Πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους (1910-1912), η Ελλάδα ήταν μια χώρα των δύο ταχυτήτων: από τη μία η αστική Αθήνα που προσπαθούσε να εκσυγχρονιστεί και από την άλλη η επαρχία που ζούσε σε συνθήκες που θύμιζαν περισσότερο τον 19ο αιώνα.
Η καθημερινότητα ως σχολείο επιβίωσης
Η καθημερινότητα του λαού χαρακτηριζόταν από σκληρή δουλειά, ανασφάλεια, αλλά και μια έντονη επιθυμία για αλλαγή. Η πλειονότητα του πληθυσμού ήταν αγρότες. Στη Θεσσαλία, η κατάσταση ήταν δραματική: Οι κολίγοι αγρότες δεν ήταν ιδιοκτήτες της γης τους. Δούλευαν στα τσιφλίκια των μεγαλογαιοκτημόνων (που συχνά ζούσαν στην Αθήνα ή στο εξωτερικό). Στην Αθήνα και τον Πειραιά, η βιομηχανία έκανε τα πρώτα της βήματα, αλλά η ζωή του εργάτη ήταν εξαντλητική: Δεν υπήρχε οκτάωρο. Οι άνθρωποι δούλευαν 12 έως 14 ώρες την ημέρα, ακόμα και τις Κυριακές. Ήταν συνηθισμένο φαινόμενο τα παιδιά να δουλεύουν σε καπνομάγαζα ή εργοστάσια για να βοηθήσουν το οικογενειακό εισόδημα Οι εργατικές γειτονιές ήταν υποβαθμισμένες, με σοβαρά προβλήματα υγιεινής. Η ελονοσία και η φυματίωση θέριζαν τον πληθυσμό. Ήταν η εποχή της πρώτης μεγάλης μετανάστευσης. Χωριά ολόκληρα "άδειαζαν" από άνδρες. Αυτοί οι μετανάστες, όμως, έστελναν πίσω το συνάλλαγμα που χρησιμοποίησε ο Βενιζέλος μέσω του Νόμου ΓΧΜΑ' για να σώσει την οικονομία. Η ληστεία παρέμενε πρόβλημα σε ορισμένες ορεινές περιοχές. Στα σύνορα (που τότε ήταν κοντά στην Ελασσόνα), οι κάτοικοι ζούσαν με τον φόβο των τουρκικών επιδρομών ή των συγκρούσεων μεταξύ αντάρτικων ομάδων (Μακεδονικός Αγώνας).
Παρά τις δυσκολίες, υπήρχε ένας πατριωτικός αναβρασμός. Ο λαός ένιωθε ότι η Ελλάδα "μίκραινε" και "πνιγόταν".Η άνοδος του Βενιζέλου έφερε μια ψυχολογική ανάταση. Όταν ο Βενιζέλος έκανε τις μεταρρυθμίσεις (Κυριακάτικη αργία, διανομή γης, σχολεία), ο λαός ένιωσε για πρώτη φορά ότι το κράτος είναι σύμμαχός του.
Αυτή η σκληρή καθημερινότητα της προπολεμικής Ελλάδας λειτούργησε ως ένα ιδιότυπο «σχολείο επιβίωσης».
Ο Έλληνας στρατιώτης του 1912 δεν ήταν ένας επαγγελματίας πολεμιστής των σαλονιών, αλλά ένας άνθρωπος «ψημένος» στις κακουχίες. Μαθημένος στη φτώχεια της επαρχίας, μπορούσε να βαδίσει ολόκληρη μέρα με μια χούφτα ελιές και ένα κομμάτι ξερό ψωμί. Αυτό έδωσε στον ελληνικό στρατό τρομερή ταχύτητα, καθώς δεν χρειαζόταν τις βαριές και αργές εφοδιοπομπές που καθυστερούσαν τους Τούρκους. Ο αγρότης και ο κτηνοτρόφος της εποχής γνώριζαν το βουνό καλύτερα από τον καθένα. Ήξεραν να κινούνται σε δύσβατα μονοπάτια, πράγμα που επέτρεψε στους Έλληνες να κάνουν κυκλωτικές κινήσεις και αιφνιδιασμούς σε υψόμετρα όπου οι αντίπαλοι θεωρούσαν απροσπέλαστα.
Οι ξένοι παρατηρητές έγραφαν με έκπληξη ότι οι Έλληνες φαντάροι τραγουδούσαν καθώς πήγαιναν στη μάχη. Αυτή η ψυχολογία του «τώρα ή ποτέ» ήταν που οδήγησε σε νίκες όπως αυτή του Σαρανταπόρου, όπου ο στρατός έπρεπε να ανέβει απότομες πλαγιές υπό συνεχή πυρά.
Ο Στρατής Μυριβήλης, αν και έγινε γνωστός για τα έργα του στον Α' Παγκόσμιο, πολέμησε ως εθελοντής το 1912. Στις σημειώσεις του περιγράφει την ορμή αλλά και την εξαθλίωση:«Περπατούσαμε μέρες στη λάσπη, με τα πόδια πρησμένα μέσα στα τσαρούχια. Όταν φτάσαμε έξω από τα Γιάννενα, η πείνα μας θέριζε. Κι όμως, όταν ακούστηκε το "Αέρα", ξεχάσαμε και την πείνα και τη βροχή. Ήταν σαν να μας έσπρωχνε η ίδια η Ιστορία.»
Οι περισσότεροι φαντάροι ήταν αγρότες που άφησαν τα χωράφια τους στη μέση της σποράς ή της συγκομιδής. Σε πολλές επιστολές βλέπουμε αυτή την παράξενη μίξη πολεμικού μένους και αγροτικής ανησυχίας: «Αγαπητή μου σύζυγε, σου γράφω από τα υψώματα πάνω από τα Γιάννενα. Εδώ το κρύο είναι ανυπόφορο και οι Τούρκοι μας χτυπούν μέρα-νύχτα, αλλά μην φοβάσαι, θα τους νικήσουμε. Σε παρακαλώ, κοίταξε τις ελιές μας. Αν δεν προλάβει ο αδερφός μου να τις μαζέψει, θα χάσουμε τη χρονιά και δεν θα έχουμε να πληρώσουμε τον φόρο...»
Τα μέτωπα του πολέμου
Οι μάχες διεξήχθησαν σε δύο κύρια μέτωπα: το Μακεδονικό (με στόχο τη Θεσσαλονίκη) και το Ηπειρωτικό (με στόχο τα Ιωάννινα).
Μάχη του Σαρανταπόρου (9-10 Οκτωβρίου 1912)
Ήταν η «πρώτη εξέταση» του νέου ελληνικού στρατού. Ένα φυσικό οχυρό στα σύνορα Θεσσαλίας-Μακεδονίας που οι Γερμανοί εκπαιδευτές των Τούρκων θεωρούσαν «τάφο» για όποιον επιχειρούσε να επιτεθεί. Ο ελληνικός στρατός δεν έκανε μόνο μετωπική επίθεση. Χρησιμοποίησε κυκλωτικές κινήσεις μέσα από τα βουνά (εκμεταλλευόμενος την ανθεκτικότητα των φαντάρων που είπαμε). Οι Τούρκοι πανικοβλήθηκαν φοβούμενοι τον εγκλωβισμό και υποχώρησαν άτακτα. Ο δρόμος για τη Μακεδονία άνοιξε.
Μια τουρκική μαρτυρία αναφέρει: «Φεύγαμε χωρίς να ξέρουμε από πού μας χτυπούν. Οι Έλληνες ήταν παντού, πάνω στις κορφές των βουνών, εκεί που νομίζαμε πως μόνο αγρίμια πατούν».
Από το ημερολόγιο εύζωνα του 1ου Συντάγματος: «Οι Τούρκοι αξιωματικοί έτρωγαν το βραδινό τους όταν άρχισαν να πέφτουν οι δικές μας οβίδες. Ένας αιχμάλωτος μου είπε μετά: "Πιστεύαμε πως θα μείνετε εκεί κάτω στην πεδιάδα να σας θερίσουμε. Δεν ξέραμε πως οι φαντάροι σας σκαρφαλώνουν σαν κατσίκια στα γκρεμνά μέσα στη νύχτα»
Μάχη των Γιαννιτσών (19-20 Οκτωβρίου 1912)
Αυτή ήταν η πιο αιματηρή μάχη του Μακεδονικού μετώπου και η τελευταία πριν τη Θεσσαλονίκη. Τα Γιαννιτσά θεωρούνταν «ιερή πόλη» για τους Οθωμανούς. Ο στρατός τους είχε οχυρωθεί πίσω από βάλτους και ποτάμια. Έγινε κάτω από καταρρακτώδη βροχή και μέσα σε λάσπες. Η νίκη των Ελλήνων εδώ ήταν που ανάγκασε τον Χασάν Ταχσίν Πασά να καταλάβει ότι η Θεσσαλονίκη δεν μπορούσε πια να αμυνθεί.
Μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία ίσως είναι η δικαιολόγηση του Τούρκου διοικητή της Θεσσαλονίκης για την παράδοση της πόλης στους Έλληνες: «Είχα δύο δρόμους: τον θάνατο ή την παράδοση. Επέλεξα τον δεύτερο για να σώσω μια πόλη-κόσμημα από την καταστροφή. Οι Έλληνες ήταν ήδη στις πύλες μας και η διπλωματία τους ήταν πιο κοφτερή από τα σπαθιά τους.»
Όταν ο Χασάν Ταχσίνπαρέδωσε την πόλη, οι Νεότουρκοι τον καταδίκασαν σε θάνατο ως προδότη.
«Η Θεσσαλονίκη είναι η μοναδική πόλη που αγάπησα. Δεν ήθελα να τη δω να καίγεται για έναν χαμένο πόλεμο».
«Όταν υπέγραψα, ένιωσα το βάρος πέντε αιώνων να φεύγει από πάνω μου. Είπα στους Έλληνες αξιωματικούς: "Σας παραδίδω τη Θεσσαλονίκη όπως την πήραμε το 1430, αλλά προσέξτε την, είναι το διαμάντι του κόσμου". Οι Βούλγαροι που ήρθαν μετά, έτριζαν τα δόντια τους από το κακό τους.» (Από μεταγενέστερη επιστολή του Χασάν Ταχσίν Πασά).
Πέθανε εξόριστος στην Ευρώπη, προστατευμένος ουσιαστικά από την ελληνική κυβέρνηση.
Πολλοί στρατιώτες έβλεπαν για πρώτη φορά περιοχές της Ελλάδας που θεωρούσαν «ξένες». Ένας στρατιώτης από την Πελοπόννησο γράφει για την είσοδο στη Μακεδονία: «Μάνα, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μεγάλη είναι η Ελλάδα. Περάσαμε κάμπους που δεν τελειώνουν και βουνά που αγγίζουν τον ουρανό. Οι άνθρωποι εδώ μιλούν λίγο διαφορετικά, αλλά μας φέρνουν ψωμί και κρασί και μας φιλούν τα χέρια. Τώρα καταλαβαίνω γιατί πολεμάμε.»
Υπάρχουν επιστολές που περιγράφουν τη στιγμή που οι στρατιώτες είδαν τον Βενιζέλο ή τον Κωνσταντίνο στο μέτωπο. Αυτό τους έδινε τρομερή δύναμη: «Είδαμε τον Πρόεδρο (τον Βενιζέλο) να περνά με το αυτοκίνητο. Ήταν σκονισμένος σαν κι εμάς. Μας φώναξε "Κουράγιο παιδιά, η Λευτεριά είναι κοντά". Εκείνη τη στιγμή, κανείς μας δεν ένιωθε πια την κούραση. Ήμασταν έτοιμοι να πέσουμε στη φωτιά.»
Είναι ενδιαφέρον ότι πολλές από αυτές τις επιστολές λογοκρίνονταν. Το κράτος δεν ήθελε να διαρρεύσουν πληροφορίες για τις απώλειες ή το χαμηλό ηθικό σε κάποιες μονάδες. Οι στρατιώτες συχνά χρησιμοποιούσαν «κώδικες» για να πουν στην οικογένειά τους ότι είναι τραυματισμένοι χωρίς να το καταλάβει ο αξιωματικός που διάβαζε το γράμμα.
Η Πολιορκία του Μπιζανίου (Δεκέμβριος 1912 - Φεβρουάριος 1913)
Ενώ η Μακεδονία είχε απελευθερωθεί, η Ήπειρος παρέμενε «αγκάθι» λόγω του οχυρού του Μπιζανίου που προστάτευε τα Γιάννενα. Το "Απόρθητο" Οχυρό, Διέθετε μπετονένια πολυβολεία και βαριά πυροβόλα. Μετά από αποτυχημένες επιθέσεις, ο διάδοχος Κωνσταντίνος εφάρμοσε ένα σχέδιο παραπλάνησης. Ενώ έκανε επίδειξη δύναμης στο κέντρο, ο κύριος όγκος του στρατού πέρασε από τα δυτικά μέσα από χαράδρες. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν τόσο πολύ που ο Εσσάτ Πασάς παρέδωσε τα Ιωάννινα στις 21 Φεβρουαρίου 1913.
Ο Βρετανός δημοσιογράφος που ακολουθούσε τον ελληνικό στρατό έγραψε για την αντοχή των Ελλήνων:«Αυτοί οι άνθρωποι (οι Έλληνες στρατιώτες) είναι φτιαγμένοι από σίδερο. Τους είδα να ανεβαίνουν τις πλαγιές του Μπιζανίου μέσα στα χιόνια, χωρίς παλτό, με μοναδική τροφή λίγο τυρί και παξιμάδι. Η πειθαρχία τους δεν πήγαζε από τον φόβο για τους αξιωματικούς τους, αλλά από μια συλλογική πίστη ότι η ώρα της Ελλάδας είχε έρθει.»
«Τα πόδια μας είχαν βγάλει πληγές από την υγρασία. Αλλά όταν είδαμε το πρώτο ελληνικό αεροπλάνο να πετάει πάνω από το Μπιζάνι και να ρίχνει προκηρύξεις στους Τούρκους, νιώσαμε πως ο Θεός είναι μαζί μας. Την άλλη μέρα, οι Τούρκοι βγήκαν με τις άσπρες σημαίες μέσα από την ομίχλη.» (Επιστολή στρατιώτη από το μέτωπο της Ηπείρου).
«Γύρισα από το Μπιζάνι χωρίς το αριστερό μου πόδι. Στην αρχή μου έδωσαν ένα μετάλλιο και μου έσφιξαν το χέρι. Μετά από τρεις μήνες, κανείς δεν με ήξερε. Καθόμουν στο πεζοδρόμιο στην Αθήνα και ζητούσα μια δεκάρα από τους κυρίους που πήγαιναν στα θέατρα να δουν παραστάσεις για τη "Δόξα της Ελλάδος". Αυτή ήταν η ανταμοιβή μου για τη Μακεδονία.» (Πικρή μαρτυρία αναπήρου στρατιώτη σε εφημερίδα της εποχής).
Οι Ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου
Δεν πρέπει να ξεχνάμε τη θάλασσα, γιατί εκεί κρίθηκαν όλα.
Ο «Αβέρωφ»: Το θωρηκτό που αγοράστηκε με τα χρήματα του ΓΧΜΑ έγινε ο εφιάλτης του τουρκικού στόλου.
Ο Κουντουριώτης: Στη ναυμαχία της Έλλης, ο ναύαρχος Κουντουριώτης ύψωσε το σήμα «Μεθ' ορμής ακαθέκτου», αποσπάστηκε από τον υπόλοιπο στόλο και καταδίωξε μόνος του τα τουρκικά πλοία, κλείνοντάς τα στα Στενά των Δαρδανελίων. Ο ελληνικός στόλος κυριάρχησε στο Αιγαίο, εμποδίζοντας τους Τούρκους να στείλουν ενισχύσεις από τη Μικρά Ασία στη Μακεδονία. Χωρίς τον Αβέρωφ, οι μάχες στην ξηρά ίσως είχαν άλλη έκβαση.
Ένας ναύτης του θωρηκτού περιγράφει τη στιγμή που ο ναύαρχος Κουντουριώτης έδωσε το σήμα για την επίθεση στη Ναυμαχία της Έλλης:«Είδαμε το σήμα "Μεθ' ορμής ακαθέκτου". Ο Αβέρωφ άρχισε να βγάζει μαύρους καπνούς και να ορμάει μόνος του κατά του τουρκικού στόλου. Οι Τούρκοι τα έχασαν. Νόμιζαν ότι το καράβι ήταν στοιχειωμένο. Τα κανόνια μας δεν σταματούσαν να ξερνούν φωτιά μέχρι που οι εχθροί κλείστηκαν τρομαγμένοι πίσω από τα στενά.»
Πέρα από τις σφαίρες
Ο στρατός είχε άλλον έναν εχθρό που το κράτος προσπαθούσε να κρύψει. «Στο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, οι θάλαμοι ήταν γεμάτοι από παιδιά που δεν είχαν τραύματα. Ήταν η χολέρα. Οι φαντάροι πέθαιναν σαν τις μύγες μέσα στις λάσπες. Οι εφημερίδες έγραφαν για δάφνες, αλλά εμείς βλέπαμε μόνο φορεία που πήγαιναν κρυφά τη νύχτα στα νεκροταφεία για να μην πέσει το ηθικό του λαού.» Πρόκειται για αναμνήσεις εθελόντριας νοσοκόμου του Ερυθρού Σταυρού.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις
Ενώ οι στρατιώτες πολεμούσαν, ο Βενιζέλος από την Αθήνα έδινε μια άλλη μάχη: να μην σταματήσει ο πόλεμος πριν η Ελλάδα πάρει όσα δικαιούται.
Ο Βενιζέλος έβλεπε αυτό που ο Διάδοχος Κωνσταντίνος αρχικά αγνοούσε: ότι οι Βούλγαροι έτρεχαν και αυτοί προς τη Θεσσαλονίκη. Αν ο ελληνικός στρατός καθυστερούσε (όπως ήθελε ο Κωνσταντίνος που προτιμούσε να κινηθεί προς το Μοναστήρι), η πόλη θα έπεφτε στα χέρια των Βουλγάρων. Ο Βενιζέλος έστειλε το περίφημο τηλεγράφημα: «Σας καθιστώ υπεύθυνον για την πάσαν αναβολήν...», ουσιαστικά διατάζοντας την κατάληψη της πόλης «πάση θυσία».
Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν ήθελαν την πλήρη κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πίεζαν συνεχώς για παύση των εχθροπραξιών. Ο Βενιζέλος ήξερε ότι αν δεχόταν ανακωχή τη στιγμή που ο στρατός ήταν «ζεστός» και προέλαυνε, η Ελλάδα θα έμενε με τα μισά εδάφη. Έπρεπε να κάνει τον "διπλωματικό κωφάλαλο" στις πιέσεις των πρεσβευτών, δίνοντας χρόνο στον στρατό να απελευθερώσει τα Γιάννενα και τα νησιά του Αιγαίου.
Ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν, ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις στο Λονδίνο. Ο Βενιζέλος πήγε εκεί ο ίδιος. Η μάχη του ήταν να πείσει τους ξένους ότι η Ελλάδα δεν ήταν πια το «κακομοιριασμένο κράτος» του 1897, αλλά μια υπολογίσιμη δύναμη. Έπρεπε να εξαργυρώσει τις νίκες των φαντάρων σε υπογραφές και σύνορα.
Ήδη από τότε άρχισαν να φαίνονται οι πρώτες ρωγμές με τον Κωνσταντίνο. Ο Βενιζέλος ήθελε ο στρατός να υπηρετεί την εθνική πολιτική (πού μας συμφέρει να πάμε), ενώ ο Κωνσταντίνος έβλεπε τον στρατό ως δικό του εργαλείο και την επέκταση ως καθαρά στρατιωτικό ζήτημα.
«Τον βλέπω να διστάζει, να σκέφτεται σαν στρατιώτης και όχι σαν πολιτικός. Του εξήγησα πως αν χάσουμε τη Θεσσαλονίκη, η Ελλάδα θα μείνει ανάπηρη. Εκείνος μου μιλά για στρατηγικές υποχωρήσεις. Δεν καταλαβαίνει πως η Ιστορία δεν μας περιμένει. Ένιωσα πως έπρεπε να τον σπρώξω στο γκρεμό για να μάθει να πετάει.» (Από προσωπικές σημειώσεις του Βενιζέλου, 1912)
.Ο Βενιζέλος έπρεπε να παλεύει καθημερινά για να μην αφήσει την ηγεσία του στρατού να αυτονομηθεί από την κυβέρνηση.
Ο Κωνσταντίνος πίστευε ότι ο πόλεμος ήταν δική του υπόθεση και ο Βενιζέλος ήταν ένας "ενοχλητικός πολιτικάντης".
«Με διατάζει ο δικηγόρος! Μου στέλνει τηλεγραφήματα και μου λέει πού θα πάει ο στρατός μου. Ξεχνάει πως εγώ είμαι ο Αρχιστράτηγος, εγώ είμαι αυτός που μυρίζει το μπαρούτι, ενώ αυτός κάθεται στα σαλόνια της Αθήνας. Θα πάω εκεί που επιβάλλει η τιμή των όπλων, όχι εκεί που θέλουν οι κάλπες του.» (Από γράμμα προς τη σύζυγό του, Σοφία, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων).
Υπάρχει μια μαρτυρία από έναν υπασπιστή που ήταν παρών σε μια συνάντηση των τριών ανδρών στη Θεσσαλονίκη, μετά την απελευθέρωση. «Ήταν ένα δείπνο παγωμένο. Ο Βενιζέλος μιλούσε για τη Συνθήκη του Λονδίνου και τις διεθνείς πιέσεις. Ο Κωνσταντίνος τον κοιτούσε με περιφρόνηση, παίζοντας με το σπαθί του. Ο Βασιλιάς Γεώργιος προσπαθούσε να αλλάξει κουβέντα μιλώντας για τον καιρό. Σε μια στιγμή, ο Βενιζέλος είπε: "Μεγαλειότατε, ο πόλεμος κερδήθηκε στο Παρίσι, όχι μόνο στο Σαραντάπορο". Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε και έφυγε από το τραπέζι χωρίς να πει λέξη. Εκείνο το βράδυ κατάλαβα πως ο επόμενος πόλεμος θα ήταν μεταξύ τους.»
Μετά την λήξη του πολέμου
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, οι μαρτυρίες άλλαξαν ύφος. Από την έξαρση περάσαμε στην προσπάθεια ενσωμάτωσης. Ο στρατιώτης που επέστρεφε στο χωριό του δεν ήταν πια ο ίδιος: Είχε δει τον θάνατο. Είχε δει τη δύναμη της τεχνολογίας (τα κανόνια Schneider, τα αεροπλάνα που πρωτοεμφανίστηκαν τότε). Είχε νιώσει πολίτης μιας Μεγάλης Ελλάδας.
Μια μαρτυρία από στρατιώτη που επέστρεψε σε χωριό της Αρκαδίας περιγράφει την αλλαγή στο πώς τους έβλεπαν οι δικοί τους: «Όταν φάνηκαν οι πρώτοι από εμάς στην πλατεία του χωριού, οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν λες και ήταν Πάσχα. Οι γυναίκες έκλαιγαν και μας φιλούσαν τα χέρια. Αλλά εμείς νιώθαμε διαφορετικά. Είχαμε δει τη Θεσσαλονίκη, είχαμε δει τα Γιάννενα. Το χωριό μάς φαινόταν ξαφνικά μικρό. Είχαμε γίνει "πολίτες" μιας μεγάλης πατρίδας.»
Δυστυχώς, η επιστροφή δεν ήταν για όλους γιορτή. Η Πηνελόπη Δέλτα, που έζησε τα γεγονότα από κοντά, περιγράφει τη σιωπηλή τραγωδία στις γειτονιές: «Σε κάθε δρόμο άκουγες τα τραγούδια των νικητών, αλλά αν κοίταζες στα παράθυρα, έβλεπες μαύρες μαντίλες. Πολλά παλικάρια έλειπαν. Στα τραπέζια της επιστροφής υπήρχε ένα άδειο σκαμνί. Η χαρά της νίκης ανακατευόταν με τη μυρωδιά του λιβανιού.»
Πολλοί στρατιώτες επέστρεψαν και βρήκαν τα κτήματά τους ρημαγμένα. Μια επιστολή ενός έφεδρου προς τον τοπικό βουλευτή του δείχνει την απόγνωση:«Κύριε Βουλευτά, πολεμήσαμε στο Σαραντάπορο και στο Μπιζάνι, δώσαμε το αίμα μας για να μεγαλώσει η Ελλάδα. Τώρα που γύρισα, η γυναίκα μου είναι άρρωστη και το χωράφι μου ακαλλιέργητο. Οι δανειστές μου χτυπούν την πόρτα. Δεν ζητώ χάρη, ζητώ το κράτος του Βενιζέλου να θυμηθεί αυτούς που του έφεραν τη Μακεδονία.»
«Γύρισα με το μετάλλιο στο στήθος και ο τοκογλύφος του χωριού μου είπε: "Μπράβο παλικάρι μου για τη Μακεδονία, αλλά τώρα δώσε μου το χωράφι σου γιατί οι τόκοι έτρεχαν όσο εσύ έκανες τον ήρωα". Αν δεν έβγαινε ο νόμος του Βενιζέλου να παγώσει τα χρέη, θα είχαμε κάνει δεύτερο πόλεμο μέσα στο ίδιο μας το χωριό.» (Προφορική μαρτυρία αγρότη-στρατιώτη από τη Θεσσαλία).
Ο Βενιζέλος ήξερε ότι αν άφηνε τους στρατιώτες να επιστρέψουν στην απόλυτη φτώχεια, η χώρα θα κατέρρεε από εσωτερική επανάσταση.
Στην Ελλάδα του 1910, δεν υπήρχαν τράπεζες σε κάθε χωριό. Ο αγρότης, για να αγοράσει σπόρους ή εργαλεία, κατέφευγε στον «πλούσιο» του χωριού ή της περιοχής. Οι τοκογλύφοι δάνειζαν χρήματα με εξωφρενικά επιτόκια (συχνά πάνω από 30% ή 50%). Όταν ο άντρας έφευγε για τον πόλεμο, το χωράφι έμενε ακαλλιέργητο. Ο τοκογλύφος συνέχιζε να μετράει τους τόκους. Έτσι, ο στρατιώτης επέστρεφε νικητής από το μέτωπο, αλλά έβρισκε το σπίτι του υποθηκευμένο.
Η Αντίδραση του Βενιζέλου: Για να τους σταματήσει, ίδρυσε αργότερα την Αγροτική Τράπεζα και ψήφισε νόμους που προστάτευαν τους αγρότες από την κατάσχεση της γης τους για μικρά χρέη. Χρησιμοποίησε μέρος από τα κεφάλαια των δανείων που είχαν περισσέψει για να ενισχύσει τις αγροτικές οικογένειες.
Οι πρόσφυγες
Μετά τους πολέμους, άρχισαν να φτάνουν στην «Παλαιά Ελλάδα» οι πρώτοι πρόσφυγες από περιοχές που έμειναν εκτός συνόρων. Όταν τα σύνορα μετακινήθηκαν, οι Τούρκοι και οι Βούλγαροι άρχισαν αντίποινα στους ελληνικούς πληθυσμούς που έμειναν στις δικές τους πλευρές. Για να τους εκδικηθούν για την ήττα, τους έκαιγαν τα χωριά ή τους ανάγκαζαν να φύγουν. Αυτοί οι άνθρωποι έφταναν στη Θεσσαλονίκη ή τον Πειραιά με μια μπόγο στην πλάτη. Επίσης, οι Νεότουρκοι ξέσπασαν στους Έλληνες που ζούσαν μέσα στην αυτοκρατορία (Μικρά Ασία, Ανατολική Θράκη). Τότε άρχισαν οι πρώτοι διωγμοί, τα "Τάγματα Εργασίας" (Amele Taburlari), όπου έστελναν τους Έλληνες να σκάβουν δρόμους στα βάθη της Ανατολίας μέχρι θανάτου. Αυτό δημιούργησε επιπλέον πρόσφυγες.
Μια μαρτυρία περιγράφει την αμηχανία της επιστροφής: «Γυρίσαμε από τον πόλεμο και βρήκαμε στα σπίτια μας ανθρώπους που δεν είχαμε ξαναδεί. Ήταν Έλληνες από τη Θράκη και τη Μικρά Ασία που έφυγαν για να σωθούν. Μας έλεγαν "αδέλφια" και μας ρωτούσαν για τον Βενιζέλο. Εκεί καταλάβαμε ότι ο πόλεμος δεν τελείωσε, απλώς άλλαξε μορφή.»
«Φύγαμε νύχτα από το χωριό μας κοντά στη Ραιδεστό. Οι Τούρκοι μας είπαν "αφού θέλετε Ελλάδα, πηγαίνετε εκεί". Μας πέταξαν σε ένα καράβι σαν τα ζώα. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, είδαμε τους στρατιώτες να γυρίζουν από το μέτωπο στεφανωμένοι. Εκείνοι είχαν πατρίδα, εμείς την είχαμε χάσει μέσα σε μια μέρα.» (Από το ημερολόγιο πρόσφυγα από την Ανατολική Θράκη, 1913).
Ο Βενιζέλος χρησιμοποίησε τους «πρόσφυγες» για να κατοικήσει τις νέες περιοχές (Μακεδονία) και τους προστάτευσε από τους «τοκογλύφους» δίνοντάς τους κρατικά δάνεια. Ήταν μια γιγαντιαία επιχείρηση «εσωτερικής οικοδόμησης». Ουσιαστικά, έπρεπε να ενώσει τους Έλληνες που πολεμούσαν, τους Έλληνες που χρωστούσαν και τους Έλληνες που εκδιώχθηκαν σε έναν ενιαίο λαό.
Οι Μουσουλμάνοι
Μετά τη νίκη, χιλιάδες μουσουλμάνοι παρέμειναν στα νέα εδάφη (Μακεδονία).Ο Βενιζέλος, για να δείξει ότι η Ελλάδα είναι "πολιτισμένο κράτος", έδωσε εντολή να μην πειραχτούν τα τζαμιά και οι περιουσίες τους. Ήθελε να αποδείξει στην Ευρώπη ότι οι Έλληνες είναι δίκαιοι κυρίαρχοι, σε αντίθεση με τη βία των Οθωμανών. Ωστόσο, οι Μουσουλμάνοι της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων ένιωσαν ξαφνικά ότι ο κόσμος τους ανατράπηκε. «Το πρωί ακούγαμε τον μουεζίνη, το βράδυ βλέπαμε τους στρατιώτες να πίνουν κρασί έξω από το τζαμί. Δεν μας πείραζαν όλοι, αλλά το βλέμμα τους ήταν γεμάτο περιφρόνηση. Ένας αξιωματικός μου είπε: "Τώρα θα μάθεις να προσκυνάς τον σταυρό, όχι γιατί σε αναγκάζουμε, αλλά γιατί εμείς είμαστε οι νικητές". Ένιωσα πως το σπίτι μου δεν ήταν πια δικό μου.» (Από το ημερολόγιο ενός Οθωμανού εμπόρου στα Γιάννενα, 1913).
Παρά τις εντολές του Βενιζέλου για πειθαρχία, σε πολλά χωριά της Μακεδονίας και της Ηπείρου σημειώθηκαν ακρότητες κατά των μουσουλμανικών πληθυσμών. «Όταν μπήκαν οι στρατιώτες στο χωριό μας, δεν έψαχναν μόνο για όπλα. Έμπαιναν στα σπίτια και έπαιρναν ό,τι πολύτιμο βρίσκανε. Ο πατέρας μου προσπάθησε να τους σταματήσει και τον χτύπησαν με τον υποκόπανο. Για εμάς, η "απελευθέρωση" σήμαινε πως γίναμε ξένοι στον τόπο μας. Φοβόμασταν να βγούμε στον δρόμο μην μας πάρουν για εχθρούς.» (Από μαρτυρία Μουσουλμάνου κατοίκου της υπαίθρου Μακεδονίας, 1913).
Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης
Η Θεσσαλονίκη τότε ήταν η «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων», με την εβραϊκή κοινότητα να αποτελεί την πλειονότητα του πληθυσμού και να ελέγχει την οικονομία.
Η είσοδος του ελληνικού στρατού προκάλεσε στους Εβραίους ένα μείγμα τρόμου, αβεβαιότητας και, τελικά, ανακούφισης. Οι Εβραίοι φοβούνταν ότι η ελληνική διοίκηση θα ευνοούσε τους Έλληνες εμπόρους εις βάρος τους ή ότι θα επιβαλλόταν σκληρός εθνικισμός. Αν επέβαλε άμεσα την υποχρεωτική αργία της Κυριακής, θα προκαλούσε την οικονομική ασφυξία της πανίσχυρης εβραϊκής κοινότητας.
Η Μαρτυρία: «Στις συναγωγές οι προσευχές δεν σταματούσαν. Φοβόμασταν ότι η είσοδος των χριστιανικών στρατών θα σήμαινε το τέλος της εμπορικής μας κυριαρχίας. Υπήρχαν φήμες ότι οι Έλληνες θα μας ανάγκαζαν να κλείνουμε τα μαγαζιά μας το Σάββατο. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, σαν να περιμέναμε μια καταιγίδα που δεν ξέραμε αν θα μας πνίξει.» (Από το ημερολόγιο ενός Σεφαραδίτη εμπόρου της οδού Φράγκων).
Αν και η ηγεσία ήταν δίκαιη, ο απλός λαός και μέρος του στρατού έβλεπαν τους Εβραίους με καχυποψία.
Τις πρώτες μέρες της κατοχής, οι Έλληνες στρατιώτες μας κοιτούσαν με μίσος. Έκοβαν τις γενειάδες των γέρων μας για πλάκα στη μέση του δρόμου. Στην αγορά, κάποιοι φώναζαν "τώρα εμείς είμαστε οι αφέντες, εσείς θα σωπάσετε". Αν δεν υπήρχαν οι περιπολίες των αξιωματικών, η Θεσσαλονίκη θα είχε βαφτεί στο αίμα των Εβραίων από την πρώτη εβδομάδα.» (Από επιστολή Εβραίου εμπόρου προς το περιοδικό "L'Aurore").
Ο Βενιζέλος, γνωρίζοντας τη δύναμη της κοινότητας, έκανε μια κίνηση ματ: επισκέφθηκε αμέσως τον αρχιραββίνο. «Όταν ο Βενιζέλος δέχτηκε τον Αρχιραββίνο Ιακώβ Μεΐρ, του μίλησε στη γλώσσα της λογικής. Του είπε: "Η Ελλάδα δεν έρχεται ως κατακτητής των Εβραίων, αλλά ως προστάτης". Όταν ο ραββίνος βγήκε από το γραφείο, είπε στην κοινότητα: "Αυτός ο άνθρωπος είναι δίκαιος". Εκείνη τη μέρα, η ανησυχία άρχισε να δίνει τη θέση της στην ελπίδα.» (Από τα πρακτικά της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης).
Μετά την κατάληψη, οι Εβραίοι παρατήρησαν την πειθαρχία του ελληνικού στρατού, κάτι που τους έκανε εντύπωση σε σύγκριση με την αταξία των Βουλγάρων. «Περιμέναμε λεηλασίες, όπως γινόταν πάντα στους πολέμους. Αντί γι' αυτό, είδαμε τους Έλληνες αξιωματικούς να τιμωρούν αυστηρά όποιον στρατιώτη δεν πλήρωνε το αντίτιμο στα μαγαζιά μας. Ένας φαντάρος αγόρασε ψωμί από τον πατέρα μου και του άφησε ένα νόμισμα παραπάνω λέγοντας "για το καλό της λευτεριάς". Τότε καταλάβαμε πως το εμπόριο θα συνεχιζόταν.» (Προφορική μαρτυρία από την εβραϊκή γειτονιά "Ρεζί Βαρδάρ").
.Ο Βενιζέλος ήξερε ότι οι μεγάλοι εβραϊκοί οίκοι της Ευρώπης (όπως οι Ρότσιλντ) παρακολουθούσαν στενά τη μεταχείριση των ομοθρήσκων τους. «Ο Πρόεδρος μου είπε σε μια στιγμή ανάπαυλας: "Αν πειράξω το Σάββατο των Θεσσαλονικέων, θα κλείσουν οι πόρτες των τραπεζών στο Λονδίνο. Η θρησκευτική ελευθερία στην Ελλάδα είναι η καλύτερη εγγύηση για τα επόμενα δάνεια".
Μετά τις μάχες, άρχισε το κυνήγι των αξιωμάτων και της «πίτας» των νέων εδαφών. «Στην Αθήνα, οι καφετέριες γέμισαν από "ήρωες" που δεν είχαν πλησιάσει το μέτωπο ούτε στα δέκα χιλιόμετρα. Όλοι ζητούσαν μια θέση στη νέα διοίκηση της Μακεδονίας. "Είμαι φίλος του Βενιζέλου", έλεγε ο ένας. "Πολέμησα με τον Κωνσταντίνο", έλεγε ο άλλος. Η διαφθορά άρχισε να τρώει τις σάρκες της νίκης πριν ακόμα στεγνώσει το αίμα των νεκρών.» (Από επιστολή του δημοσιογράφου Γεωργίου Βλάχου)
Η δολοφονία του Γεωργίου Α' στη Θεσσαλονίκη και η απώλεια ισορροπιών
Ένας αυτόπτης μάρτυρας περιγράφει: «Ο Βασιλιάς περπατούσε στον Λευκό Πύργο με τη συνηθισμένη του απλότητα, χωρίς μεγάλη φρουρά, για να δείξει ότι η πόλη είναι ασφαλής. Ξαφνικά ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Ο Αλέξανδρος Σχινάς (ο δολοφόνος) τον χτύπησε πισώπλατα. Η Θεσσαλονίκη από πόλη γιορτής έγινε πόλη θρήνου μέσα σε μια στιγμή.»
«Η Θεσσαλονίκη είχε ντυθεί στα μαύρα. Το φέρετρο του Βασιλιά πέρασε μπροστά από τον Λευκό Πύργο και ο κόσμος ήταν βουβός. Είδα τον Βενιζέλο να περπατά πίσω από το φέρετρο, με το πρόσωπο σαν πέτρα. Όλοι ψιθύριζαν: "Τώρα που έφυγε ο Γέρος (ο Γεώργιος), ποιος θα κρατήσει τον Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο να μην πιαστούν στα χέρια;"» (Ανταπόκριση της εφημερίδας "Εστία", Μάρτιος 1913).
Η δολοφονία του Γεωργίου Α' στη Θεσσαλονίκη προκάλεσε πανικό στην εβραϊκή κοινότητα, καθώς φοβήθηκαν ότι θα κατηγορηθούν εκείνοι. «Όταν μαθεύτηκε πως ο Βασιλιάς σκοτώθηκε, κλειδώσαμε τις πόρτες μας. Λέγαμε: "Τώρα θα φταίνε οι Εβραίοι". Αλλά η ελληνική αστυνομία βγήκε στους δρόμους και ανακοίνωσε αμέσως πως ο ένοχος ήταν ένας Έλληνας τρελός. Ο σεβασμός που έδειξε η κυβέρνηση στην αλήθεια μας έκανε να νιώσουμε, για πρώτη φορά, πραγματικά ασφαλείς.» (Από επιστολή Εβραίου δικηγόρου προς συγγενείς του στη Βιέννη).
Υπάρχουν μαρτυρίες που αμφισβητούν την επίσημη εκδοχή ότι ο δολοφόνος του Γεωργίου ήταν απλώς ένας «τρελός».
«Όλοι είδαμε τον Σχινά. Αλλά όταν τον πήγαν στο τμήμα, οι ερωτήσεις σταμάτησαν γρήγορα. Πριν προλάβει να μιλήσει για το ποιος τον έβαλε, "έπεσε" από το παράθυρο και σκοτώθηκε. Πολλοί ψιθυρίζουν πως οι Γερμανοί ήθελαν τον Γεώργιο νεκρό για να ανέβει ο Κωνσταντίνος, που ήταν δικός τους. Η αλήθεια θάφτηκε μαζί με τον Βασιλιά.» (Από τις σημειώσεις δημοσιογράφου της εποχής).
Όταν ο Γεώργιος δολοφονήθηκε, η "ασφάλεια" χάθηκε. Ο Γεώργιος ήταν ο άνθρωπος που κρατούσε τις ισορροπίες. Οι μαρτυρίες του δείχνουν έναν άνθρωπο κουρασμένο από τις ελληνικές έριδες. «Αυτός ο Κρητικός είναι μια δύναμη της φύσης, αλλά είναι επικίνδυνος. Τρέχει πιο γρήγορα από την Ελλάδα. Φοβάμαι πως μια μέρα θα την τινάξει στον αέρα από τη βιασύνη του. Αλλά, Θεέ μου, είναι ο μόνος που ξέρει να βάζει τάξη σε αυτό το χάος που λέγεται ελληνικό κράτος.» (Από συνομιλία του με τον πρέσβη της Μεγάλης Βρετανίας, 1911).
«Η είδηση με κεραυνοβόλησε. Όχι γιατί έχασα έναν φίλο —ποτέ δεν ήμασταν— αλλά γιατί έχασα τη μόνη γέφυρα λογικής με το Στέμμα. Ο Κωνσταντίνος τώρα θα είναι μόνος του, κι αυτός ο άνθρωπος δεν ξέρει να ακούει κανέναν παρά μόνο το σπαθί του.» (Από επιστολή του Βενιζέλου προς συνεργάτη του, Μάρτιος 1913).
Ο Γεώργιος είχε γράψει «Είμαι ευτυχής που είδα τη Θεσσαλονίκη ελληνική. Τώρα μπορώ να αποσυρθώ. Ο γιος μου (ο Κωνσταντίνος) έχει τη δόξα του νικητή, αλλά φοβάμαι πως η δόξα είναι κακός σύμβουλος για έναν Βασιλιά.» (Από το τελευταίο του ημερολόγιο).
Ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος έληξε επίσημα με τη Συνθήκη του Λονδίνου (Μάιος 1913), ωστόσο η συμφωνία αυτή απεδείχθη περισσότερο μια «εύθραυστη παύση» παρά μια οριστική ειρήνη. Βάσει της συνθήκης, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγκάστηκε να παραιτηθεί από όλα τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί των ευρωπαϊκών εδαφών δυτικά της γραμμής Αίνου - Μηδείας, παραχωρώντας τα στους νικητές (Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία και Μαυροβούνιο).
Στο πλαίσιο αυτό, η Νότια και η Κεντρική Μακεδονία περιήλθαν στην ελληνική επικράτεια, ενώ η Κρήτη ενσωματώθηκε και επίσημα στον εθνικό κορμό. Παράλληλα, το καθεστώς των νησιών του Αιγαίου παρέμεινε προσωρινά εκκρεμές, με την τελική τους τύχη να επαφίεται στην κρίση των Μεγάλων Δυνάμεων.
Ιδιαίτερα κρίσιμο υπήρξε το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου, η οποία αν και είχε απελευθερωθεί από τον ελληνικό στρατό, δεν προσαρτήθηκε άμεσα. Η παρέμβαση της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας οδήγησε στην ίδρυση του ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, με αποτέλεσμα το μέλλον της περιοχής να μετατραπεί σε ένα δυσεπίλυτο διπλωματικό ζήτημα που θα απασχολούσε την Ελλάδα για τα επόμενα χρόνια.
Η ασάφεια της Συνθήκης του Λονδίνου όσον αφορά τον ακριβή διαχωρισμό των εδαφών στη Μακεδονία λειτούργησε ως θρυαλλίδα για νέες εντάσεις. Η Βουλγαρία, θεωρώντας ότι αδικήθηκε στη διανομή των λαφύρων και επιδιώκοντας την έξοδο στο Αιγαίο και την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, αρνήθηκε να αποδεχθεί το status quo. Η καχυποψία μεταξύ των πρώην συμμάχων κορυφώθηκε ταχύτατα, οδηγώντας την Ελλάδα και τη Σερβία στη σύναψη μιας αμυντικής συμμαχίας κατά των βουλγαρικών βλέψεων. Έτσι, μόλις έναν μήνα μετά την υπογραφή της ειρήνης, η «εύθραυστη παύση» κατέρρευσε, δίνοντας τη θέση της στον ακόμη πιο βίαιο Β' Βαλκανικό Πόλεμο, ο οποίος θα καθόριζε οριστικά την κυριαρχία στη χερσόνησο του Αίμου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου