Αρχικά, αυτά τα άλογα δεν ήταν ξεχωριστά αγάλματα, αλλά μέρος ενός θριαμβικού άρματος που συμμετείχε σε τελετές και ιπποδρομιακές εκδηλώσεις. Στην αρχική τους χρήση είχαν θρησκευτικό χαρακτήρα, πιθανότατα τιμούσαν τον Θεό Ήλιο, σύμβολο ταχύτητας και φωτός, ενώ υπάρχουν εκδοχές που τα συνδέουν με τον Ποσειδώνα, τον θεό της θάλασσας, αφού τα άλογα στην αρχαιότητα συνδέονταν και με τις δυνάμεις των υδάτων. Η σύνδεση με άρμα τα έκανε μέρος μιας πλήρους σύνθεσης που αντιπροσώπευε τη δύναμη και τον θρίαμβο των θεών ή της αυτοκρατορικής εξουσίας.
Τα άλογα τοποθετήθηκαν αργότερα στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, σε αψίδα θριάμβου ή μνημείο, όπου έσερναν συμβολικά άρμα και ενίσχυαν τη θεατρικότητα των δημόσιων εορτασμών. Εκεί παρέμειναν έως τον 13ο αιώνα, όταν, κατά την Δ’ Σταυροφορία (1204), οι Βενετοί τα μετέφεραν στη Βενετία ως πολύτιμα λάφυρα. Τοποθετήθηκαν στην πρόσοψη της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου, επάνω στη λοφώδη βεράντα πάνω από τη μεγάλη κεντρική είσοδο, ως σύμβολα της δύναμης της πόλης και της πνευματικής υπεροχής της Εκκλησίας. Η παρουσία τους στην πρόσοψη, σε ύψος, τόνιζε την επιβλητικότητα και την κυριαρχία της Βενετίας στους θαλάσσιους δρόμους εμπορίου.
Κατά την εποχή του Ναπολέοντα (1797–1815), τα Άλογα μεταφέρθηκαν στο Παρίσι, όπου τοποθετήθηκαν στην αψίδα θριάμβου του Παρισιού, συμβολίζοντας την στρατιωτική δύναμη της Γαλλίας, πριν επιστραφούν στη Βενετία. Σήμερα, τα αυθεντικά αγάλματα φυλάσσονται στο μουσείο της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου, για να προστατεύονται από τα φυσικά στοιχεία, ενώ στη θέση τους στην πρόσοψη έχουν τοποθετηθεί πιστά αντίγραφα που μπορούν να θαυμάσουν οι επισκέπτες.
Η κατασκευή τους έγινε με τη μέθοδο του χαμένου κεριού (lost-wax casting). Αρχικά ο καλλιτέχνης έφτιαχνε ολόκληρο το άλογο από κερί, προσθέτοντας όλες τις λεπτομέρειες: μυς, χαίτη, φλέβες, έκφραση του προσώπου και σχήμα σώματος ικανό να σηκώσει τη φόρτιση του άρματος. Το κερί καλύπτονταν με πηλό ή άλλο πυρίμαχο υλικό, αφήνοντας σωληνάκια για τον αέρα και το λιωμένο κερί. Όταν το καλούπι ψηνόταν, το κερί έλιωνε και έφευγε, αφήνοντας ένα κενό που αντιγράφε ακριβώς το σχήμα του αλόγου. Το λιωμένο μέταλλο χυτευόταν στο κενό, γεμίζοντας τα τοιχώματα και δημιουργώντας ένα κούφιο αλλά στιβαρό άγαλμα.
Για τα μεγάλα αγάλματα, η χύτευση γινόταν σταδιακά: πρώτα τα πόδια, με σωληνάκια για μέταλλο και εξαερισμό ώστε να φύγουν κερί και αέρας. Στη συνέχεια περιστρέφονταν ή κλινόταν ελαφρά το καλούπι ώστε το μέταλλο να γεμίσει τα μπούτια, τον κορμό και τη ράχη, πάντα με σωληνάκια για να διαφεύγουν αέρας και κερί. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε τμήμα γεμίζει σωστά, τα τοιχώματα είναι ομοιόμορφα και το εσωτερικό μένει κενό.
Τα Άλογα είναι κούφια, αρχικά καλυμμένα με φύλλα χρυσού και ένθετα μάτια από γυαλί ή πολύτιμες πέτρες, δίνοντάς τους ζωντάνια και θεϊκή λάμψη. Η αίσθηση κίνησης και η ανατομική ακρίβεια δείχνουν ότι οι τεχνίτες σκέφτηκαν προσεκτικά τη ροή του μετάλλου, την πίεση και τη βαρύτητα, ώστε τα αγάλματα να γεμίζουν σωστά και να παραμένουν στιβαρά.
Συνολικά, τα Άλογα του Αγίου Μάρκου συνδέουν τη θρησκευτική χρήση στην αρχαιότητα, την ελληνιστική και ρωμαϊκή τεχνοτροπία, την αυτοκρατορική και πολιτική σημασία της Κωνσταντινούπολης, την παρουσία σε αψίδες θριάμβου και στην πρόσοψη της βασιλικής, και την πολιτιστική κληρονομιά της Βενετίας. Ήταν αρχικά μέρος άρματος που τίμησε θεούς και θριαμβεύοντες ηγεμόνες, και σήμερα παραμένουν σύμβολα τέχνης, δύναμης και τεχνικής μαεστρίας που συνεχίζουν να μαγεύουν τον κόσμο.