Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Η έξωση του Όθωνα και η ρομαντική σχολή των Αθηνών

Η έξωση του Όθωνα το 1862 ήταν το κεφαλαιώδες "κλείσιμο" μιας τριακονταετίας που ξεκίνησε με ελπίδες και κατέληξε σε καθολική απόρριψη. 

​Ο Όθων δεν έφυγε επειδή ηττήθηκε σε κάποιον πόλεμο, αλλά επειδή έχασε κάθε έρεισμα στο εσωτερικό της χώρας.

​Η βασιλεία του Όθωνα ξεκίνησε με ένα "γενετικό ελάττωμα": το δάνειο των 60 εκατομμυρίων φράγκων. Όπως τεκμηριώνει ο Ανδρέας Ανδρεάδης στην «Ιστορία των Εθνικών Δανείων», το μεγαλύτερο μέρος αυτού του ποσού δεν έφτασε ποτέ στην ελληνική οικονομία. Καταναλώθηκε σε τόκους, προμήθειες και στη συντήρηση του πολυδάπανου βαυαρικού στρατού και της γραφειοκρατίας.

​Μέχρι το 1843, η Ελλάδα βρέθηκε σε αδυναμία πληρωμής. Οι Μεγάλες Δυνάμεις επέβαλαν ένα πρωτόκολλο σκληρής λιτότητας, δεσμεύοντας τα εθνικά έσοδα. Ο Όθων αναγκάστηκε να προχωρήσει σε μαζικές απολύσεις αγωνιστών και περικοπές μισθών, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό κλίμα κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Επιπλέον, ο Όθων και η Αμαλία δεν απέκτησαν παιδιά. Αυτό δημιουργούσε τεράστια ανασφάλεια για το μέλλον της χώρας, καθώς οι Μεγάλες Δυνάμεις συγκρούονταν για το ποιος θα ήταν ο επόμενος.

Παρά το Σύνταγμα του 1844, ο Όθων συνέχιζε να παρεμβαίνει στις εκλογές και στον σχηματισμό κυβερνήσεων, προκαλώντας την οργή της νέας γενιάς πολιτικών και επιστημόνων (τη λεγόμενη «χρυσή νεολαία»).

Κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, η προσπάθεια του Όθωνα να επεκτείνει τα σύνορα οδήγησε στον οδυνηρό ναυτικό αποκλεισμό του Πειραιά από τους Αγγλογάλλους (1854-1857), ταπεινώνοντας τη χώρα.

Κατά τη διάρκεια της αγγλογαλλικής κατοχής, τα κείμενά της Αμαλίας ξεχειλίζουν από οργή κατά των Μεγάλων Δυνάμεων:

​«Μας συμπεριφέρονται σαν να είμαστε αιχμάλωτοι μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Οι στόλοι τους κλείνουν το λιμάνι μας και εμείς πρέπει να υπομένουμε τις προσβολές τους. Πονάει η ψυχή μου να βλέπω τον Όθωνα τόσο ταπεινωμένο.»

Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843

​Η οικονομική κρίση έγινε ο καταλύτης για την πολιτική αλλαγή. Ο λαός και ο στρατός, με πρωτεργάτες τον Μακρυγιάννη και τον Καλλέργη, περικύκλωσαν τα ανάκτορα ζητώντας Σύνταγμα.

​«Η πατρίδα του καθενός είναι το σπίτι του», έγραφε ο Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του, εκφράζοντας την αγανάκτηση για την ξένη κηδεμονία.

​Η "αλήθεια" εκείνης της στιγμής, όπως την περιγράφει ο Douglas Dakin, ήταν ότι το Σύνταγμα του 1844 δεν ήταν μόνο μια δημοκρατική κατάκτηση, αλλά και μια προσπάθεια της Ελλάδας να αποκτήσει έλεγχο στα οικονομικά της, απομακρύνοντας τους Βαυαρούς συμβούλους.

​«Εκείνοι οπού μας δάνεισαν, μας δάνεισαν διά να φκιάσομεν την ελευθερίαν μας και να γένομεν έθνος... Και οι Βαυαρέζοι και οι δικοί μας οι "φωτισμένοι" τα φάγανε αυτά και η πατρίδα έμεινε γυμνή και χρεωμένη.»

— Ιωάννης Μακρυγιάννης

Ο Όθων, παγιδευμένος ανάμεσα στις απαιτήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και την αγάπη του για την Ελλάδα, γράφει σε επιστολή του προς τον πατέρα του, Λουδοβίκο της Βαυαρίας, εκφράζοντας την απόγνωσή του για τη λιτότητα που του επέβαλαν:

​«Οι Δυνάμεις με αναγκάζουν να πάρω μέτρα που θα με κάνουν μισητό στον λαό μου. Πώς μπορώ να ζητήσω κι άλλους φόρους από έναν κόσμο που δεν έχει ψωμί να φάει;»

— Όθων (απόσπασμα από την αλληλογραφία του, όπως παρατίθεται από τον Douglas Dakin)

Η Νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843

​Όταν η υπομονή εξαντλήθηκε, ο Μακρυγιάννης περιγράφει τη στιγμή που η οικονομική κρίση μετατράπηκε σε επανάσταση για το Σύνταγμα:

​«Τότε βλέποντας αυτείνη την δυστυχία του σπιτιού μου... μου 'ρθε μια πικρή λύπη... Πιάνω και φκειάνω μίαν σημαία και γράφω: Εθνική Συνέλεψη, Σύνταμα. Λέγω: Εις το όνομα του Θεού και της βασιλείας του σηκώνεται η σημαία της πατρίδος! Εβγήκα έξω με τους ανθρώπους μου... και τραβήξαμε ίσια εις το παλάτι.»

Η Αμαλία πίστευε στη "σιδηρά πυγμή". Μετά την επανάσταση του 1843 (για το Σύνταγμα), έγραφε με πικρία:

​«Οι Έλληνες είναι σαν παιδιά που ζητούν παιχνίδια που δεν ξέρουν να χρησιμοποιήσουν. Το Σύνταγμα θα είναι η καταστροφή της βασιλείας και της τάξεως. Ο Όθων είναι πολύ μαλακός μαζί τους· εγώ θα τους έδειχνα περισσότερη αυστηρότητα. »

​Η Ανάδυση της "Χρυσής Γενιάς"

​Μετά το 1844, στο προσκήνιο εμφανίζεται μια νέα κοινωνική τάξη: η Χρυσή Νεολαία. Πρόκειται για τους πρώτους επιστήμονες και λόγιους που εκπαιδεύτηκαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

​Τα χαρακτηριστικά τους: 

Σε αντίθεση με τους πατέρες τους (τους οπλαρχηγούς του '21), αυτοί οι νέοι ήταν οπλισμένοι με ιδέες και όχι με καριοφίλια. Πίστευαν στον ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό, την ελευθερία του τύπου και τον κοινοβουλευτισμό.

​Τα "Σκιαδικά" (1859): Η πρώτη τους μεγάλη σύγκρουση με το καθεστώς ήταν συμβολική. Φορώντας ψάθινα καπέλα (σκιάδια) εγχώριας παραγωγής, αμφισβήτησαν την οικονομική ελίτ που προτιμούσε τα εισαγόμενα, μετατρέποντας μια μόδα σε πολιτική επανάσταση.

​Ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης: Ο Ρομαντικός Ηγέτης

​Κεντρική μορφή αυτής της γενιάς ήταν ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης. Γιος του Μεσολογγίτη οπλαρχηγού Μήτρου Δεληγιώργη, κατάφερε να συνδυάσει την αίγλη του ήρωα πατέρα του με το πνεύμα του σύγχρονου νομικού. Ήταν αυτός που το 1862 συνέταξε το ψήφισμα για την έξωση του Όθωνα, βάζοντας τέλος σε μια εποχή 30 ετών.

Στην εφημερίδα «Το Μέλλον της Πατρίδος», ο Δεληγιώργης έγραφε με πύρινο λόγο εναντίον της εξάρτησης:

​«Η νεολαία δεν ζητεί θέσεις, ζητεί πατρίδα. Δεν ζητεί μισθούς, ζητεί Σύνταγμα. Η Ελλάδα δεν είναι κτήμα κανενός βασιλέως, είναι κτήμα του λαού της.»

— Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (Άρθρο κατά την περίοδο των Σκιαδικών)

​Το Τέλος μιας Εποχής: Το Ψήφισμα του Έθνους (1862)

​Η κορύφωση ήρθε τον Οκτώβριο του 1862. Ο Δεληγιώργης συνέταξε το κείμενο που "εκθρόνισε" τον πρώτο βασιλιά της Ελλάδας. Παρακάτω παρατίθεται το πλήρες κείμενο που διαβάστηκε στους δρόμους της Αθήνας:

​ΤΟ ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

​«Τα δεινά της Πατρίδος έπαυσαν. Άπασαι αι επαρχίαι και η πρωτεύουσα συνενωθείσαι μετά του στρατού έθεσαν τέρμα εις αυτά. Ως κοινή δε έκφρασις του Ελληνικού Έθνους ολοκλήρου κηρύττεται και ψηφίζεται:

​Η Βασιλεία του Όθωνος καταργείται.

​Η Αντιβασιλεία της Αμαλίας καταργείται.

​Προσωρινή Κυβέρνησις συνιστάται όπως κυβερνήση το Κράτος μέχρι συγκλήσεως της Εθνικής Συνελεύσεως, συγκειμένη εκ των πολιτών: Δημητρίου Βούλγαρη, Προέδρου, Κωνσταντίνου Κανάρη και Βενιζέλου Ρούφου.

​Εθνική Συνέλευσις συγκαλείται πάραυτα προς σύνταξιν της Πολιτείας και εκλογήν Ηγεμόνος.

​Ζήτω το Έθνος! Ζήτω η Πατρίς!»

Η Τελευταία Πράξη: Ο Αποχαιρετισμός του Ηγεμόνα

Μετά την κήρυξη της επανάστασης στην Αθήνα, ο Όθων και η Αμαλία, που βρίσκονταν σε περιοδεία στην Πελοπόννησο, έσπευσαν να επιστρέψουν στην πρωτεύουσα με τη φρεγάτα «Αμαλία». Όταν έφτασαν στον Πειραιά το μεσημέρι της 11ης Οκτωβρίου, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια εφιαλτική πραγματικότητα:

​Το Λιμάνι ήταν εχθρικό: Τα φρούρια του Πειραιά αρνήθηκαν να χαιρετήσουν τη βασιλική σημαία.

​Η Απομόνωση: Οι πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων ανέβηκαν στο πλοίο και του ξεκαθάρισαν ότι η εξουσία του είχε πλέον καταρρεύσει και ότι δεν θα προσέφεραν καμία στρατιωτική βοήθεια.

​Ο Όθων, παρά την επιμονή της Αμαλίας να αντιδράσει δυναμικά, αρνήθηκε να διατάξει τον βομβαρδισμό της Αθήνας για να σώσει τον θρόνο του. Είπε χαρακτηριστικά πως «δεν ήθελε να χυθεί ούτε μια σταγόνα ελληνικού αίματος».

​Το μεσημέρι της 12ης Οκτωβρίου, το βασιλικό ζεύγος μετεπιβιβάστηκε στην αγγλική φρεγάτα «Σκύλλα» (HMS Scylla), η οποία θα τους μετέφερε στη Βενετία. 

.Φεύγοντας πια οριστικά, ο Όθων εξέδωσε μια τελευταία προκήρυξη από το κατάστρωμα της αγγλικής φρεγάτας, λόγια που κλείνουν με μελαγχολία μια ολόκληρη εποχή:

​«Αποχωρώ από την γην την οποίαν ηγάπησα και η οποία υπήρξε το αντικείμενον των μελημάτων μου επί τριάκοντα έτη. Εύχομαι η νέα τάξις πραγμάτων να φέρει την ευτυχίαν εις τον λαόν αυτόν, τον οποίον ουδέποτε έπαυσα να θεωρώ ως τον προσφιλέστερον εις την καρδίαν μου. Πιστός εις τα συμφέροντα της Ελλάδος, δεν θέλω δι' ουδεμιάς αντιστάσεως να φέρω εις κίνδυνον την ζωήν των υπηκόων μου ή να προκαλέσω εμφύλιον πόλεμον.»

​Η Ιστορική Ματιά του Douglas Dakin:

Σύμφωνα με τον Dakin, η έξωση ήταν η στιγμή που η "Ελλάδα ενηλικιώθηκε". Η Χρυσή Γενιά του Δεληγιώργη δεν έδιωξε απλώς έναν βασιλιά· έδιωξε ένα μοντέλο διοίκησης που βασιζόταν στην προσωπική βούληση του μονάρχη, ανοίγοντας τον δρόμο για τη σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία, παρά τα οικονομικά δεινά που θα συνέχιζαν να την ταλανίζουν.

Μόλις έγινε γνωστό ότι η «Σκύλλα» είχε αποπλεύσει, οι φοιτητές και οι νέοι επιστήμονες ξεχύθηκαν στους δρόμους. Ο Νικόλαος Δραγούμης στις Ιστορικές Αναμνήσεις του περιγράφει:

​«Οι άνθρωποι εναγκαλίζοντο εις τους δρόμους ως εάν είχον σωθεί από κοινόν κίνδυνον. Η μουσική επαιάνιζε παντού, και τα "Ζήτω" διά το Έθνος και το Σύνταγμα εκάλυπτον κάθε άλλον ήχον. Οι Βαυαροί υπάλληλοι, κλεισμένοι εις τα σπίτια των, έβλεπον έντρομοι από τα παράθυρα την γενικήν ανάστασιν.»

​Ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, ο απόλυτος ήρωας της ημέρας, περιβαλλόμενος από φοιτητές που κρατούσαν δάδες, εκφώνησε λόγους που έμειναν στην ιστορία για τον ρομαντισμό τους. Σύμφωνα με τα αρχεία του τύπου της εποχής (Εφημερίδα των Φιλομαθών), η ρητορεία του έδινε το στίγμα της νέας εποχής:

​«Σήμερον δεν κατελύθη μόνον εις θρόνος, αλλά κατελύθη η ξενοκρατία! Η Ελλάς ανήκει πλέον εις τους Έλληνας. Η νεολαία, η χρυσή ελπίς του μέλλοντος, απέδειξεν ότι η παιδεία είναι το ισχυρότερον όπλον κατά της τυραννίας. »

Σε πολλές γωνιές της Αθήνας, η νεολαία προχώρησε σε συμβολικές πράξεις "κάθαρσης":

​Τα Στέμματα: Αφαιρέθηκαν οι βασιλικοί θυρεοί από τα δημόσια κτίρια και τα καταστήματα.

​Οι Στολές: Πολλοί στρατιώτες ξήλωσαν από τα πηλήκιά τους το μονόγραμμα του Όθωνα («Ο»).

​Ο Όρκος: Στο Πανεπιστήμιο, οι φοιτητές ορκίζονταν πίστη στο νέο «Ψήφισμα του Έθνους» που είχε συντάξει ο Δεληγιώργης.

​Ο Douglas Dakin στο βιβλίο του Η Ενοποίηση της Ελλάδας παρατηρεί κάτι που οι πανηγυρίζοντες τότε δεν έβλεπαν:

​«Η χαρά της Αθήνας ήταν ειλικρινής, αλλά ο ενθουσιασμός της "Χρυσής Νεολαίας" έκρυβε μια επικίνδυνη αφέλεια. Πίστευαν ότι διώχνοντας τον Όθωνα, έδιωχναν και τα προβλήματα της χώρας. Όμως, την ώρα που εκείνοι χόρευαν στους δρόμους, οι πρεσβευτές των Δυνάμεων ήδη σχεδίαζαν την επόμενη ημέρα, εξασφαλίζοντας ότι όποιος κι αν ερχόταν, θα έπρεπε πρώτα να υπογράψει την αποδοχή των παλαιών χρεών.»

Η "Αλήθεια" της Επόμενης Μέρας

​Ο Δεληγιώργης και οι σύντροφοί του πίστεψαν ότι η ιστορία θα γραφόταν πλέον μόνο με μελάνι και ιδέες. Η Ελλάδα είχε αλλάξει βασιλιά, είχε αλλάξει γενιά, αλλά το "δημόσιο χρέος" παρέμενε ο αόρατος ηγεμόνας.

Η Πραγματικότητα της 11ης Οκτωβρίου 1862

​Μόλις ο Όθων εκδιώχθηκε, σχηματίστηκε η Προσωρινή Κυβέρνηση, αλλά ο Δεληγιώργης δεν ήταν ανάμεσα στους τρεις επικεφαλής (την Τριανδρία).

​Η εξουσία μοιράστηκε ως εξής:

​Δημήτριος Βούλγαρης (Πρόεδρος): Ο παλιός πολιτικός, εκπρόσωπος των παραδοσιακών τζακιών.

​Κωνσταντίνος Κανάρης: Ο θρυλικός πυρπολητής, που λειτουργούσε ως σύμβολο ενότητας.

​Βενιζέλος Ρούφος: Ο ισχυρός άνδρας της Αχαΐας.

​Γιατί δεν έγινε Πρωθυπουργός ο Δεληγιώργης;

​Ο Δεληγιώργης ήταν τότε μόλις 29 ετών. Για το κατεστημένο της εποχής και τις Μεγάλες Δυνάμεις, θεωρούνταν υπερβολικά «ριζοσπάστης» και «επικίνδυνος».

​Ωστόσο, πήρε τη θέση του Υπουργού Δημοσίας Εκπαιδεύσεως (και αργότερα Εξωτερικών), γιατί η επιρροή του στη νεολαία ήταν τόσο μεγάλη που καμία κυβέρνηση δεν μπορούσε να σταθεί χωρίς αυτόν.

​Η "Αλήθεια" κατά τον Douglas Dakin

​Ο Dakin εξηγεί ότι αυτή ήταν η μεγάλη απογοήτευση της Χρυσής Γενιάς:

​«Η νεολαία έκανε την επανάσταση στους δρόμους, αλλά οι "παλαιοκομματικοί" πήραν τα κλειδιά των γραφείων. Ο Δεληγιώργης χρειάστηκε να περιμένει τρία ακόμη χρόνια για να γίνει Πρωθυπουργός (το 1865), όταν πια το κύμα του ενθουσιασμού είχε αρχίσει να κοπάζει.»

Η Μεταμόρφωση: Από Επαναστάτης, Πρωθυπουργός

​Όταν ο Δεληγιώργης έγινε Πρωθυπουργός, η «Χρυσή Νεολαία» περίμενε θαύματα. Όμως, εκείνος έπρεπε τώρα να διαπραγματευτεί με τους ίδιους πρεσβευτές που κάποτε κατήγγειλε.

​Η σύγκρουση με τους φοιτητές: Οι φοιτητές, που τον θεωρούσαν δικό τους άνθρωπο, άρχισαν να τον κατηγορούν για «συμβιβασμό». Σε μια τραγική ειρωνεία της τύχης, ο άνθρωπος που ενέπνευσε τα Σκιαδικά, βρέθηκε να στέλνει την αστυνομία για να καταστείλει φοιτητικές διαδηλώσεις.

​Η "Αλήθεια" του Dakin: Ο Douglas Dakin σημειώνει ότι ο Δεληγιώργης «έμαθε με τον δύσκολο τρόπο ότι είναι ευκολότερο να συντάσσεις πύρινα ψηφίσματα παρά να ισοσκελίζεις έναν προϋπολογισμό υπό την πίεση των δανειστών».

Ο ίδιος σε κείμενα του λέει: «Εις την Ελλάδα, ο κυβερνών δεν παλαίει μόνον με τα προβλήματα, αλλά και με τα φαντάσματα του παρελθόντος που δεν εννοούν να αποχωρήσουν.»

​Η χαριστική βολή στον ρομαντισμό της γενιάς του ήρθε με τα Λαυρεωτικά. Μια υπόθεση που ξεκίνησε ως εθνική ελπίδα (η εκμετάλλευση των μεταλλείων) και κατέληξε στην πρώτη μεγάλη «φούσκα» του ελληνικού χρηματιστηρίου.

​Ο λαός πίστεψε ότι θα πλουτίσει αγοράζοντας μετοχές, αλλά οι ξένοι κεφαλαιούχοι και οι εσωτερικές ίντριγκες οδήγησαν χιλιάδες στην καταστροφή.

​Ο Δεληγιώργης, αν και ο ίδιος παρέμεινε έντιμος και πέθανε φτωχός, κατηγορήθηκε ότι δεν προστάτευσε τον λαό από την κερδοσκοπία.

​Ο Δεληγιώργης πέθανε το 1879, σε ηλικία μόλις 50 ετών. Η κηδεία του ήταν πάνδημη, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν διαφορετική από εκείνη του 1862. Δεν ήταν πια ο «επαναστάτης νέος», αλλά ένας κουρασμένος πολιτικός που τον είχε καταπιεί το σύστημα.

​Λόγια από το κείμενο του αποχαιρετισμού του:

Ο φίλος και συναγωνιστής του, Εμμανουήλ Ροΐδης, έγραψε με πικρία:

«Υπήρξε ο μόνος που ηγάπησε την αλήθεια περισσότερο από την εξουσία, αλλά η εξουσία στην Ελλάδα δεν συγχωρεί την αλήθεια. 

Ο Δεληγιώργης εισήλθεν εις την εξουσίαν ως ορμητικός χείμαρρος και εξήλθεν ως λιμνάζον τέλμα, καταπωθείς από την ανάγκην να ικανοποιήσει τους πάντας, πλην της ιδίας αυτού συνειδήσεως...»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου