Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Η Λιθουανία στον δρόμο της ΕΣΣΔ. Η Ένταξη της πριν τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο


Μετά την ανεξαρτησία της Λιθουανίας το 1918, η χώρα επιδίωξε να εδραιώσει ένα σταθερό κράτος με δημοκρατικά χαρακτηριστικά. Το Σύνταγμα του 1922 καθιέρωνε κοινοβουλευτική δημοκρατία, και οι κυβερνήσεις ήταν πολυκομματικές, βασιζόμενες σε συνασπισμούς. Κυρίαρχα ήταν τα δημοκρατικά και φιλελεύθερα κόμματα, όπως το Lithuanian Christian Democratic Party (Lietuvos krikščionių demokratų partija), ενώ μικρότερα σοσιαλιστικά κόμματα συμμετείχαν ενεργά στη διακυβέρνηση. Οι πρωθυπουργοί και τα υπουργικά συμβούλια άλλαζαν συχνά, ανάλογα με τις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, και η εξουσία ήταν διάσπαρτη, με έμφαση στη συνεργασία των κομμάτων και την εκπροσώπηση τόσο των αστικών όσο και των αγροτικών συμφερόντων. Η κοινωνία, παρά τις δυσκολίες μιας νεοσύστατης χώρας, είχε ρεαλιστική συμμετοχή στην πολιτική, και οι εκλογές θεωρούνταν γενικά ελεύθερες και αντιπροσωπευτικές.

Αυτή η δημοκρατική περίοδος διακόπηκε το 1926, όταν ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε την κυβέρνηση των Χριστιανοδημοκρατών. Στην εξουσία ανέβηκε το Lithuanian Nationalist Union (Lietuvos tautininkų sąjunga), ένα συντηρητικό και εθνικιστικό κόμμα που επικεντρωνόταν στη διατήρηση της εθνικής ανεξαρτησίας, στην ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας και στη σταθερότητα της κοινωνίας. Η κυβέρνηση αυτή μείωσε τη δυνατότητα της αντιπολίτευσης και περιόρισε την επιρροή των μικρότερων κομμάτων, διατηρώντας όμως ένα κατ’ όνομα δημοκρατικό πολίτευμα. Ο πρωθυπουργός ήταν ο Antanas Smetona, ο οποίος ανέλαβε και τον ρόλο του Προέδρου, ενώ το υπουργικό συμβούλιο περιλάμβανε εκπροσώπους της αστικής και μεσαίας τάξης, στρατιωτικούς και διανοούμενους. Η κυβέρνηση διατήρησε την ανεξαρτησία της Λιθουανίας και προωθούσε εθνικιστικές πολιτικές, αλλά δεν ήταν δημοκρατική με τα σημερινά κριτήρια. Το Κοινοβούλιο (Seimas) συνέχισε να υπάρχει, αλλά η πλειοψηφία του ελέγχονταν από το κόμμα, περιορίζοντας την ανεξάρτητη νομοθετική δραστηριότητα. Το Σύνταγμα του 1922 παρέμεινε σε ισχύ, αν και πολλά άρθρα του παρακάμφθηκαν ή εφαρμόστηκαν με τρόπο που ενίσχυε την εξουσία του προέδρου. Τα δικαστικά σώματα συνέχισαν να λειτουργούν, αλλά η ανεξαρτησία τους μειώθηκε, καθώς η κυβέρνηση επηρέαζε κρίσεις και διορισμούς. Η τοπική αυτοδιοίκηση διατηρήθηκε, όμως η κεντρική κυβέρνηση μπορούσε να ελέγχει άμεσα ή έμμεσα τους διορισμούς στα τοπικά όργανα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Λιθουανίας παρέμενε περιθωριακό και χωρίς ουσιαστική επιρροή. Τα μέλη των Χριστιανοδημοκρατών, των μικρότερων κομμάτων και του Κομμουνιστικού Κόμματος έγιναν αντικείμενο συστηματικής παρακολούθησης από κρατικές υπηρεσίες, με αναφορές για τις δραστηριότητές τους και περιορισμούς στην πολιτική τους συμμετοχή. Πολλοί πολιτικοί απομακρύνθηκαν από δημόσιες θέσεις ή διοικητικά αξιώματα, ενώ οι κομμουνιστές και άλλοι αριστεροί αντιμετωπίστηκαν με νομικά ή διοικητικά εμπόδια στην οργάνωση πολιτικών συναντήσεων ή στη δημόσια δραστηριότητα. 

Ο Antanas Merkys ανέλαβε αργότερα τη θέση του πρωθυπουργού, λίγο πριν από το 1940, και προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ των πιέσεων της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Η κοινωνία είχε μικτά συναισθήματα για την κυβέρνηση του Lithuanian Nationalist Union: οι εθνικιστές και οι υποστηρικτές της ανεξαρτησίας εκτιμούσαν την προσπάθεια προστασίας της χώρας, ενώ τμήματα του πληθυσμού με οικονομικές δυσκολίες ή πιο αριστερές πεποιθήσεις ένιωθαν περιορισμένη εκπροσώπηση και δυσαρέσκεια από τη γραφειοκρατία. Η κυβέρνηση του Lithuanian Nationalist Union είχε υποστήριξη από τμήματα του πληθυσμού, κυρίως εθνικιστές, αστικές τάξεις και τμήματα της μεσαίας τάξης, που εκτιμούσαν την προσπάθεια διατήρησης της εθνικής ανεξαρτησίας και της πολιτικής σταθερότητας μετά την αστάθεια των πρώτων χρόνων της δημοκρατίας. Ταυτόχρονα, αγρότες, μικρά κόμματα και αριστερές ομάδες ένιωθαν περιορισμένοι ή αποκλεισμένοι, και υπήρχε δυσαρέσκεια για τους περιορισμούς στην πολιτική αντιπολίτευση και για τα μέτρα ελέγχου.

Τον Αύγουστο του 1939, η υπογραφή του Συμφώνου Μολότοφ‑Ρίμπεντροπ μεταξύ της Ναζιστικής Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης όρισε μυστικά σφαίρες επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη. Η Λιθουανία αρχικά βρισκόταν στη γερμανική σφαίρα, αλλά μετά την εισβολή στη Πολωνία και την κατάληψη εδαφών από τη Γερμανία, η Λιθουανία μεταφέρθηκε στη σοβιετική σφαίρα ως αντάλλαγμα. Η χώρα δεν συμμετείχε στη διαδικασία και η γνώμη του λαού δεν λήφθηκε υπόψη. Η Σοβιετική Ένωση εγκατέστησε στρατιωτικές βάσεις με τη Συνθήκη Αμοιβαίας Βοήθειας τον Οκτώβριο 1939, αυξάνοντας την πίεση στην κυβέρνηση.

Στις 14 Ιουνίου 1940, η Λιθουανία δέχτηκε σοβιετικό τελεσίγραφο που απαιτούσε άμεσα την παραίτηση του πρωθυπουργού Merkys και την αντικατάστασή του από φιλοσοβιετική κυβέρνηση, πλήρη συνεργασία με τις σοβιετικές αρχές, την άμεση είσοδο σοβιετικών στρατευμάτων χωρίς περιορισμούς και αποδοχή των εντολών τους ως καθοριστικών για την εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Το τελεσίγραφο προειδοποιούσε ότι η μη συμμόρφωση θα οδηγούσε σε πλήρη στρατιωτική κατάληψη, αφήνοντας στη Λιθουανία ελάχιστο περιθώριο αντίστασης.

Η κυβέρνηση υποκύπτει αμέσως: ο Merkys παραιτείται, και εγκαθιδρύεται φιλοσοβιετική κυβέρνηση υπό την επίβλεψη της ΕΣΣΔ. Τον Ιούλιο του 1940 διεξάγονται οι εκλογές για το Λαϊκό Seimas, στις οποίες μόνο η Ένωση Εργαζόμενων Λιθουανών είναι υποψήφια, ουσιαστικά ένα πρόσχημα για το Κομμουνιστικό Κόμμα. Όλα τα άλλα κόμματα απαγορεύονται, οι πολιτικοί της προηγούμενης κυβέρνησης έχουν ήδη τεθεί εκτός εξουσίας, και οι εκλογές διεξάγονται υπό την επίβλεψη σοβιετικών στρατευμάτων. Τα αποτελέσματα χρησιμοποιούνται για να δώσουν ψευδή νομιμοποίηση στην ένταξη της Λιθουανίας στην ΕΣΣΔ, και στις 21 Ιουλίου το Λαϊκό Seimas ψήφισε ομόφωνα την ένωση με τη Σοβιετική Ένωση.

Η θέση του Στάλιν ήταν σαφής: η Λιθουανία έπρεπε να ενταχθεί στην ΕΣΣΔ μέσω στρατιωτικής πίεσης, μονοκομματικών διαδικασιών και διπλωματικής καθοδήγησης. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου