.
​Όμως, στην πορεία κατάλαβαν ότι ο Παπάγος ήταν ο μόνος που μπορούσε να εγγυηθεί ένα σκληρό, αντικομμουνιστικό κράτος.

Νίκος Πλουμπίδης
​Ο Πλουμπίδης ήταν ο υπεύθυνος του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ στην Αθήνα και ο άνθρωπος που είχε την πραγματική ευθύνη για τους ασυρμάτους. Ενώ ο Μπελογιάννης βρισκόταν στη φυλακή, ο Πλουμπίδης —βαριά άρρωστος από φυματίωση— έκανε μια κίνηση αυτοθυσίας. 

​Η Επιστολή-Βόμβα: Έστειλε επιστολή στον Τύπο δηλώνοντας: «Εγώ είμαι ο υπεύθυνος για τους ασυρμάτους. Αφήστε τον Μπελογιάννη και έρχομαι να παραδοθώ». Για να αποδείξει τη γνησιότητα, έβαλε δίπλα στην υπογραφή του το δακτυλικό του αποτύπωμα.

Η ηγεσία του ΚΚΕ (ο Ζαχαριάδης από το Βουκουρέστι) φοβήθηκε ότι η επιστολή ήταν παγίδα της Ασφάλειας. Ανακοίνωσε μέσω ραδιοφώνου ότι η επιστολή ήταν πλαστή και ο Πλουμπίδης «χαφιές και πράκτορας».
​Το Αποτέλεσμα: Η δήλωση του κόμματός του «άχρηστευσε» την επιστολή στα μάτια των δικαστών. Ο Μπελογιάννης έμεινε ακάλυπτος και οδηγήθηκε στο απόσπασμα.

​Ο Πλουμπίδης συνελήφθη λίγο αργότερα. Στη δίκη του, παρά την ταπείνωση από το ίδιο του το κόμμα, δεν είπε λέξη εναντίον του.
​Εκτελέστηκε το 1954, φωνάζοντας «Ζήτω το ΚΚΕ», την ώρα που το κόμμα του τον θεωρούσε ακόμη προδότη.
​Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια (το 1958) για να παραδεχτεί επίσημα το ΚΚΕ ότι ο Πλουμπίδης ήταν ένας από τους πιο πιστούς του ήρωες και η κατηγορία περί «χαφιέ» ήταν ένα τραγικό λάθος.

Το Σύνθημα «Το όπλο παρά πόδα»: Ο Ζαχαριάδης συνέχιζε να διακηρύσσει ότι ο Εμφύλιος δεν είχε τελειώσει οριστικά. Αυτή η ρητορική έδωσε το τέλειο πρόσχημα στους στρατοδίκες να υποστηρίξουν ότι οι ασύρματοι δεν μετέδιδαν πολιτικές οδηγίες, αλλά στρατιωτικά μυστικά για έναν νέο γύρο αίματος.

Αποσπάσματα από την Απολογία του Μπελογιάννη

​«Το ΚΚΕ έχει βέβαια τις δικές του απόψεις για τη σημερινή κατάσταση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάνει κατασκοπεία. Η κατηγορία της κατασκοπείας είναι κατασκευασμένη για να χτυπηθεί η πολιτική μας δράση. [...] Αν θέλαμε να κάνουμε κατασκοπεία, δεν θα είχαμε τους ασυρμάτους σε σπίτια απλών ανθρώπων, αλλά εκεί που βρίσκονται τα μυστικά.»

​«Αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατηγόρους μας. Το δείξαμε όταν κινδύνευε η ελευθερία, η ανεξαρτησία και η ακεραιότητά της και, αν χρειαστεί, θα το δείξουμε και πάλι. [...] Οι δεσμοί που μας συνδέουν με το λαό δεν κόβονται με καμία απόφαση στρατοδικείου.»

​«Αν έκανα κατασκοπεία, θα την έκανα για τη χώρα μου και όχι για ξένους. Εμείς αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατηγόρους μας. Το δείξαμε όταν κινδύνευε η ελευθερία της».

​«Πιστεύω πως αν οι ιδέες μου είναι σωστές, θα επικρατήσουν. Αν είναι λάθος, θα σβήσουν. Αλλά δεν θα σβήσουν με το εκτελεστικό απόσπασμα. Τα ιδανικά μας είναι πανανθρώπινα και τίποτα δεν μπορεί να τα σταματήσει.»

​«Δεν ήρθαμε εδώ για να κάνουμε μια απλή νομική συζήτηση. Ήρθαμε να δικαστούμε για τις ιδέες μας. Εσείς έχετε την εξουσία, εσείς έχετε το νόμο, εσείς έχετε και το όπλο. Εμείς έχουμε μόνο την αλήθεια μας. Και η αλήθεια δεν φυλακίζεται, ούτε εκτελείται.»

​«Αν ένας κομμουνιστής είναι κατάσκοπος επειδή παλεύει για τις ιδέες του, τότε όλοι οι αγωνιστές της Επανάστασης του '21 ήταν πράκτορες των ξένων δυνάμεων. Η ιστορία όμως δεν γράφεται από τις αποφάσεις των στρατοδικείων, αλλά από τη συνείδηση του λαού.»

«Λένε ότι είμαστε εχθροί της πατρίδας. Ποιοι; Εμείς που την υπερασπιστήκαμε στα βουνά όταν οι κατήγοροί μας συνεργάζονταν με τον κατακτητή ή έφευγαν στο εξωτερικό. Εμείς θέλουμε μια Ελλάδα ειρηνική, που να ανήκει στο λαό της και όχι στα ξένα συμφέροντα που την μετατρέπουν σε στρατόπεδο.»

​«Δεν ζητώ έλεος. Ζητώ μόνο να καταλάβετε ότι με το δικό μου θάνατο δεν θα λύσετε το πρόβλημα. Το πρόβλημα της Ελλάδας είναι η φτώχεια, η εξάρτηση και ο διχασμός. Αυτά δεν θεραπεύονται με αίμα, αλλά με δικαιοσύνη.»

Όταν ρωτήθηκε ειρωνικά από τον πρόεδρο του δικαστηρίου γιατί κρατάει το γαρύφαλλο, η στάση του και μόνο ήταν η απάντηση: ήταν το σύμβολο της ζωής που υπερέχει του θανάτου.

Αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου