Το πολιτικό σύστημα χαρακτηριζόταν από έντονο πολυκομματισμό. Κυρίαρχο ρόλο είχε το Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα Λετονίας (LSDSP), ενώ συμμετείχαν αγροτικά κόμματα, όπως η Ένωση Αγροτών Λετονίας (Latvian Farmers’ Union) του Kārlis Ulmanis, καθώς και κόμματα εθνοτικών μειονοτήτων. Η συχνή αλλαγή κυβερνήσεων και η απουσία σταθερών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών προκάλεσαν πολιτική αστάθεια, ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση του 1929.
Στις 15 Μαΐου 1934, ο πρωθυπουργός Kārlis Ulmanis, με τη στήριξη του στρατού και της Εθνοφρουράς (Aizsargi), πραγματοποίησε πραξικόπημα. Διέλυσε το Κοινοβούλιο (Saeima), ανέστειλε το Σύνταγμα και απαγόρευσε όλα τα πολιτικά κόμματα, συμπεριλαμβανομένου και του δικού του. Το καθεστώς που εγκαθίδρυσε δεν βασίστηκε σε μαζικό φασιστικό κόμμα ούτε σε φυλετική ιδεολογία, αλλά σε προσωποπαγή αυταρχική διακυβέρνηση με έντονο εθνικιστικό και αντικομμουνιστικό χαρακτήρα.
Τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, όπως The Times του Λονδίνου και Le Figaro, αντιμετώπισαν το καθεστώς Ulmanis ως αυταρχικό αλλά σταθεροποιητικό. Τόνιζαν ότι η Λετονία παρέμενε ειρηνικό κράτος χωρίς επεκτατικές φιλοδοξίες και ότι η δικτατορία είχε ως στόχο την αποτροπή τόσο του κομμουνισμού όσο και της ακροδεξιάς αποσταθεροποίησης. Η λέξη «φασισμός» χρησιμοποιούνταν με φειδώ και συχνά αποφεύγονταν.
Αντίθετα, η σοβιετική εφημερίδα Pravda και το περιοδικό Izvestia χαρακτήριζαν το καθεστώς Ulmanis ως «αστική εθνικιστική δικτατορία». Σύμφωνα με τη σοβιετική αφήγηση, η κατάργηση των κομμάτων και η καταστολή των κομμουνιστών αποδείκνυαν ότι η λετονική αστική τάξη κυβερνούσε ενάντια στα συμφέροντα των εργατών και των αγροτών.
Μετά την υπογραφή του Συμφώνου Μολότοφ–Ρίμπεντροπ τον Αύγουστο του 1939, η Λετονία εντάχθηκε στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Τον Οκτώβριο του 1939, υπεγράφη Σύμφωνο Αμοιβαίας Βοήθειας, που επέτρεπε την εγκατάσταση σοβιετικών στρατιωτικών βάσεων στη χώρα. Στις 16 Ιουνίου 1940, η κυβέρνηση του Ιωσήφ Στάλιν απέστειλε τελεσίγραφο στη Λετονία, απαιτώντας τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης και την απεριόριστη είσοδο του Κόκκινου Στρατού.
Τα δυτικά έντυπα χαρακτήρισαν το τελεσίγραφο ως de facto κατάλυση της λετονικής ανεξαρτησίας. Η The New York Times και ο βρετανικός Τύπος έκαναν λόγο για «σοβιετική κατοχή», αν και η διεθνής αντίδραση ήταν περιορισμένη λόγω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η σοβιετική πλευρά παρουσίασε τα γεγονότα διαφορετικά. Μετά την είσοδο των σοβιετικών στρατευμάτων, διεξήχθησαν εκλογές τον Ιούλιο του 1940, με μοναδικό επιτρεπόμενο ψηφοδέλτιο το Μπλοκ των Εργαζομένων (Working People’s Bloc). Η Pravda περιέγραψε τις εκλογές ως ελεύθερη λαϊκή έκφραση, ενώ η απόφαση της νέας Βουλής να ζητήσει ένταξη στην ΕΣΣΔ παρουσιάστηκε ως «εθελοντική επανένωση του λετονικού λαού με τη σοσιαλιστική πατρίδα».
Η ένταξη της Λετονίας στην ΕΣΣΔ τον Αύγουστο του 1940 αποτέλεσε, έτσι, σημείο πλήρους διάστασης ανάμεσα στη δυτική και τη σοβιετική ιστορική ερμηνεία: για τη μία πλευρά, απώλεια ανεξαρτησίας· για την άλλη, κοινωνική απελευθέρωση.
Η πραγματική εμπλοκή σε πολεμικές επιχειρήσεις στο έδαφός της ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου 1941, με την έναρξη της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα, όταν η ναζιστική Γερμανία επιτέθηκε στη Σοβιετική Ένωση. Τότε η Λετονία, ως σοβιετική δημοκρατία πλέον, έγινε άμεσα πεδίο μάχης του Ανατολικού Μετώπου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου